23/11/17 | Αρχική > Αρθρογραφία > Φορολογικά και Επίκαιρα

ΔΠΧΑ 15 - Έσοδα από Συμβάσεις με Πελάτες

1. Εισαγωγή

Το ΔΠΧΑ 15 «Έσοδα από Συμβάσεις με Πελάτες», είναι το αποτέλεσμα της κοινής προσπάθειας του Συμβουλίου των Διεθνών Λογιστικών Προτύπων (IASB) και του Αμερικάνικου Συμβουλίου των Χρηματοοικονομικών Λογιστικών Προτύπων (FASB), να αναπτύξουν κοινές απαιτήσεις σχετικά με τις αρχές αναγνώρισης εσόδων, ώστε να βελτιωθεί η συγκρισιμότητα μεταξύ εταιρειών που δραστηριοποιούνται είτε στον ίδιο είτε σε διαφορετικούς κλάδους, καθώς και μεταξύ εταιρειών που συντάσσουν οικονομικές καταστάσεις με διαφορετικά λογιστικά πρότυπα (IFRS - US GAAP).

Το ΔΠΧΑ 15 τέθηκε σε εφαρμογή την 1η Ιανουαρίου 2017 και αντικαθιστά το ΔΛΠ 18 «Έσοδα», το ΔΛΠ 11 «Συμβάσεις Κατασκευής» καθώς επίσης και τις Διερμηνείες ΕΔΔΠΧΑ 13 «Προγράμματα Πιστότητας Πελατών», ΕΔΔΠΧΑ 15 «Συμβάσεις για την Κατασκευή Ακινήτων», ΕΔΔΠΧΑ 18 «Μεταβιβάσεις Περιουσιακών Στοιχείων από Πελάτες» και ΜΕΔ 31 «Πράξεις Ανταλλαγής που Αφορούν Υπηρεσίες Διαφήμισης».

2. Σκοπός

Ο σκοπός του ΔΠΧΑ 15 είναι να καθορίσει τις λογιστικές αρχές που μία οντότητα θα εφαρμόζει αναφορικά με την χρηματοοικονομική αναφορά χρήσιμων πληροφοριών προς τους χρήστες των οικονομικών καταστάσεων σε σχέση με την φύση, το ποσό, το χρονοδιάγραμμα και την αβεβαιότητα των εσόδων και ταμειακών ροών που προκύπτουν από μία σύμβαση με πελάτη.

Για την εκπλήρωση του σκοπού του ΔΠΧΑ 15 πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η βασική αρχή του ΔΠΧΑ 15, σύμφωνα με την οποία μία οντότητα αναγνωρίζει έσοδα που σχετίζονται με την μεταβίβαση αγαθών ή υπηρεσιών προς τους πελάτες, σε τιμή που αντικατοπτρίζει το τίμημα που η οντότητα προσδοκεί ότι δικαιούται για την ανταλλαγή αγαθών ή υπηρεσιών.

Κατά την εφαρμογή του ΔΠΧΑ 15, μία οντότητα θα πρέπει να εξετάζει τους όρους της σύμβασης με τον πελάτη καθώς και όλα τα σχετικά γεγονότα και περιστάσεις.

Το ΔΠΧΑ 15 προσδιορίζει τον λογιστικό χειρισμό ατομικής σύμβασης με πελάτη. Ωστόσο στη πράξη μία οντότητα μπορεί να εφαρμόσει το ΔΠΧΑ 15 σε ένα χαρτοφυλάκιο συμβάσεων ή υποχρεώσεων απόδοσης (performance obligations) με όμοια χαρακτηριστικά, αν η οντότητα λογικά αναμένει ότι οι επιδράσεις στις οικονομικές καταστάσεις από την εφαρμογή των διατάξεων του ΔΠΧΑ 15 στο χαρτοφυλάκιο συμβάσεων δεν θα διαφέρει ουσιαστικά αν το ΔΠΧΑ 15 εφαρμοζόταν σε κάθε μία ατομική σύμβαση ξεχωριστά. Κατά τον λογιστικό χειρισμό χαρτοφυλακίων συμβάσεων, μία οντότητα θα κάνει χρήση εκτιμήσεων και παραδοχών που αντικατοπτρίζουν το μέγεθος και τη σύνθεση του χαρτοφυλακίου.

3. Πεδίο Εφαρμογής

Το ΔΠΧΑ 15 εφαρμόζεται σε όλες τις συμβάσεις με πελάτες, εκτός από τις ακόλουθες περιπτώσεις:

  • Συμβάσεις μισθώσεων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του ΔΛΠ 17 «Μισθώσεις».
  • Ασφαλιστικές συμβάσεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής το ΔΠΧΑ 4 «Ασφαλιστικές Συμβάσεις».
  • Χρηματοοικονομικά μέσα και λοιπά συμβατικά δικαιώματα ή υποχρεώσεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του ΔΠΧΑ 9 «Χρηματοοικονομικά Μέσα», του ΔΠΧΑ 10 «Ενοποιημένες Οικονομικές Καταστάσεις», ΔΠΧΑ 11 «Από Κοινού Συμφωνίες», ΔΛΠ 27 «Ατομικές Οικονομικές Καταστάσεις» και ΔΛΠ 28 «Επενδύσεις σε Συγγενείς και Κοινοπραξίες».
  • Μη χρηματικές ανταλλαγές μεταξύ οντοτήτων στον ίδιο επιχειρηματικό τομέα που σκοπό έχουν την διευκόλυνση πωλήσεων σε πελάτες ή ενδεχόμενους πελάτες.

Το ΔΠΧΑ 15 εφαρμόζεται μόνο σε συμβάσεις που ο αντισυμβαλλόμενος είναι πελάτης.

4. Αναγνώριση Εσόδων

Το ΔΠΧΑ 15 εισαγάγει ένα νέο μοντέλο αναγνώρισης εσόδων βάσει πέντε βασικών βημάτων, τα οποία επιγραμματικά είναι:

Βήμα 1: Προσδιορισμός της σύμβασης για την πώληση αγαθών ή την παροχή υπηρεσιών (Identify the Contract).

Βήμα 2: Προσδιορισμός των ξεχωριστών υποχρεώσεων που απορρέουν από τη σύμβαση με τον πελάτη (Identify the separate performance obligations within a contract).

Βήμα 3: Προσδιορισμός του τιμήματος συναλλαγής (Determine the transaction price).

Βήμα 4: Κατανομή του τιμήματος συναλλαγής στις υποχρεώσεις που απορρέουν από τη σύμβαση (Allocate the transaction price to the performance obligations in the contract).

Βήμα 5: Αναγνώριση εσόδου καθώς η οντότητα ικανοποιεί τις υποχρεώσεις της που απορρέουν από τη σύμβαση με τον πελάτη (Recognise revenue when or as a performance obligation is satisfied).

5. Αναλυτικά το νέο Μοντέλο Αναγνώρισης Εσόδων

Βήμα 1: Προσδιορισμός της σύμβασης για την πώληση αγαθών ή την παροχή υπηρεσιών.

Σύμβαση για πώληση αγαθών ή παροχή υπηρεσιών είναι μία συμφωνία μεταξύ δύο ή περισσότερων μερών, η οποία δημιουργεί εκτελεστέα συμβατικά δικαιώματα και υποχρεώσεις.

Η σύμβαση για πώληση αγαθών ή παροχή υπηρεσιών μπορεί να είναι γραπτή, προφορική, ή σύμφωνα με άλλες συνήθεις επιχειρηματικές πρακτικές.

Μία οντότητα αναγνωρίζει έσοδο μόνο αν η σύμβαση πληροί τα ακόλουθα κριτήρια:

  • Η σύμβαση έχει εγκριθεί από τα μέρη της σύμβασης και έχουν δεσμευτεί να εκτελέσουν τις υποχρεώσεις τους που απορρέουν από την σύμβαση.
  • Η οντότητα μπορεί να προσδιορίσει τα δικαιώματα κάθε μέρους της σύμβασης αναφορικά με τα αγαθά ή υπηρεσίες που θα μεταβιβαστούν.
  • Η οντότητα μπορεί να προσδιορίσει τους όρους πληρωμής που αφορούν τα αγαθά ή υπηρεσίες που θα μεταβιβαστούν.
  • Η σύμβαση έχει εμπορική ουσία.
  • Είναι πιθανό ότι η οντότητα θα εισπράξει το τίμημα στο οποίο θα έχει δικαίωμα για την μεταβίβαση των αγαθών ή υπηρεσιών προς τον πελάτη.

Βήμα 2: Προσδιορισμός των ξεχωριστών υποχρεώσεων που απορρέουν από τη σύμβαση με τον πελάτη.

Ξεχωριστές υποχρεώσεις απόδοσης (Performance obligations) είναι οι υποσχέσεις ότι θα μεταβιβαστούν συγκεκριμένα αγαθά ή υπηρεσίες στον πελάτη.

Μερικές συμβάσεις προβλέπουν δύο ή περισσότερες ξεχωριστές υποχρεώσεις.

Για παράδειγμα:

  • Μία οντότητα υπογράφει μία σύμβαση με πελάτη για πώληση αυτοκινήτου συμπεριλαμβανομένου δωρεάν συντήρηση για ένα χρόνο.
  • Μία οντότητα υπογράφει μία σύμβαση με πελάτη για την διεξαγωγή πέντε εκπαιδευτικών σεμιναρίων με την υποχρέωση να προμηθεύσει τους συμμετέχοντες με εγχειρίδιο του εκπαιδευτικού υλικού την πρώτη μέρα του πρώτου σεμιναρίου.

Οι ξεχωριστές υποχρεώσεις που απορρέουν από κάθε σύμβαση πρέπει να προσδιορίζονται. Αν για παράδειγμα τα αγαθά (το αυτοκίνητο) ή υπηρεσίες (δωρεάν συντήρηση) ως συνήθεις δραστηριότητες πωλούνται ξεχωριστά, τότε αποτελούν ξεχωριστές υποχρεώσεις αν περιλαμβάνονται σε μία σύμβαση.

Είναι πιθανό ξεχωριστές υποχρεώσεις να μην περιορίζονται στα αγαθά ή υποχρεώσεις που ρητά αναφέρονται σε μία σύμβαση. Οι συνήθεις επιχειρηματικές πρακτικές μίας οντότητας πιθανώς να δημιουργούν μία προσδοκία ότι η οντότητα θα μεταβιβάσει αγαθά ή υπηρεσίες στον πελάτη.

Εγγυήσεις

Η παροχή εγγύησης είναι μία διαβεβαίωση ότι ένα προϊόν θα λειτουργήσει όπως προορίζεται. Σε αυτή την περίπτωση η εγγύηση αναγνωρίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του ΔΛΠ 37 «Προβλέψεις, Ενδεχόμενες Υποχρεώσεις και Ενδεχόμενα Περιουσιακά Στοιχεία».

Αν όμως ο πελάτης έχει την επιλογή να αγοράσει εγγύηση ξεχωριστά, τότε πρέπει να αναγνωριστεί ως μία ξεχωριστή υποχρέωση. Αυτό σημαίνει ότι μέρος του τιμήματος συναλλαγής (transaction price) θα κατανεμηθεί για την παροχή εγγύησης.

Βασικός Προμηθευτής Αγαθών και Υπηρεσιών ή Αντιπρόσωπος

Μία οντότητα πρέπει να αποφασίσει κατά πόσο η ξεχωριστή υποχρέωση που απορρέει από μία σύμβαση προβλέπει:

  • Την παράδοση αγαθών ή υπηρεσιών από την ίδια την οντότητα (Βασικός Προμηθευτής), ή
  • την ανάθεση σε τρίτο μέρος να παραδώσει τα αγαθά ή τις υπηρεσίες (Αντιπρόσωπος).

Στην περίπτωση που μία οντότητα ενεργεί ως αντιπρόσωπος, το έσοδο που αναγνωρίζεται βασίζεται στην αμοιβή ή την προμήθεια που η οντότητα θα δικαιούται.

Βήμα 3: Προσδιορισμός του τιμήματος συναλλαγής.

Το τίμημα συναλλαγής (transaction price) είναι το αντάλλαγμα που η οντότητα αναμένει ότι θα έχει δικαίωμα στη συναλλαγή μεταβίβασης των αγαθών ή υπηρεσιών προς τον πελάτη. Ποσά που εισπράττονται εκ μέρους άλλων μερών όπως για παράδειγμα η είσπραξη ΦΠΑ (εισπράττεται εκ μέρους του κράτους) δεν είναι μέρος του τιμήματος συναλλαγής.

Κατά τον προσδιορισμό του τιμήματος συναλλαγής, τα ακόλουθα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη:

  • Μεταβλητό αντάλλαγμα.
  • Η ύπαρξη σημαντικής χρηματοδότησης που είναι ενσωματωμένη στην σύμβαση.
  • Μη ταμειακά ανταλλάγματα.
  • Αντάλλαγμα πληρωτέο προς τον πελάτη.

Μεταβλητό Αντάλλαγμα

Σε περίπτωση που το αντάλλαγμα που προβλέπεται από μία σύμβαση περιλαμβάνει ένα μεταβλητό ποσό, η οντότητα πρέπει να εκτιμήσει το ποσό στο οποίο έχει δικαίωμα από την συναλλαγή για εκπλήρωση των ξεχωριστών της υποχρεώσεων.

Το εκτιμώμενο ποσό του μεταβλητού ανταλλάγματος συμπεριλαμβάνεται στο τίμημα συναλλαγής μόνο αν είναι πολύ πιθανό ότι μία σημαντική μεταστροφή στο ποσό των σωρευτικών εσόδων που έχουν αναγνωριστεί δεν θα συμβεί όταν η αβεβαιότητα έχει λυθεί.

Επιστροφές

Στην περίπτωση που αγαθά πωλούνται με δικαίωμα επιστροφής από τον πελάτη στον πωλητή, τότε το τίμημα συναλλαγής θεωρείται μεταβλητό αντάλλαγμα. Μία οντότητα πρέπει να εκτιμήσει το μεταβλητό αντάλλαγμα και να αποφασίσει κατά πόσο θα το συμπεριλάβει ή όχι στο τίμημα συναλλαγής.

Μία οντότητα αναγνωρίζει μία υποχρέωση επιστροφής χρημάτων αν έχει λάβει από τον πελάτη της αντάλλαγμα και αναμένει ότι θα επιστρέψει στον πελάτη μέρος ή όλο το αντάλλαγμα. Η υποχρέωση επιστροφής χρημάτων επιμετράται στο ποσό του ανταλλάγματος που έχει εισπραχθεί ή είναι εισπρακτέο και για το οποίο η οντότητα δεν αναμένει ότι θα έχει δικαίωμα επί αυτού.

Χρηματοδότηση

Για τον προσδιορισμό του τιμήματος συναλλαγής, μία οντότητα πρέπει να αξιολογήσει κατά πόσο ο χρόνος πίστωσης παρέχει στον πελάτη ή στην ίδια την οντότητα χρηματοδοτικό όφελος (τόκος - χρηματοδότηση).

Σε περίπτωση που υφίσταται χρηματοδότηση, το αντάλλαγμα που λαμβάνεται πρέπει να προεξοφληθεί στην παρούσα του αξία χρησιμοποιώντας το επιτόκιο δανεισμού του πελάτη.

Οι πιο κάτω είναι ενδείξεις σημαντικής χρηματοδότησης:

  • Η διαφορά μεταξύ του αναμενόμενου ανταλλάγματος και της τιμής πώλησης σε μετρητά.
  • Ο χρόνος μεταξύ της ημερομηνίας μεταβίβασης των αγαθών ή υπηρεσιών προς τον πελάτη και της ημερομηνίας πληρωμής.

Μη Ταμειακά Ανταλλάγματα

Όλα τα μη ταμειακά ανταλλάγματα επιμετρούνται σε εύλογη αξία.

Σε περίπτωση που η εύλογη αξία μη ταμειακού ανταλλάγματος δεν είναι δυνατό να επιμετρηθεί, τότε επιμετράται στην τιμή πώλησης των αγαθών ή υπηρεσιών που θα παραδοθούν στον πελάτη.

Αντάλλαγμα Πληρωτέο προς τον Πελάτη

Σε περίπτωση που το αντάλλαγμα πληρώνεται προς πελάτη για αγαθά ή υπηρεσίες, τότε η συναλλαγή αυτή είναι βασικά συναλλαγή αγοράς και ο λογιστικός της χειρισμός είναι ο ίδιος όπως όλες οι αγορές από προμηθευτές.

Στην περίπτωση που το αντάλλαγμα που καταβάλλεται στον πελάτη δεν σχετίζεται με την μεταβίβαση αγαθών ή υπηρεσιών, τότε το ποσό της πληρωμής θεωρείται ως μείωση του τιμήματος συναλλαγής.

Βήμα 4: Κατανομή του τιμήματος συναλλαγής στις υποχρεώσεις που απορρέουν από τη σύμβαση.

Το σύνολο του τιμήματος συναλλαγής πρέπει να κατανέμεται σε κάθε υποχρέωση σε αναλογία της τιμής πώλησης του κάθε αγαθού ή υπηρεσίας.

Η καλύτερη απόδειξη της τιμής πώλησης είναι η παρατηρήσιμη τιμή των αγαθών ή υπηρεσιών, όταν η οντότητα διαθέτει τα αγαθά ή υποχρεώσεις ξεχωριστά σε παρόμοιες περιστάσεις και παρόμοιους πελάτες.

Σε περίπτωση που οι τιμές δεν είναι παρατηρήσιμες, τότε η οντότητα θα πρέπει να εκτιμήσει τις τιμές πώλησης των αγαθών ή υπηρεσιών ξεχωριστά.

Στην περίπτωση όπου προσφέρεται ποσοτική έκπτωση, αυτή κατανέμεται αναλογικά σε όλες τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τη σύμβαση, εκτός αν υπάρχουν ενδείξεις ότι αυτό θα ήταν λανθασμένο.

Βήμα 5: Αναγνώριση εσόδου καθώς η οντότητα ικανοποιεί τις υποχρεώσεις της που απορρέουν από τη σύμβαση με τον πελάτη.

Το έσοδο αναγνωρίζεται όταν η οντότητα ικανοποιεί τις υποχρεώσεις της που απορρέουν από μία σύμβαση με πελάτη. Οι υποχρεώσεις ικανοποιούνται όταν μεταβιβάζονται τα αγαθά ή υπηρεσίες που προσδιορίζονται στην σύμβαση στον πελάτη.

Για κάθε υποχρέωση που αναγνωρίζεται, η οντότητα πρέπει να προσδιορίσει κατά την σύναψη της σύμβασης, κατά πόσο ικανοποιεί την υποχρέωση της με την πάροδο του χρόνου ή αν ικανοποιεί την υποχρέωση της σε κάποιο συγκεκριμένο χρονικό σημείο.

Όταν μία οντότητα μεταβιβάζει τον έλεγχο αγαθών ή υπηρεσιών με την πάροδο του χρόνου, τότε ικανοποιεί τις υποχρεώσεις της και αναγνωρίζει έσοδα επίσης με την πάροδο του χρόνου, με τα ακόλουθα κριτήρια να ισχύουν:

  • Ο πελάτης απολαμβάνει τα οφέλη ταυτόχρονα με την εκπλήρωση των υποχρεώσεων της οντότητας,
  • η εκπλήρωση των υποχρεώσεων από την οντότητα δημιουργεί ένα περιουσιακό στοιχείο το οποίο ο πελάτης ελέγχει, ή
  • η εκπλήρωση των υποχρεώσεων από την οντότητα δεν δημιουργεί ένα περιουσιακό στοιχείο με εναλλακτική χρήση από την οντότητα και η οντότητα έχει δικαίωμα για πληρωμή για την εκπλήρωση της υποχρέωσης της.

Όταν η υποχρέωση ικανοποιείται με την πάροδο του χρόνου, μία οντότητα αναγνωρίζει έσοδα με την ίδια βάση, δηλαδή με την πάροδο του χρόνου, επιμετρώντας την πρόοδο ολοκληρωτικής ικανοποίησης της υποχρέωσης.

Κατάλληλες μέθοδοι για επιμέτρηση της προόδου περιλαμβάνουν:

  • Μέθοδοι παραγωγής (όπως επιμετρήσεις ολοκλήρωσης).
  • Μέθοδοι εισαγωγής (όπως αναλογία δεδουλευμένου κόστους σε σχέση με τα συνολικά αναμενόμενα κόστη).

Σε περίπτωση που η πρόοδος του έργου δεν μπορεί να επιμετρηθεί αξιόπιστα, τότε το έσοδο που αναγνωρίζεται ισούται με το ανακτήσιμο κόστος που έχει δαπανηθεί.

6. Κόστη Σύμβασης

Σύμφωνα με το ΔΠΧΑ 15 τα ακόλουθα συμβατικά κόστη πρέπει να κεφαλαιοποιούνται:

  • Τα αυξητικά κόστη για ολοκλήρωση μίας σύμβασης.

Κόστη που θα επιβάρυναν μία οντότητα ανεξάρτητα αν μία σύμβαση ολοκληρώνονταν ή όχι (π.χ. νομικά κόστη, οδοιπορικά) εξαιρούνται και δεν κεφαλαιοποιούνται.

  • Κόστη που είναι απαραίτητα για την ολοκλήρωση της σύμβασης, νοουμένου ότι δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής άλλου προτύπου, και νοουμένου ότι η οντότητα αναμένει ότι θα ανακτηθούν.

Τα κόστη που κεφαλαιοποιούνται για την ολοκλήρωση μίας σύμβασης αποσβένονται (χρεώνονται) στον λογαριασμό αποτελεσμάτων όταν αναγνωρίζεται το έσοδο της σύμβασης (αρχή των δεδουλευμένων).

7. Παρουσίαση στις Οικονομικές Καταστάσεις

Όταν μία οντότητα έχει αναγνωρίσει έσοδα πριν να έχει λάβει αντάλλαγμα, τότε αναγνωρίζει:

  • Μία απαίτηση αν το δικαίωμα στο τίμημα είναι χωρίς όρους,
  • ένα περιουσιακό στοιχείο που προκύπτει από την σύμβαση.

Μία οντότητα έχει δικαίωμα χωρίς όρους να λάβει το αντάλλαγμα αν για να εισπράξει το τίμημα συναλλαγής απαιτείται μόνο η πάροδος του χρόνου για να είναι πληρωτέο το αντάλλαγμα.

Μία συμβατική υποχρέωση πρέπει να αναγνωριστεί στην περίπτωση όπου η οντότητα έχει εισπράξει το τίμημα συναλλαγής πριν το σχετικό έσοδο έχει αναγνωριστεί.

8. Γνωστοποιήσεις

Το ΔΠΧΑ 15 απαιτεί τις ακόλουθες γνωστοποιήσεις:

  • Το συνολικό έσοδο από συμβάσεις με πελάτες που αναγνωρίζεται, περιλαμβανομένου των εσόδων που έχουν κατανεμηθεί σε κατάλληλες κατηγορίες.
  • Τα υπόλοιπα των συμβάσεων, περιλαμβανομένου των αρχικών και τελικών υπολοίπων των απαιτήσεων, των συμβατικών περιουσιακών στοιχείων και των συμβατικών υποχρεώσεων.
  • Των υποχρεώσεων απόδοσης.
  • Σημαντικών κρίσεων, και αλλαγών κρίσεων που έγιναν με σκοπό την υλοποίηση των απαιτήσεων της σύμβασης.
  • Τα περιουσιακά στοιχεία που αναγνωρίστηκαν που οφείλονται σε κόστη που έχει υποστεί η οντότητα είτε να επιτύχει την σύναψη και ολοκλήρωση μίας σύμβασης με πελάτες.

9. ΔΠΧΑ 15 και Κρίσεις Διοίκησης

Το ΔΠΧΑ 15 απαιτεί κρίσεις από την διοίκηση κατά την διάρκεια της εφαρμογής και των πέντε βημάτων αναγνώρισης εσόδων:

  • Δεν απαιτείται οι συμβάσεις με πελάτες να είναι σε γραπτή μορφή αλλά είναι πιθανό να προκύψουν μέσα από συνήθη επιχειρηματικές πρακτικές. Ως εκ τούτου μία οντότητα πρέπει να αξιολογήσει κατά πόσο έχει μία συμβατική υποχρέωση να παραδώσει αγαθά ή υπηρεσίες σε πελάτη.
  • Μία σύμβαση λογιστικοποιείται μόνο αν είναι πιθανό ότι η οντότητα θα εισπράξει το τίμημα συναλλαγής που δικαιούται. Κατά πόσο τα οφέλη είναι πιθανά είναι βασικά θέμα κρίσης της διοίκησης.
  • Η οντότητα πρέπει να αναγνωρίσει τις ξεχωριστές υποχρεώσεις απόδοσης σε μία σύμβαση. Ωστόσο, πρακτικές του παρελθόντος πιθανό να οδηγήσουν πελάτες να προσδοκούν σε μεταβίβαση αγαθών ή υπηρεσιών που δεν αναφέρονται σε μία σύμβαση. Ο προσδιορισμός των υποχρεώσεων απόδοσης εναπόκειται στην κρίση της διοίκησης τόσο για τους συμβατικούς όρους όσο και την επίδραση πρακτικών του παρελθόντος στις προσδοκίες των πελατών.
  • Μεταβλητά ανταλλάγματα πρέπει να συμπεριλαμβάνονται στο τίμημα συναλλαγής, αν είναι πολύ πιθανό ότι δεν θα συμβεί μία σημαντική αναστροφή στο ποσό των σωρευτικών εσόδων που αναγνωρίστηκαν. Αυτό πιθανό να εμπεριέχει την λήψη αποφάσεων που βασίζονται στην κρίση της διοίκησης αναφορικά με το κατά πόσο οι αποδόσεις που είναι συνδεδεμένες με τους στόχους της οντότητας θα επιτευχθούν.
  • Το τίμημα συναλλαγής πρέπει να κατανέμεται σε ξεχωριστές υποχρεώσεις απόδοσης που βασίζονται σε παρατηρήσιμες από μόνες τους τιμές πωλήσεως. Ωστόσο, χρειάζεται να εφαρμόζονται τεχνικές εκτίμησης αν δεν υπάρχουν παρατηρήσιμες τιμές πώλησης.
  • Σε περίπτωση που οι υποχρεώσεις απόδοσης ικανοποιούνται με την πάροδο του χρόνου, τα έσοδα αναγνωρίζονται με βάση το βαθμό προόδου ολοκλήρωσης της υποχρέωσης. Υπάρχουν διάφορες μέθοδοι να επιμετρηθεί η ολοκλήρωση, χρησιμοποιώντας είτε την μέθοδο εισροών ή την μέθοδο εκροών. Η διοίκηση πρέπει να κρίνει ποια μέθοδος αντικατοπτρίζει πιο ακριβοδίκαια την συναλλαγή.
  • Αν η ικανοποίηση της υποχρέωσης απόδοσης γίνεται σε κάποιο συγκεκριμένο χρονικό σημείο, η διοίκηση θα χρησιμοποιήσει την κρίση της για να προσδιορίσει την ημερομηνία που ο έλεγχος του περιουσιακού στοιχείου μεταβιβάζεται στον πελάτη.

Η ανάγκη λήψης αποφάσεων που βασίζονται στην κρίση της διοίκησης αυξάνει τον κίνδυνο η διοίκηση να παραποιήσει τα κέρδη. Σε αυτή την περίπτωση η συμμόρφωση με τον κώδικα δεοντολογίας από λογιστές και ελεγκτές είναι εξαιρετικά σημαντική.

Το κείμενο αποτελεί άρθρο του κ. Γιώργου Ιωσηφάκη, με τίτλο «ΔΠΧΑ 15 - Έσοδα από Συμβάσεις με Πελάτες» που δημοσιεύθηκε στο τεύχος Απριλίου 2017 του περιοδικού Epsilon7.




comments powered by Disqus
* Παρακαλούμε τα σχόλια να μην είναι σε greeklish. Σχόλια με υβριστικό ή προσβλητικό περιεχόμενο θα διαγράφονται χωρίς προειδοποίηση.
ΔΠΧΑ, Έσοδα, Οικονομικές καταστάσεις, Έσοδα από συμβάσεις με πελάτες