20/04/17 | Αρχική > Αρθρογραφία > Εργατικά και Πρακτικά

Πότε χαρακτηρίζεται μια σύμβαση παροχής υπηρεσιών ως σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, έργου ή ανεξάρτητων υπηρεσιών

1. Εισαγωγικά στοιχεία

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648,649,651και 653 του Αστικού Κώδικα και του άρθρου 6 του ΑΝ 765/1943, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 του Εισαγ. Νόμου ΑΚ, προκύπτει ότι:

Σύμβαση μισθώσεως παροχής εξαρτημένης εργασίας, επί της οποίας και μόνο εφαρμόζονται οι διατάξεις της Εργατικής νομοθεσίας, υπάρχει όταν κατά τους όρους της σχετικής συμφωνίας μεταξύ των συμβαλλομένων μερών (εργοδότης-μισθωτός), υποχρεούται ο μισθωτός να παρέχει την εργασία του αυτοπροσώπως στον εργοδότη για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, έναντι καταβολής μισθού, ανεξαρτήτως του τρόπου καθορισμού - προσδιορισμού και καταβολής αυτού, χωρίς περαιτέρω ευθύνη αυτού (μισθωτού) για την επίτευξη ορισμένου αποτελέσματος. Ο μισθωτός κατά την εκτέλεση της εργασίας του βρίσκεται σε νομική και προσωπική εξάρτηση έναντι του εργοδότη, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να καθορίζει τον τόπο, τον χρόνο, τον τρόπο και την έκταση της παροχής της, μέσα στα νόμιμα ή συμβατικά πλαίσια, κατά τρόπο δεσμευτικό για τον μισθωτό, δίνοντας σ' αυτόν τις αναγκαίες για τον σκοπό αυτό εντολές και οδηγίες τις οποίες είναι υποχρεωμένος να ακολουθεί και να εκτελεί, καθώς και με το δικαίωμα να ασκεί εποπτεία και έλεγχο για τη διαπίστωση συμμορφώσεως του μισθωτού προς αυτές.

Κύριος σκοπός της συμβάσεως εξηρτημένης εργασίας είναι, η παροχή εργασίας αυτή καθ' αυτή και σ' αυτή αποβλέ­πουν οι συμβαλλόμενοι (Ολ.ΑΠ 19/1 987 - ΑΠ 602/1988 - ΑΠ 1858/1988 - ΑΠ 278/1989 - ΑΠ 329/1990 - ΑΠ 1365/1990 - ΑΠ 1822/1990 - ΑΠ 1984/1990). Πρέπει να σημειωθεί ότι δεν έχει σημασία, για τον χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης παροχής εργασίας ως σύμβαση εξηρτημένης εργασίας, εάν η εργασία παρέχεται μέσα στους χώρους της επαγγελματικής εγκατάστασης του εργοδότη (γραφείο, κατάστημα, εργοστάσιο) ή εκτός αυτών (ΑΠ 893/1986 - ΑΠ 107/1987 - ΑΠ 460/1986 - ΑΠ 1855/1988 - ΑΠ 868/1989). Τέλος, σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μπορεί να συναφθεί και από ανεξάρτητο επαγγελματία, αφού δεν απαιτείται να παρέχεται αυτή κατά κύριο επάγγελμα (ΑΠ 460/1986 - ΑΠ 597/1973).

Σύμβαση παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών, υφίσταται όταν ο εργαζόμενος διατηρεί την ελευθερία και την πρωτοβουλία να καθορίζει ο ίδιος τις συνθήκες εργασίας του, χωρίς να υπόκειται στον έλεγχο του εργοδότη.

Ειδικότερα, ο φορέας της εργασίας διατηρεί πρωτοβουλία και ελευθερία ενέργειας, καθορίζοντας ο ίδιος τις συνθήκες εργασίας του, δηλαδή τον τόπο, τον χρόνο, τον τρόπο και την έκταση της παροχής. Δεν υπόκειται στον έλεγχο, στην εποπτεία και στην εξάρτηση του εργοδότου ως προς τον τόπο, τον χρόνο και τον τρόπο παροχής της εργασίας που του έχει ανατεθεί, χωρίς όμως και στην σύμβαση αυτή να αποκλείεται κάποια χαλαρή εξάρτηση του εργαζομένου από τον εργοδότη (ΑΠ 1898/1987 - ΑΠ 800/1987 - ΑΠ 1855/1988 - ΑΠ 333/1988 - ΑΠ 869/1989 - ΑΠ 329/1990 κ.λπ.).

Έχει κριθεί από τα δικαστήρια ότι υπάρχει σύμβαση ανεξάρτητων υπηρεσιών στην εργασία του λογιστή όταν αναλαμβάνει σποραδικά εγγραφές ή διατηρεί δικό του λογιστικό γραφείο και εξυπηρετεί περισσότερους πελάτες, ως ελεύθερος επαγγελματίας, στην υπηρεσία γιατρών που απλώς εργάζονται σε κλινικές χωρίς να υποχρεώνονται σε τακτική εργασία προς αυτές κ.λπ.. Η παρουσίαση των παραπάνω περιπτώσεων είναι ενδεικτική και θα πρέπει κάθε φορά να εξετάζονται τα συγκεκριμένα περιστατικά τα οποία χαρακτηρίζουν την παροχή εργασίας.

Σε κάθε περίπτωση, θα πρέπει να επισημανθεί ότι επιδό­ματα (δώρα) εορτών, αξίωση για υπερωρίες, αποζημίω­ση λόγω καταγγελίας της σύμβασης και άλλα παρεπό­μενα της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας δικαιώματα, προϋποθέτουν σχέση εξαρτημένης εργασίας. Ωστόσο, οι εργαζόμενοι με σχέσεις εργασίας στις οποίες υποκρύπτεται εξάρτηση, έχουν τα ίδια δικαιώματα στους χώρους εργασίας με τους υπόλοιπους εργαζομένους.

2. Διάκριση σύμβασης εξαρτημένης εργασίας και ανεξάρτητων υπηρεσιών

Η διάκριση ανάμεσα στην εξαρτημένη εργασία και τις λοιπές συγγενείς μορφές συμβάσεων είναι ιδιαιτέρα σημαντική, καθώς από τον ορθό χαρακτηρισμό της εκάστοτε σχέσης εξαρτάται η εφαρμογή των προστατευτικών διατάξεων του εργατικού δικαίου. Είναι γνωστό ότι η ύπαρξη σύμβασης ή σχέσης εξαρτημένης εργασίας, συνεπάγεται την εφαρμογή πληθώρας δικαιωμάτων και προστατευτικών διατάξεων προς όφελος των εργαζομένων, όπως η εφαρμογή των διατάξεων για τα ελάχιστα όρια αμοιβών, το δικαίωμα λήψης άδειας και επιδόματος αδείας, επιδομάτων Χριστουγέννων και Πάσχα, των διατάξεων περί ωραρίου και χρονικών ορίων εργασίας, περί καταγγελίας της σύμβασης εργασίας και λήψης αποζημίωσης απόλυσης αλλά και της κοινωνικής ασφάλισης στο ΙΚΑ. Τα παραπάνω, αναμφίβολα αποτελούν παράγοντες που επηρεάζουν τον οικονομικό προγραμματισμό των επιχειρή­σεων και δημιουργούν επιπρόσθετα κόστη. Παρατηρείται λοιπόν, συχνά το φαινόμενο σχέσεων συμβάσεων που βρίσκονται στα όρια μεταξύ εξαρτημένης εργασίας και ανεξάρτητης απασχόλησης, των οποίων ο χαρακτηρισμός αποτελεί ζήτημα εξέχουσας σημασίας, καθώς έχει πληθώρα συνεπειών τόσο σε οικονομικό όσο και σε κοινωνικό - πολιτικό επίπεδο. Το ζήτημα προφανώς δεν έχει αφήσει αδιάφορο τον νομοθέτη, ο οποίος με παρεμβάσεις επεδίωξε τη ρύθμισή του.

3. Το τεκμήριο της εξαρτημένης εργασίας

Δυσχέρειες ως προς τον χαρακτηρισμό των συμβάσεων ως εξαρτημένης ή μη

εξαρτημένης εργασίας, προκύπτουν επί ορισμένων μορφών απασχόλησης που χρησιμοποιούνται ευρύτατα σήμερα, όπως η κατ' οίκον απασχόληση, η τηλεργασία, το φασόν κ.λπ.. Οι μορφές αυτές απασχόλησης έχουν αρκετές αρνητικές πλευρές για τους εργαζομένους, όπως μειωμένη αμοιβή, έλλειψη προστασίας κατά την απόλυση, στέρηση δικαιωμάτων που απορρέουν από τη σύμβαση εργασίας (διάφορων επιδομάτων), αλλά και συλλογικών δικαιωμάτων που έχουν οι εργαζόμενοι με σταθερό καθεστώς εργασίας.

Προς αντιμετώπιση των δυσχερειών αυτών θεσπίσθηκε με τον Ν. 2639/1998 άρθρο 1 όπως τροποποιήθηκε και ισχύει με το άρθρο 1του Ν. 3846/2010 τεκμήριο υπέρ της ύπαρξης εξαρτημένης εργασίας.

Σύμφωνα με τον άρθρο 1 του Ν. 3846/2010 , «Εγγυήσεις για την εργασιακή ασφάλεια και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ Α΄ 66), με το οποίο αντικαταστάθηκε η παρ. 1 του άρθρου 1 του Ν. 2639/1998 , ορίζεται ότι: «Η συμφωνία μεταξύ εργοδότη και απασχολούμενου για παροχή υπηρεσιών ή έργου, για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ιδίως στις περιπτώσεις αμοιβής κατά μονάδα εργασίας (φασόν), τηλεργασίας και κατ` οίκον απασχόλησης, τεκμαίρεται ότι υποκρύπτει σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, εφόσον η εργασία παρέχεται αυτοπροσώπως, αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στον ίδιο εργοδότη για εννέα (9) συνεχείς μήνες».

Με την παραπάνω διάταξη εισήχθη το θετικό τεκμήριο της ύπαρξης εξαρτημένης εργασίας, υπό τις προϋποθέσεις: α) να απασχολείται ο εργαζόμενος αυτοπροσώπως και κατά κύριο λόγο (τουλάχιστον) στον ίδιο εργοδότη και β) να διαρκεί η απασχόληση για 9 μήνες συνεχώς. Η εισαγωγή του παραπάνω θετικού τεκμηρίου, τροποποίησε το προηγούμενο νομοθετικό πλαίσιο, υπό τον Ν. 2639/1998 σύμφωνα με το οποίο υπήρχε αρνητικό τεκμήριο, καθώς προβλεπόταν ότι η μεταξύ εργοδότη και απασχολούμενου συμφωνία για παροχή υπηρεσιών ή έργου, για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ιδίως στις περιπτώσεις αμοιβής κατά μονάδα εργασίας (φασόν), τηλεργασίας και κατ' οίκον απασχόλησης, τεκμαίρεται ότι δεν υποκρύπτει σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, εφόσον η συμφωνία αυτή καταρτίζεται εγγράφως και γνωστοποιείται μέσα σε δεκαπέντε (15) ημέρες στην οικεία Επιθεώρηση Εργασίας. Τα τεκμήριο αυτό ωστόσο, δεν ίσχυε αν ο απασχολούμενος προσέφερε την εργασία του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στον ίδιο εργοδότη. Πρέπει να σημειωθεί ότι, το θετικό τεκμήριο της ύπαρξης εξαρτημένης εργασίας του Ν. 3846/2010, είναι μαχητό γεγονός που σημαίνει ότι υπάρχει δυνατότητα ανταπόδειξης.

Αντίστοιχα και στη νομοθεσία του ΙΚΑ προβλέπεται ότι, σε περίπτωση δυσχερούς διάκρισης σχετικά με το αν η εργασία ενός προσώπου είναι εξαρτημένη ή όχι, ισχύει εκ του νόμου τεκμήριο υπέρ της εξαρτημένης εργασίας. Και σε αυτή την περίπτωση όμως, το τεκμήριο είναι μαχητό, καθώς ανατρέπεται εάν αποδεικνύεται κάθε φορά κατά τρόπο βέβαιο και σαφή ότι η παρεχόμενη εργασία δεν είναι εξαρτημένη.

4. Οι θεωρίες και η νομολογία

Το ζήτημα της διάκρισης μεταξύ εξαρτημένης εργασίας και συγγενών μορφών έχει απασχολήσει σε μεγάλο βαθμό και την θεωρία και τη νομολογία του εργατικού δικαίου. Άλλωστε η κρίση και ο νομικός χαρακτηρισμός της εκάστοτε σύμβασης, αποτελεί έργο των Δικαστηρίων. Για την κατάφαση της ύπαρξης σχέσης εξαρτημένης εργασίας έχουν διατυπωθεί διαχρονικά τέσσερις κυρίως θεωρίες. Συγκεκριμένα έχει διατυπωθεί: α) Η θεωρία της προσωπικής εξάρτησης. β) Η θεωρία της νομικής εξάρτησης. γ) Η θεωρία της λειτουργικής ή οργανικής εξάρτησης. δ) Η θεωρία της οικονομικής εξάρτησης. Τελικώς στη νομολογία επικράτησε η θεωρία της προσωπικής νομικής εξάρτησης χωρίς αυστηρή διάκριση μεταξύ τους, με την υιοθέτηση όμως ορισμένων κριτήριων και των άλλων δύο θεωριών. Έτσι, σύμφωνα με την κρατούσα θέση αποφασιστικό κριτήριο για την ύπαρξη σχέσης εξαρτημένης εργασίας, και κατά συνέπεια για την εφαρμογή των προστατευτικών διατάξεων του εργατικού δικαίου είναι ο καθορισμός του τόπου, του τρόπου και του χρόνου παροχής εργασίας από τον εργοδότη.

Σύμφωνα με τα παραπάνω, η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου έχει κρίνει ότι:

i) Σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας που συμφωνήθηκε και στον μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο πληρωμής του και ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη.

Η εξάρτηση αυτή εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο εντολές και οδηγίες, ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της ερ­γασίας και να ασκεί εποπτεία και έλεγχο για την διαπίστωση της συμμορφώσεως του εργαζομένου προς αυτές.

ii) Αντίθετα, σύμβαση ανεξάρτητων υπηρεσιών υπάρχει όταν ο εργαζόμενος παρέχει αντί μισθού τις υπηρεσίες του, χωρίς όμως να υπόκειται στον έλεγχο και την εποπτεία του εργοδότη ή να είναι υποχρεωμένος να συμμορφώνεται προς τις εντολές και οδηγίες αυτού, ιδίως ως προς τον τρόπο και τον χρόνο παροχής των υπηρεσιών του. Στη περίπτωση της σύμβασης ανεξάρτητων υπηρεσιών υπάρχει μεν κάποια δέσμευση και εξάρτηση, ή οποία μπορεί να έχει σχέση και με τον τόπο ή τα χρονικά πλαίσια παροχής της εργασίας, χωρίς όμως να υποδηλώνει εξάρτηση του εργαζομένου από τον εργοδότη, με την παραπάνω έννοια.

Βασικό στοιχείο που διακρίνει την εξαρτημένη εργασία από την ανεξάρτητη είναι το ποιοτικό στοιχείο, και συγκεκριμένα η ιδιαίτερη ποιότητα της δέσμευσης και εξάρτησης, η οποία έχει για τον εργαζόμενο συνέπειες που καθιστούν δικαιολογημένη την ειδική προστασία του από το εργατικό δίκαιο και όχι το ποσοτικό στοιχείο δηλαδή η σώρευση περισσότερων ενδείξεων δέσμευσης και εξάρτησης. Το ποιοτικό στοιχείο, που διαφέρει κατά περίπτωση, συνάγεται από την εκτίμηση των όρων και των εν γένει συνθηκών εργασίας, ανάλογα με το είδος και την φύση της εργασίας, και συνδυαζόμενο με τις υφιστάμενες ενδείξεις εξάρτησης, παρέχει ασφαλέστερο κριτήριο για την διάκριση της εξαρτημένης εργασίας από την ανεξάρτητη.

Τέλος, πρέπει να γίνει σαφές ότι ανεξαρτήτως των συμφωνιών των μερών η κρίση αν μια σχέση αποτελεί ή όχι εξαρτημένη εργασία ανήκει στα Δικαστήρια τα οποία είναι αρμόδια να προβούν στον ορθό νομικό χαρακτηρισμό της σχέσης. Έτσι ο Δικαστής αφού εκτιμήσει το σύνολο των εκάστοτε πραγματικών περιστατικών και συγκεκριμένων περιστάσεων θα κρίνει με ποιά νομική σχέση συνδέονται τα μέρη, ανεξάρτητα από το νομικό χαρακτήρα που έδωσαν αυτά για τη σχέση που τα συνδέει. Για το λόγο αυτό, είναι σημαντικότερη όλων η πραγματική κατάσταση και η δυνατότητα απόδειξής της εάν και εφόσον υπάρξει ανάγκη.

5. Τα κριτήρια που στοιχειοθετούν τον χαρακτήρα μιας εργασιακής σχέσης ως εξαρτημένης

Η στοιχειοθέτηση του χαρακτήρα μιας εργασιακής σχέσης ως εξαρτημένης, προκύπτει από τη συνδυαστική κάθε φορά συνδρομή μιας σειράς ειδικότερων κριτηρίων, όπως το σταθερό (ημερήσιο, εβδομαδιαίο) ωράριο και ο προσδιοριζόμενος από τον εργοδότη τόπος παροχής της εργασίας, η διάθεση από τον εργοδότη των μέσων παραγωγής (εργαλεία, πρώτες ύλες κ.λπ.), η προσδιοριζόμενη από τον εργοδότη μέθοδος εκτέλεσης της εργασίας, η ένταξη του εργαζομένου σε μια ιεραρχικά οργανωμένη υπηρεσία ή εκμετάλλευση, η δυνατότητα πειθαρχικού ελέγχου, ο τρόπος και η μέθοδος αμοιβής (προσδιορισμός μισθού), η φορολογική και κοινωνικοασφαλιστική μεταχείριση του εργαζομένου (παρακράτηση και απόδοση φόρου μισθωτών υπηρεσιών και η υπαγωγή στην ασφάλιση του ΙΚΑ), η παροχή εργασίας σε συγκεκριμένο εργοδότη και όχι η διάθεση του (ημερήσιου, εβδομαδιαίου, μηνιαίου) εργασιακού χρόνου του εργαζομένου σε περισσότερους εργοδότες.

Τα στοιχεία αυτά δεν είναι απαραίτητο να συντρέχουν ταυτόχρονα σε κάθε εργασιακή σχέση προκειμένου να χαρακτηριστεί ως εξαρτημένη, ούτε είναι δυνατόν να ιεραρχηθούν κατά σπουδαιότητα. Και αυτό γιατί με σχέση εξαρτημένης εργασίας μπορεί να απασχολείται τόσο ένας ανειδίκευτος εργάτης όσο και ένας υπάλληλος σε ιεραρχικά διευθυντική θέση, ή ακόμη και ένας κατ' οίκον εργαζόμενος, ένας «τηλεεργαζόμενος» ή ένας πωλητής. Υπάρχουν περιπτώσεις εργασιακών σχέσεων που διαφέρουν πολύ μεταξύ τους ως προς τον χαρακτήρα τους, ώστε ανάλογα με τον χαρακτήρα αυτό, κάποια από τα παραπάνω κριτήρια κάποιες φορές να εμφανίζονται ιδιαίτερα αδύναμα (π.χ. υπαγωγή στην ελεγκτική εξουσία του εργοδότη, καθορισμός του τόπου και του χρόνου εργασίας) ή ακόμη και να λείπουν εντελώς, ή εάν λόγω του χαρακτήρα της παρεχόμενης εργασίας ο μισθωτός δεν είναι δυνατόν να ενταχθεί σε μια συγκεκριμένη οργανωμένη υπηρεσία ή εκμετάλλευση (π.χ. στην περίπτωση του κατ' οίκον εργαζομένου, του τηλεεργαζόμενου ή του πλασιέ κ.λπ.).

Η υπαγωγή του εργαζομένου στην ασφάλιση του ΙΚΑ θεωρείται στοιχείο το οποίο, σε συνδυασμό με τα υπόλοιπα στοιχεία, δημιουργεί ενδείξεις για την ύπαρξη σχέσης εξαρτημένης εργασίας, ενώ η μη ασφάλιση του εργαζομένου στο ΙΚΑ και η ασφάλισή του σε άλλον κοινωνικοασφαλιστικό μηχανισμό (π.χ. ΟΑΕΕ) δεν αρκεί από μόνη της να αναιρέσει τον χαρακτήρα της έννομης σχέσης ως σύμβασης εξαρτημένης εργασίας.

Κατά πάγια δικαστηριακή νομολογία, σχέση εξαρτημένης εργασίας υφίσταται όταν ο εργοδότης έχει το δικαίωμα της διεύθυνσης και εποπτείας της εργασίας και καθορίζει τον χρόνο, τον τόπο, τον τρόπο και τις λοιπές συνθήκες της παροχής της, ο δε εργαζόμενος είναι υποχρεωμένος να συμμορφώνεται.

6. Εν κατακλείδι

Οι κανόνες που διέπουν το εργατικό δίκαιο, καθώς και οι κανόνες κοινωνικής ασφάλισης, εφαρμόζονται μόνο στις περιπτώσεις που υφίσταται σχέση εξαρτημένης εργασίας. Στη σημερινή όμως οικονομική συγκυρία, κατά την οποία το εργατικό δίκαιο δοκιμάζεται και υφίσταται απορρύθμιση, παρατηρείται το φαινόμενο υποκατάστασης της εξαρτημένης, με τη μη εξαρτημένη εργασία. Δηλαδή, προκειμένου να αποφευχθεί η καταβολή δικαιωμάτων τα οποία συνδέονται άμεσα με τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, υιοθετούνται ή αντικαθίστανται με άλλες μορφές συμβάσεων που συχνά υποκρύπτουν καταστρατήγηση των κανόνων του εργατικού δικαίου, όπως με τη σύμβαση έργου ή τη σύμβαση ανεξάρτητων υπηρεσιών.

Όταν υπάρχει αμφιβολία αν υπάρχει σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ή άλλου είδους σύμβαση παροχής εργασίας, τότε θα πρέπει να εξετάζεται το περιεχόμενο της σύμβασης, η βούληση των μερών, αλλά και οι συνθήκες υπό τις οποίες παρέχεται η εργασία. Ο χαρακτηρισμός μιας σύμβασης ως εξαρτημένης εργασίας, σύμβασης έργου ή ανεξάρτητων υπηρεσιών ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο δεν δεσμεύεται από τον χαρακτηρισμό που έχουν προσδώσει σε αυτήν τα συμβαλλόμενα μέρη, δεδομένου ότι η έννοια της εξάρτησης είναι έννοια νομική. Το Δικαστήριο για να κρίνει, θα λάβει υπόψη του το σύνολο του περιεχομένου της σύμβασης, καθώς και τους όρους και τις πραγματικές συνθήκες και τα περιστατικά κάτω από τα οποία λειτούργησε η εργασιακή σχέση, αφού ληφθούν υπόψη η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη.

Το κείμενο αποτελεί απόσπασμα από άρθρο του κ. Βασίλειου Παπαβασιλείου, με τίτλο «Πότε χαρακτηρίζεται μια σύμβαση παροχής υπηρεσιών ως σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, έργου ή ανεξάρτητων υπηρεσιών» που δημοσιεύθηκε στο τεύχος Μαρτίου 2017 του περιοδικού Epsilon7.



comments powered by Disqus
* Παρακαλούμε τα σχόλια να μην είναι σε greeklish. Σχόλια με υβριστικό ή προσβλητικό περιεχόμενο θα διαγράφονται χωρίς προειδοποίηση.
Εξαρτημένη εργασία, Ανεξαρτήτων υπηρεσιών