Κατά τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 1 του Ν.Δ.2655/1953 , η διάκριση του μισθωτού ως εργάτη ή υπαλλήλου εξαρτάται από το είδος, τη φύση και τη μορφή της παρεχόμενης εργασίας, δηλαδή από στοιχεία καθαρώς αντικειμενικά, τα οποία συγκροτούν το ουσιαστικό κριτήριο διάκρισης και όχι από τον περιεχόμενο στη ατομική σύμβαση εργασίας χαρακτηρισμό αυτού ή από τον τρόπο αμοιβής του βάσει του νόμιμου νομοθετημένου κατώτατου μισθού ή ημερομισθίου.
Η διάκριση μεταξύ υπαλλήλων και εργατών γίνεται με βάση το ουσιαστικό κριτήριο και όχι με βάση το τυπικό, εφόσον δεν υπάρχει διάταξη νόμου με την οποία να προσδίδεται η συγκεκριμένη ιδιότητα. Αν δηλαδή η εργασία προέρχεται κατά κύριο λόγο από την καταβολή σωματικής ενέργειας πρόκειται για εργάτη, ενώ αν είναι προϊόν πνευματικής ενέργειας πρόκειται για υπάλληλο.
Ο τρόπος πληρωμής ενός μισθωτού, με μηνιαίο μισθό ή με ημερομίσθιο, δεν αποτελεί κριτήριο με βάση το οποίο να κατατάσσεται στην κατηγορία του υπαλλήλου ή του εργάτη. Συνεπώς, όσοι μισθωτοί αμείβονται με μηνιαίο μισθό δεν χαρακτηρίζονται για το λόγο αυτό και μόνο ως υπάλληλοι και τούτο γιατί υπάρχουν μισθωτοί που αν και αμείβονται με μηνιαίο μισθό, εν τούτοις παρέχουν σωματική εργασία ή υπηρεσίες υπηρετικού προσωπικού και κατόπιν τούτου χαρακτηρίζονται ως εργάτες ή υπηρέτες αντίστοιχα.
Στο πλαίσιο αυτό είναι δυνατόν οι ημερομίσθιοι να χαρακτηρισθούν ως υπάλληλοι ή εργατοτεχνίτες, ανάλογα με τις υπηρεσίες που παρέχουν. Παράλληλα και όσοι αμείβονται με μηνιαίο μισθό δεν χαρακτηρίζονται για μόνο το λόγο αυτό ως υπάλληλοι, γιατί μπορεί η εργασία που παρέχουν να είναι εργασία εργατοτεχνίτη.
Πάντως , παρά τη συνήθη πρακτική, είναι σαφώς επιτρεπτή από τη νομολογία των Δικαστηρίων, η καταβολή μισθού στους εργατοτεχνίτες και αντίστοιχα, ημερομισθίου στους υπαλλήλους.
Κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα , εφόσον δεν υφίσταται συλλογική ρύθμιση ( ΣΣΕ , ΔΑ) κανονιστικής ισχύος που να ορίζει κάτι διαφορετικό , είναι δυνατόν κατά την εκτίμηση μας , κατόπιν ατομικής συμφωνίας εργοδότη και εργαζόμενων , σύννομα να συμφωνηθεί ότι οι ελάχιστες αμοιβές των εργαζόμενων αυτών θα καθορίζονται από τον εκάστοτε ισχύοντα νόμιμο νομοθετημένο κατώτατο μισθό ή ημερομίσθιο .
Στο πλαίσιο αυτό είναι κατά την εκτίμηση μας δυνατή , η μετατροπή του τρόπου αμοιβής από ημερομίσθιο σε μισθό μόνο κατόπιν έγγραφης συμφωνίας μεταξύ εργοδότη και εργαζόμενου και με την προύπόθεση ότι δεν υφίσταται κανονιστικής ισχύος συλλογική σύμβαση εργασίας που να ρυθμίζει τον τρόπο αμοιβής ενός εργαζόμενου.
Σημειώνεται ότι, η εν λόγω αλλαγή θεωρείται τροποποίηση ουσιώδους όρου της σύμβασης εργασίας και επομένως θα πρέπει να υποβληθεί στο Π.Σ. ΕΡΓΑΝΗ ΙΙ το έντυπο «Ψηφιακή Δήλωση Μεταβολής Στοιχειων Εργασιακής Σχέσης», με τα νέα στοιχεία.
Ωστόσο, σε περίπτωση που η αλλαγή γίνει μονομερώς απο τον εργοδότη και επιφέρει δυσμενείς συνέπειες στον εργαζόμενο ή δεν τηρούνται τα νομοθετημένα κατώτατα όρια αποδοχών, δύναται να χαρακτηριστεί ως βλαπτική μεταβολή από τα ελληνικά δικαστήρια.