Η αύξηση κεφαλαίου είναι ένα από τα πλέον συνήθη εργαλεία χρηματοδότησης μίας εταιρείας. Στο πλαίσιο αυτό μπορεί να κατατεθούν χρήματα από εταίρους/μετόχους εν όψει μιας σκοπούμενης αύξησης κεφαλαίου. Τι γίνεται, όμως, εάν η αύξηση εν τέλει δεν ολοκληρωθεί;
Η αύξηση κεφαλαίου μίας εταιρείας ξεκινάει με μία απόφαση της Γενικής Συνέλευσης των μετόχων/εταίρων και σε εκτέλεση αυτής οι μέτοχοι/εταίροι που συμμετέχουν στην αύξηση καταθέτουν το ποσό της αύξησης στον εταιρικό λογαριασμό. Πριν την οριστική κατάθεση οι μέτοχοι δύνανται να καταθέσουν τα ποσά σε προσωρινό λογαριασμό προς αύξηση κεφαλαίου και η κεφαλαιοποίηση να γίνει σε μεταγενέστερο χρόνο.
Βασικά σημεία που εξετάζονται από τις ελεγκτικές αρχές όταν απαντώνται ποσά προοριζόμενα για αύξηση κεφαλαίου είναι τα εξής:
- Εξετάζεται εάν η κατάθεση είναι σύμφωνη με το εταιρικό συμφέρον.
Οι φορολογικές αρχές εξετάζουν τις καταθέσεις και κατά πόσον αυτές εξυπηρετούν τις ανάγκες της επιχείρησης.
Σημειώνουμε πως, σε κάθε περίπτωση, θα πρέπει τα ποσά που κατατίθενται να δικαιολογούνται από τα εισοδήματα των εταίρων/μετόχων.
- Χρόνος παραμονής ως προσωρινή κατάθεση πριν την ολοκλήρωση της οριστικής αύξησης
Σύμφωνα με το άρθρο 26 του N. 4308/20214 ορίζεται ότι: «1. Τα στοιχεία της καθαρής θέσης περιλαμβάνουν:
(…)
α.2) οποιασδήποτε εισφοράς των ιδιοκτητών εφόσον υπάρχει ανέκκλητη δέσμευση κεφαλαιοποίησής της και υποχρέωση της οντότητας για έκδοση μετοχών ή άλλων συμμετοχικών τίτλων προς τους συνεισφέροντες εντός δώδεκα (12) μηνών από την ημερομηνία της εισφοράς».
Συμπεραίνεται ότι, εάν η κεφαλαιοποίηση δεν γίνει εντός της ανωτέρω προθεσμίας επιβάλλεται ψηφιακό τέλος συναλλαγής και καταλογίζονται τόκοι (βλ. ΔΕΔ 1620/2024).
Στο πλαίσιο άλλων αποφάσεων έχει κριθεί ότι η απαλλαγή από το τέλος χαρτοσήμου της κατάθεσης χρημάτων σε εμπορική εταιρεία για μελλοντική αύξηση του κεφαλαίου της τελεί υπό την απαραίτητη προϋπόθεση της πραγματοποίησης της αύξησης αυτής. Σε περίπτωση που δεν πραγματοποιηθεί η αύξηση του κεφαλαίου για οποιονδήποτε λόγο, θα πρέπει η λήπτρια των κατατεθέντων χρημάτων εταιρεία να επιστρέψει αυτά στον καταθέτη, προβαίνουσα σε σχετική εγγραφή στα βιβλία της (Δ.Ε.Δ. 1517/2017, Δ.Ε.Δ. 225/2020).
Βέβαια, αν οι καταθέσεις αυτές επιστρέφονται στους καταθέτες, τότε μπορεί να κριθεί ότι αυτό συνιστά δάνειο στην επιχείρηση και στην περίπτωση αυτή η κατάθεση επιβαρύνεται με ψηφιακό τέλος συναλλαγής 2,4% και τεκμαρτούς τόκους, με επιτόκιο το ισχύον για βραχυπρόθεσμες χορηγήσεις.
Εν κατακλείδι, είναι σκόπιμο τα χρήματα που προορίζονται για αύξηση κεφαλαίου να κεφαλαιοποιούνται σε σύντομο χρονικό διάστημα από την κατάθεσή τους, προκειμένου να αποφευχθεί τυχόν χαρακτηρισμός τους ως δάνειο/ταμειακή διευκόλυνση.
Το ανωτέρω κείμενο έχει ενημερωτικό χαρακτήρα και σε καμία περίπτωση δεν υποκαθιστά τις εξειδικευμένες συμβουλευτικές υπηρεσίες.
Για περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να απευθυνθείτε στην ARTION Α.Ε. (Πουρνάρα 9 Μαρούσι|+30 210 6009062| www.artion.gr).