| 1. Τα πρόσωπα που είναι νόμιμοι εκπρόσωποι, πρόεδροι, διαχειριστές, διευθύνοντες σύμβουλοι, εντεταλμένοι στη διοίκηση και εκκαθαριστές των νομικών προσώπων και νομικών οντοτήτων, όπως αυτές προσδιορίζονται στο άρθρο 3 του Ν. 4174/2013 (Κώδικας Φορολογικής Διαδικασίας, Α΄ 170), κατά τον χρόνο της διάλυσης ή συγχώνευσής τους, ευθύνονται προσωπικά και αλληλέγγυα και εις ολόκληρον για την καταβολή των ασφαλιστικών εισφορών, πρόσθετων τελών, προσαυξήσεων και λοιπών επιβαρύνσεων που οφείλονται από αυτά τα νομικά πρόσωπα και τις νομικές οντότητες προς τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης ανεξάρτητα από τον χρόνο βεβαίωσής τους, εφόσον συντρέχουν σωρευτικά οι κατωτέρω προϋποθέσεις: α. τα ανωτέρω πρόσωπα είχαν μια από τις ανωτέρω ιδιότητες είτε κατά τη διάρκεια λειτουργίας του νομικού προσώπου είτε κατά τον χρόνο λύσης, διάλυσης ή συγχώνευσής του είτε κατά τη διάρκεια της εκκαθάρισης του νομικού προσώπου, β. οι οφειλές κατέστησαν ληξιπρόθεσμες κατά τη διάρκεια της θητείας τους υπό κάποια εκ των ανωτέρω ιδιοτήτων, με την επιφύλαξη των επόμενων εδαφίων. Αν οι οφειλές διαπιστώνονται μετά από έλεγχο, ως αλληλεγγύως υπεύθυνα πρόσωπα κατά την έννοια της παραγράφου αυτής, νοούνται μόνο τα πρόσωπα στα οποία συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις των στοιχείων α΄ και γ΄ κατά το έτος ή την περίοδο στην οποία ανάγονται οι οφειλές αυτές. Σε περίπτωση που οι υπό παρ.1 οφειλές έχουν υπαχθεί σε ρύθμιση, η αλληλέγγυα ευθύνη βαραίνει και τα πρόσωπα στα οποία συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις των στοιχείων α΄ και γ΄ κατά τον χρόνο που κάθε δόση της ρύθμισης κατέστη ληξιπρόθεσμη ή η ρύθμιση απωλέσθηκε. Για τα ποσά των τόκων, των προσαυξήσεων, των προστίμων και των λοιπών χρηματικών κυρώσεων, η αλληλέγγυα ευθύνη βαραίνει τα πρόσωπα που είναι αλληλεγγύως υπεύθυνα για την κύρια οφειλή επί της οποίας υπολογίζονται και επιβάλλονται τα ποσά αυτά, γ. οι εν λόγω οφειλές δεν καταβλήθηκαν ή δεν αποδόθηκαν στο Δημόσιο από υπαιτιότητα των ανωτέρω προσώπων. Το βάρος απόδειξης για την μη ύπαρξη υπαιτιότητας, φέρουν τα υπό παραγράφου 1 πρόσωπα. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας δύνανται να ορίζονται ενδεικτικά περιπτώσεις έλλειψης υπαιτιότητας. Στα νομικά πρόσωπα ή νομικές οντότητες που συγχωνεύονται, ευθύνεται αλληλεγγύως με τα παραπάνω πρόσωπα για την πληρωμή των οφειλόμενων ασφαλιστικών εισφορών και των επ΄ αυτών τόκων, προστίμων και προσαυξήσεων και οποιωνδήποτε χρηματικών κυρώσεων του διαλυόμενου νομικού προσώπου και εκείνο ή εκείνη η νομική οντότητα που το απορρόφησε ή το νέο νομικό πρόσωπο ή η νέα νομική οντότητα που συστήθηκε, ανεξάρτητα από τον χρόνο βεβαίωσής τους. Σημείωση Ε.Ο.Ε7: Σύμφωνα με την παρ.3 του άρθρου 31 του Ν.4701/2020 (ΦΕΚ Α΄128/30-06-2020) στο άρθρο 66 του ν. 4646/2019 προστίθεται παρ. 44, η οποία ισχύει αναδρομικά από την έναρξη ισχύος του και έχει ως εξής: H παρ. 1 του άρθρου 31 του Ν. 4321/2015 (A΄32), όπως αντικαθίσταται με το άρθρο 64 του παρόντος και ισχύει από τη δημοσίευση του παρόντος, εφαρμόζεται και για οφειλές που είχαν βεβαιωθεί σε βάρος νομικών προσώπων και νομικών οντοτήτων πριν από τη θέση σε ισχύ του παρόντος και για τις οποίες ευθύνονται αλληλεγγύως, προσωπικά και εις ολόκληρον τα φυσικά πρόσωπα της παρ. 1 του άρθρου 31, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το άρθρο 64, καθώς και για κάθε άλλη περίπτωση που είχαν βεβαιωθεί οφειλές κατ΄ εφαρμογή άλλης διάταξης, με την οποία θεσπίζεται αλληλέγγυα ευθύνη για ασφαλιστικές εισφορές, πρόσθετα τέλη, τόκους, προσαυξήσεις και λοιπές επιβαρύνσεις προς τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης. Τα φυσικά πρόσωπα της παρ. 1 του άρθρου 31 του Ν. 4321/2015 (A΄32) δεν ευθύνονται για τις οφειλές αυτές, εφόσον δεν πληρούν τις προϋποθέσεις των περ. α), β) και γ) του άρθρου 64 του παρόντος και αίρονται τα σε βάρος τους ληφθέντα αναγκαστικά και άλλα μέτρα. Για την εφαρμογή του προηγούμενου εδαφίου, υποβάλλεται αίτηση μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2020 στις αρμόδιες υπηρεσίες του Κέντρου Είσπραξης Ασφαλιστικών Οφειλών (ΚΕΑΟ) που είναι αρμόδιο για την επιδίωξη της είσπραξης των ληξιπρόθεσμων ασφαλιστικών οφειλών. Η αίτηση μπορεί να υποβληθεί και για εκκρεμείς υποθέσεις. Η αρμόδια Υπηρεσία του ΚΕΑΟ εκδίδει πράξη, με την οποία αποδέχεται ή απορρίπτει την αίτηση. Κατά της απορριπτικής απόφασης ή της σιωπηρής απόρριψης της αίτησης μπορεί να ασκηθεί προσφυγή του άρθρου 63 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας. Ποσά που έχουν εισπραχθεί από τα πρόσωπα της παρ. 1 του άρθρου 31 του Ν. 4321/2015 (A΄ 32) δεν επιστρέφονται. | |