Στο τελευταίο εδάφιο του άρθρου 4 παρ. 1 του
ΑΝ 539/45 , όπως ισχύει , ορίζεται ότι «Η δικαιούμενη, κατ' έτος, άδεια πρέπει να εξαντλείται μέχρι το πρώτο τρίμηνο του επόμενου ημερολογιακού έτους».
Επίσης σύμφωνα με την απόφαση της ολομέλειας του Άρειου Πάγου 7/2019
, εργαζόμενος ευρισκόμενος σε αναρρωτική άδεια, εξαιτίας της οποίας δεν μπόρεσε να ασκήσει το δικαίωμά του για λήψη της ετήσιας άδειας μετ’ αποδοχών, δεν αποστερείται από το δικαίωμά του αυτό ακόμα και εάν η απουσία του υπερέβη τα όρια της βραχείας ασθένειας, καθώς δεν θεωρείται αδικαιολόγητη και δεν απομειώνει τις ημέρες της κανονικής του άδειας. Εφόσον ο εργαζόμενος δεν άσκησε αυτουσίως το δικαίωμα στην άδεια αναψυχής, αυτή μετατρέπεται σε χρηματική αξίωση και ο εργαζόμενος δικαιούται τις αποδοχές άδειας και το επίδομα άδειας λόγω του παρακολουθηματικού χαρακτήρα τους.
Mέ τη παρέλευση της 31/3/2026 , η αξίωση για την άδεια του ημερολογιακού έτους 2025 μετατρέπεται σε χρηματική , αφού δεν επιτρέπεται μεταφορά της αδείας σε επόμενο έτος (ΑΠ 1240/2014, AΠ 434/2011 ). Η μεταφορά είναι ανίσχυρη, έστω και αν έγινε με την συναίνεση του μισθωτού (AΠ 1234/2003 , ΑΠ 1970/2017 ΑΠ 1180/2017).
Κατά συνέπεια η αξίωση της υπόψη εργαζόμενης στην περίπτωση που δεν μπόρεσε να εξαντλήσει μέχρι 31/03/2026 τις ημέρες άδειας που εδικαιούτο κατά το ημερολογιακό έτος 2025 , καθότι ήταν σε άδειες κύησης και λοχείας , μετατρέπεται σε χρηματική αξίωση και σε καμία περίπτωση δεν είναι σύννομη η μεταφορά των ημερών αδείας σε επόμενο ημερολογιακό έτος.