Εμποροβιομηχανική εταιρεία του ν.89/67 όπως τροποποιήθηκε με το ν.3427/2005, έχει ως μία από τις δραστηριότητές της την λογιστική υποστήριξη της μητρικής αλλοδαπής εταιρείας. Σε αυτό το πλαίσιο εκδίδει, πάντα για λογαριασμό της μητρικής, τιμολόγια προμηθειών σε αλλοδαπούς πελάτες της μητρικής εταιρείας. Μέχρι πρόσφατα ο αλλοδαπός πελάτης έστελνε τα χρήματα του τιμολογίου σε λογαριασμό της μητρικής στο εξωτερικό. Τώρα κάποιοι πελάτες (προφανώς από τις αλλαγές που έχουν γίνει στο παγκόσμιο τραπεζικό σύστημα) θέλουν να στέλνουν τα χρήματα στην Ελλάδα απ’ όπου αποστέλλεται και το τιμολόγιο. Τα ερωτήματα είναι:
1) Οι εκδόσεις τιμολογίων (όπως περιγράφονται ανωτέρω) στα πλαίσια της λογιστικής υποστήριξης από την ελληνική εταιρεία για λογαριασμό της μητρικής, μπορεί να θεωρηθούν ότι αντίκεινται στην παρ. 1 του άρθρου 1 του α.ν. 89/1967 όπως τροποποιήθηκε και ισχύει ως προς το αντικείμενο της άσκησης δραστηριότητας;
2) Αν η ανωτέρω ενέργεια είναι σωστή και συμβατή με το νόμο, μπορεί η ελληνική εταιρεία να δέχεται στον τραπεζικό λογαριασμό της στην Ελλάδα την είσπραξη των ανωτέρω εσόδων, πάντα για λογαριασμό της μητρικής και όχι με το φόβο να θεωρηθούν ως δικά της έσοδα (από ανεξάρτητες από το σκοπό της δραστηριότητες);
3) Τα χρήματα μπορούν να έρχονται στην Ελλάδα και να προσμετρούνται στην υποχρεωτική εισαγωγή συναλλάγματος της μητρικής για τις υποχρεωτικές δαπάνες της ελληνικής εταιρείας; Δηλ. αν η μητρική έπρεπε να στείλει στην Ελλάδα π.χ. 120.000 ευρώ να στείλει τόσα λιγότερα όσα έχουν στείλει οι αντίστοιχοι πελάτες της στην Ελλάδα;
4) Αν μέσα σε μια χρονιά έρθουν χρήματα επιπλέον της υποχρεωτικής τιμολόγησης προς την μητρική (δαπάνες + cost plus), πρέπει αυτό το επιπλέον ποσό να θεωρηθεί ως προκαταβολή για την επόμενη χρονιά ή μπορεί και να αποσταλεί στη μητρική ως επιστροφή χρημάτων;