| ΓΕΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΩΝ & ΤΕΛΩΝΕΙΑΚΩΝ ΘΕΜΑΤΩΝ | Αθήνα, 19 Μαΐου 1992 | | ΓΕΝΙΚΗ Δ/ΝΣΗ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ | Αρ.Πρωτ.: 1046389 | | Δ/ΝΣΗ ΤΕΛΩΝ & ΕΙΔ. | ΠΟΛ. 1101 | | ΦΟΡ/ΓΙΩΝ - ΤΜΗΜΑ Β΄ | | Κοινοποίηση των διατάξεων του Ν. 1905/1990 «Για τη σύμβαση πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων και άλλες διατάξεις». Κοινοποιούμε κατωτέρω τις διατάξεις του Ν. 1905/1990 "Για τη σύμβαση πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων και άλλες διατάξεις», που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ 147Α/15.11.1990) και παρέχουμε τις ακόλουθες οδηγίες για την ορθή και ομοιόμορφη εφαρμογή τους, αναφορικά με θέματα αρμοδιότητάς μας (έμμεσης φορολογίας). 1. Γενικά. Η σύμβαση πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων ή σύμβαση factoring είναι σύγχρονος θεσμός του εμπορίου, που επιτρέπει στους παραγωγούς, εμπόρους και εξαγωγείς προϊόντων, να αναθέτουν σε ειδικευμένους φορείς την είσπραξη των απαιτήσεών τους. 2. Έννοια και περιεχόμενο της σύμβασης πρακτορείας επιχειρηματιών απαιτήσεων τρίτων (factoring). α) "Έννοια" Σύμβαση πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων ή σύμβαση factoring είναι η καταρτιζόμενη εγγράφως σύμβαση μεταξύ ενός κατά κύριο επάγγελμα προμηθευτή αγαθών ή υπηρεσιών και ενός πράκτορα επιχειρηματικών απαιτήσεων (factor), ο οποίος αναλαμβάνει να παρέχει στον προμηθευτή, για το διάστημα που συμφωνείται, έναντι αμοιβής, υπηρεσίες σχετικές με την παρακολούθηση και είσπραξη μιας ή μέρους ή του συνόλου των απαιτήσεων του προμηθευτή, ιδίως από συμβάσεις πώλησης αγαθών, παροχής υπηρεσιών σε τρίτους ή εκτέλεσης εργασιών (άρθρο 1 παρ. 1). Η ανωτέρω σύμβαση αναγγέλεται εγγράφως, με οποιονδήποτε πρόσφορο κατά τις συναλλαγές έγγραφο τρόπο, από τον πράκτορα ή τον προμηθευτή στον οφειλέτη (άρθρο 2 παρ. 1, 3). β) Περιεχόμενο. Ο πράκτορας των επιχειρηματικών απαιτήσεων (factor), ο οποίος στην ανωτέρω σύμβαση επέχει θέση εκδοχέα των χρηματικών απαιτήσεων του προμηθευτή, υποχρεούται να παράσχει σ΄ αυτόν ορισμένες υπηρεσίες, οι οποίες αποτελούν και το περιεχόμενο της πρακτορείας, δηλαδή το περιεχόμενο της ανωτέρω σύμβασης, όπως: - Εκχώρηση των απαιτήσεων στον πράκτορα με ή χωρίς δικαίωμα αναγωγής. - Εξουσιοδότηση για την είσπραξη των απαιτήσεων. - Διαχείριση των απαιτήσεων. - Λογιστική ή νομική παρακολούθηση των απαιτήσεων. - Χρηματοδότηση του προμηθευτή με προεξόφληση των απαιτήσεων. - Ολική ή μερική κάλυψη του πιστωτικού κινδύνου του προμηθευτή. Επίσης, αντικείμενο της ανωτέρω σύμβασης μπορεί να είναι και: - Μελλοντικές απαιτήσεις, που δεν έχουν γεννηθεί κατά το χρόνο σύναψης της σύμβασης(άρθρο 1 παρ. 2). - Ο καθορισμός, με την μορφή ειδικού ανοικτού λογαριασμού, του ύψους του πιστωτικού κινδύνου, που ο πράκτορας αναλαμβάνει να καλύψει κάθε φορά (άρθρο 1 παρ. 2). - Απαιτήσεις έναντι πελατών στο εξωτερικό, από εξαγωγική δραστηριότητα, καθώς και απαιτήσεις οίκων του εξωτερικού έναντι πελατών τους στην Ελλάδα από εισαγωγική δραστηριότητα (άρθρο 1 παρ. 3). - Οι συμβάσεις, που συνάπτονται μεταξύ πρακτόρων επιχειρηματικών απαιτήσεων, για την εκτέλεση των συμβάσεων των προαναφερόμενων παραγράφων 1, 2 και 3 του άρθρου 1 του ως άνω νόμου, και την άσκηση των εξ αυτών δικαιωμάτων (άρθρο 1 παρ. 4). 3. Φορείς, που ασκούν την πρακτορεία των επιχειρηματικών απαιτήσεων. Η δραστηριότητα των επιχειρηματικών απαιτήσεων, δηλαδή το factoring, ασκείται, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 4 του Ν. 1905/1990: α) Από τις Τράπεζες, που έχουν εγκατασταθεί και λειτουργούν νόμιμα στην Ελλάδα, και β) Από ανώνυμες εταιρίες, που έχουν συσταθεί, κατόπιν ειδικής άδειας της Τράπεζας της Ελλάδος με αποκλειστικό σκοπό την άσκηση της δραστηριότητας αυτής. 4. Φορολογικό καθεστώς. Με τις διατάξεις του άρθρου 6 του κοινοποιούμενου νόμου ορίζεται το φορολογικό καθεστώς, στο οποίο υπάγονται οι δραστηριότητες του νόμου αυτού και οι φορείς που τις ακούν. Συγκεκριμένα, όλες οι δραστηριότητες, που περιγράφονται στο άρθρο 1 και ασκούνται από τις εταιρίες της παραγράφου 1 του άρθρου 4, δηλαδή, τόσο από τις Τράπεζες, που έχουν εγκατασταθεί και λειτουργούν νόμιμα στην Ελλάδα, όσο και από τις ανώνυμες εταιρίες, που έχουν αποκλειστικό σκοπό την άσκηση των δραστηριοτήτων αυτών, αντιμετωπίζονται φορολογικά κατά ενιαίο τρόπο, με την υπαγωγή τους στο φόρο προστιθέμενης αξίας (ΦΠΑ). Ειδικότερα, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 6, το αντικείμενο των συμβάσεων του άρθρου 1 υπάγεται στις διατάξεις του Ν. 1642/1986 για την επιβολή του φόρου προστιθέμενης αξίας. Εξάλλου, με τη διάταξη της παρ. 2 του ίδιου άρθρου ορίζεται ρητά, ότι ως φορολογητέα αξία για τον υπολογισμό του φόρου προστιθέμενης αξίας της προηγούμενης παραγράφου λαμβάνονται υπόψη τα πάσης φύσεως ακαθάριστα έσοδα των φορέων της παρ. 1 του άρθρου 4, που προκύπτουν από τις δραστηριότητες του άρθρου 1, το αντικείμενο της οποίας αναλύθηκε ανωτέρω, χωρίς καμιά έκπτωση, με εξαίρεση το φόρο αυτό. Ο φόρος επιβάλλεται με τον ισχύοντα κάθε φορά συντελεστή του Πίνακα Β του Παραρτήματος 11 του Ν. 1642/1986 (σήμερα 8%). Όπως προκύπτει από την εισηγητική έκθεση επί του ανωτέρω νόμου, στο καθεστώς του φόρου προστιθέμενης αξίας υπάγεται το σύνολο των υπηρεσιών, που οι φορείς της παρ. 1 του άρθρου 4 παρέχουν, ανεξάρτητα από την κατ΄ ιδία ονοματολογία αυτών ή των αντίστοιχων επί μέρους συμβάσεων που συνάπτουν, και το φορολογικό καθεστώς στο οποίο κάθε μία από αυτές αυτοτελώς υπήγετο μέχρι την έναρξη εφαρμογής του κοινοποιούμενου νόμου. Εξαίρεση προβλέπεται μόνο για τα τυχόν οφειλόμενα πάγια τέλη επί των συμβάσεων η εγγράφων, τα οποία εξακολουθούν να επιβάλλονται παράλληλα με το φόρο προστιθέμενης αξίας. Διευκρινίζεται, ότι με τις ανωτέρω διατάξεις δεν θίγεται το καθεστώς των τυχόν οφειλόμενων φόρων και εισφορών υπέρ τρίτων, που θα εξακολουθούν να επιβάλλονται Από την ανωτέρω υπαγωγή στο καθεστώς του φόρου προστιθέμενης αξίας και τα οριζόμενα στην εισηγητική έκθεση του κοινοποιούμενου νόμου προκύπτει σαφώς, ότι οι συμβάσεις που αποτελούν αντικείμενο δραστηριότητας των φορέων της παρ. 1 του άρθρου 4, των παρεπόμενων αυτών συμφώνων και των ακαθάριστων εσόδων που προκύπτουν υπέρ των φορέων αυτών από την άσκηση της δραστηριότητάς τους(τόκοι, αμοιβή κτλ), δεν υπόκεινται σε αναλογικό τέλος χαρτοσήμου. Εξάλλου, εφόσον η ανωτέρω δραστηριότητα ασκείται από τράπεζες, δεν οφείλεται ειδικός φόρος τραπεζικών εργασιών για συμβάσεις και έσοδα, που εμπίπτουν στη δραστηριότητα αυτή και που πριν από την έναρξη ισχύος του κοινοποιούμενου νόμου θα υπήγοντο στο φόρο αυτό (ΕΦΤΕ). `Αλλωστε, εάν οι παραπάνω συμβάσεις και έσοδα υπάγονταν στον ειδικό φόρο τραπεζικών εργασιών αυτό θα ίσχυε μόνο για τις τράπεζες, που ασκούν το factoring και όχι για τις άλλες ανώνυμες εταιρίες, που είναι φορείς του factoring. Αυτό όμως θα ήταν αντίθετο με τις διατάξεις του κοινοτικού δικαίου, ως προς τη θέσπιση καθεστώτος, που να εξασφαλίζει ανόθευτο ανταγωνισμό εντός της κοινής αγοράς. Τέλος με το άρθρο 8 τροποποιείται η περίπτωση κστ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 18 του Ν. 1642/1986 και αναφέρεται ρητά, ότι οι εργασίες, που αφορούν πρακτορεία επιχειρηματικών απαιτήσεων, που ενεργείται από πρόσωπα, που ασχολούνται με τις εργασίες αυτές, δεν΄ καλύπτονται από την απαλλακτική αυτή διάταξη. Η διάταξη αυτή τέθηκε για την άρση κάθε αμφιβολίας ως προς την αντιμετώπιση των πράξεων αυτών, οι οποίες φορολογούνται, σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 6 του κοινοποιούμενου νόμου, όπως αναπτύχθηκε ανωτέρω. 5. "Έναρξη ισχύος. Με τη διάταξη του άρθρου 9 ορίζεται ο χρόνος έναρξης της ισχύος των διατάξεων του κοινοποιούμενου νόμου. Ειδικότερα, η ισχύς των διατάξεων αυτού αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, δηλαδή από 15 Νοεμβρίου 1990. |