Το έγγραφο προστέθηκε επιτυχώς!

Το έγγραφο προστέθηκε επιτυχώς στα αγαπημένα σας! Μπορείτε να το δείτε κάνοντας click εδώ.

Το έγγραφο υπάρχει ήδη!

Το έγγραφο υπάρχει ήδη στα αγαπημένα σας. Μπορείτε να το δείτε κάνοντας click εδώ.

Σφάλμα

Η εισαγωγή δεν μπορεί να ολοκληρωθεί.

Αποθήκευση σχολίου

Το σχόλιο σας αποθηκεύτηκε με επιτυχία!

Ανανέωση σχολίου

Το σχόλιο σας ανανεώθηκε με επιτυχία!

Αποστολή email

Το email σας στάλθηκε επιτυχώς!

Menu
Φόρτωση...

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

Αθήνα, 27.4.1994

ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ

Αρ.Πρωτ.: 104969

ΠΟΛ. 1099

ΘΕΜΑ:

Περαίωση εκκρεμών Φορολογικών Υποθέσεων - Προαιρετικός τρόπος επίλυσης φορολογικών διαφορών που προκύπτουν από τις εκκρεμείς υποθέσεις.

ΑΠΟΦΑΣΗ
Ο ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ

Έχοντας υπόψη:

1. Τις διατάξεις του άρθρου 14 του Ν. 2198/1994 (ΦΕΚ Α" 43).

2. Την 1026431/268/0006/2.3.1994 κοινή απόφα­ση του Πρωθυπουργού και Υπουργού Οικονομι­κών «Ανάθεση αρμοδιοτήτων Υπουργού Οικονομι­κών στους Υφυπουργούς των Οικονομικών» (ΦΕΚ Β΄ 154).

3. Ότι από τις διατάξεις της απόφασης αυτής δεν προκαλείται δαπάνη σε βάρος του Κρατικού Προϋπολογισμού.

Αποφασίζουμε

Καθορίζουμε προαιρετικό, ειδικό τρόπο επίλυ­σης των φορολογικών διαφορών που προκύπτουν από τις εκκρεμείς φορολογικές υποθέσεις, με σκοπό την περαίωση αυτών, ως ακολούθως:

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α·
ΕΝΝΟΙΟΛΟΓΙΚΟΙ ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΙ-ΓΕΝΙΚΕΣ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ

`Αρθρο 1
Εννοιολογικοί προσδιορισμοί

1. Για την εφαρμογή των διατάξεων της πα­ρούσας απόφασης, εκτός αν στα επόμενα άρ­θρα ορίζεται διαφορετικά, οι παρακάτω όροι νοούνται ως εξής:

α) Ο όρος «εκκρεμής υπόθεση φορολογίας ει­σοδήματος» σημαίνει τη δήλωση φορολογίας ει­σοδήματος ή τη δήλωση αποτελεσμάτων, για την οποία:

αα) δεν έχει αρχίσει ο έλεγχος ή έχει αρχίσει ο έλεγχος και δεν έχει εκδοθεί ή έχει εκδοθεί, αλλά δεν έχει καταχωρηθεί στο οικείο βιβλίο της Δ.Ο.Υ. το σχετικό φύλλο ελέγχου ή η πράξη προσδιορισμού αποτελεσμάτων ή έχει εκδοθεί προσωρινό φύλλο ελέγχου ή πράξη προσδιορι­σμού αποτελεσμάτων και έχει οριστικοποιηθεί (α­νέλεγκτη υπόθεση φορολογίας εισοδήματος),

ββ) έχει εκδοθεί, μετά το προσωρινό ή τακτικό έλεγχο, και έχει καταχωρηθεί στο οικείο βιβλίο της Δ.Ο.Υ. φύλλο ελέγχου ,ή πράξη προσδιορι­σμού αποτελεσμάτων, το οποίο δεν έχει κοινο­ποιηθεί ή έχει κοινοποιηθεί και εκκρεμεί για διοι­κητική επίλυση της διαφοράς ή εκκρεμεί στο πρωτοβάθμιο διοικητικό δικαστήριο, λόγω άσκη­σης εμπρόθεσμης προσφυγής, και δεν έχει συζη­τηθεί επί της ουσίας (ελεγμένη υπόθεση φορολο­γίας εισοδήματος).

β) Ο όρος «εκκρεμής υπόθεση λοιπών φορολο­γικών αντικειμένων» σημαίνει την οικεία δήλωση οποιασδήποτε άλλης φορολογίας, για την οποία συντρέχουν οι όροι της υποπερίπτωσης αα΄ ή ββ΄ της προηγούμενης περίπτωσης (ανέλεγκτη ή ελεγμένη, αντίστοιχα, υπόθεση λοιπών φορολογι­κών αντικειμένων).

γ) Ο όρος «παράβαση» σημαίνει την παράβαση των διατάξεων του Κ.Φ.Σ. (Π.Δ. 99/1977) ή του Κ.Β.Σ. (Π.Δ. 186/1992), η οποία:

αα) έχει οριστικοποιηθεί,

ββ) εκκρεμεί για διοικητική επίλυση της διαφο­ράς ή εκκρεμεί στο πρωτοβάθμιο διοικητικό δικα­στήριο, λόγω άσκησης εμπρόθεσμης προσφυγής, και δεν έχει συζητηθεί επί της ουσίας,

γγ) προκύπτει από έκθεση ελέγχου της αρμό­διας Δ.Ο.Υ. ή άλλης Δ.Ο.Υ. ή της ΥΠΕΔΑ και δεν έχει εκδοθεί ή έχει εκδοθεί και δεν έχει κοινοποιηθεί η σχετική απόφαση επιβολής προ­στίμου,

δδ) προκύπτει αναμφισβήτητα από δελτίο πλη­ροφοριών ή άλλο έγγραφο στοιχείο της αρμό­διας Δ.Ο.Υ. ή άλλης Δ.Ο.Υ. ή της ΥΠΕΔΑ ή άλλης αρχής ή από την αντιπαραβολή των δεδο­μένων έγγραφων στοιχείων του ΚΕΠΥΟ με τα αντίστοιχα δεδομένα της οικείας δήλωσης φορο­λογίας εισοδήματος ή της δήλωσης αποτελεσμά­των ή των εντύπων που τις συνοδεύουν, αλλά δεν έχει ακόμα συνταχθεί η σχετική έκθεση ε­λέγχου.

δ) Ο όρος «εμπορική επιχείρηση» σημαίνει επι­χείρηση του άρθρου 31 του Ν.Δ. 3323/1955.

ε) Ο όρος «γεωργική επιχείρηση» σημαίνει επι­χείρηση του άρθρου 38 του Ν.Δ. 3323/1955.

στ) Ο όρος «ελευθέριο επάγγελμα» σημαίνει ελευθέριο επάγγελμα του άρθρου 45 του Ν.Δ. 3323/1955.

ζ) Ο όρος «ακαθάριστες αμοιβές» σημαίνει το ακαθάριστο εισόδημα από υπηρεσίες ελευθέριων επαγγελμάτων.

η) Ο όρος «συντελεστής καθαρού κέρδους» σημαίνει:

αα) προκειμένου για επιτηδευματία που άσκη­σε εμπορική επιχείρηση πώλησης αγαθών, για την οποία δεν τήρησε βιβλία ή τήρησε βιβλία πρώτης κατηγορίας του Κ.Φ.Σ. ή του Κ.Β.Σ., νόμιμα ή όχι, τον προβλεπόμενο γι΄ αυτόν συντελε­στή καθαρού κέρδους, ο οποίος περιλαμβάνεται στον πίνακα της Ε. 17417/1770/23.12.1985 από­φασης μας, όπως ο πίνακας αυτός τροποποιήθη­κε ή συμπληρώθηκε με τις Ε. 3249/479/24.2.87, 1044615/15232/Γ0012/12.4.1989, 1022260/15511/Γ0012/5.3.1991,1110210/15080/Γ0012/ΠΟΛ. 1276/24.8.1993, 1116300/15081/Γ0012/ΠΟΛ. 1296/7.9.1993 και 1124873/15091/Γ0012/ΠΟΛ. 1321/30.9.1993 αποφάσεις μας, ή το μέσο όρο των συντελεστών της κατηγορίας αυτού του πίνακα στην οποία εντάσσεται ο επιτηδευματίας, εφόσον δεν προβλέπεται γι΄ αυτόν συντελεστής, ή το συντελεστή του επαγγέλματος για το οποίο πραγματοποιήθηκαν οι μεγαλύτερες αγορές, εφό­σον προβλέπονται γι΄ αυτόν περισσότεροι συντε­λεστές,

ββ) προκειμένου για επιτηδευματία που άσκησε εμπορική επιχείρηση πώλησης αγαθών, για την οποία τήρησε βιβλία δεύτερης κατηγορίας του Κ.Φ.Σ. ή του Κ.Β.Σ. ή τρίτης κατηγορίας (βιβλίο εσόδων - εξόδων, απογραφών) του Κ.Φ.Σ., νόμι­μα ή όχι, τον προβλεπόμενο γι΄ αυτόν συντελε­στή καθαρού κέρδους, ο οποίος περιλαμβάνεται στον πίνακα της Ε. 17418/1771/23.12.1985 από­φασης μας, όπως ο πίνακας αυτός τροποποιήθη­κε ή συμπληρώθηκε με τις Ε. 3250/480/ 24.2.1987, 1105572/15288/Γ0012/ΠΟΛ. 1228/3.10.1989, 1022260/15511/Γ0012/5.3.1991, 1110210/15080/Γ0012/ΠΟΛ. 1276/24.8.1993, 1116300/15081/Γ0012/ΠΟΛ. 1296/7.9.1993, 1115272/15083/Γ0012/ΠΟΛ. 1291/9.0.1993 και 1124873/15091/Γ0012/ΠΟΛ. 1321/30.9.1993 απο­φάσεις μας, ή το μέσο όρο των συντελεστών της κατηγορίας αυτού του πίνακα στην οποία εντάσσεται ο επιτηδευματίας, εφόσον δεν προ­βλέπεται γι΄ αυτόν συντελεστής, ή το συντελεστή του επαγγέλματος από το οποίο πραγματοποιή­θηκαν τα μεγαλύτερα ακαθάριστα έσοδα, εφό­σον προβλέπονται γι΄ αυτόν περισσότεροι συντε­λεστές,

γγ) προκειμένου για επιτηδευματία που άσκησε εμπορική επιχείρηση παροχής υπηρεσιών και δεν τήρησε βιβλία ή τήρησε βιβλία δεύτερης κατηγο­ρίας του Κ.Φ.Σ. ή του Κ.Β.Σ., νόμιμα ή όχι, τον προβλεπόμενο γι΄ αυτόν συντελεστή καθαρού κέρδους, ο οποίος περιλαμβάνεται στον πίνακα που αναφέρεται στην προηγούμενη υποπερίπτω­ση, ή το μέσο όρο των συντελεστών της κατη­γορίας αυτού του πίνακα στην οποία εντάσσεται ο επιτηδευματίας, εφόσον δεν προβλέπεται γι΄ αυτόν συντελεστής, ή το συντελεστή του επαγ­γέλματος από το οποίο πραγματοποιήθηκαν τα μεγαλύτερα ακαθάριστα έσοδα, εφόσον άσκησε περισσότερα επαγγέλματα παροχής υπηρεσιών,

δδ) προκειμένου για επιτηδευματία που άσκησε επιχείρηση του άρθρου 36α του ν.δ. 3323/1955 και δεν τήρησε βιβλία ή τήρησε βιβλία δεύτερης κατηγορίας του Κ.Φ.Σ. ή του Κ.Β.Σ., νόμιμα ή όχι, τον προβλεπόμενο γι΄ αυτόν συντελεστή κα­θαρού κέρδους, ο οποίος ορίζεται, κατά περί­πτωση, είτε με τις διατάξεις της παραγράφου 1 είτε με τις διατάξεις της παραγράφου 2 του ίδιου άρθρου, όπως το άρθρο αυτό ισχύει κατά τη δημοσίευση της παρούσας απόφασης, ή το συντελεστή της δραστηριότητας από την οποία πραγματοποιήθηκαν τα μεγαλύτερα ακαθάριστα έσοδα, εφόσον προβλέπονται γι΄ αυτόν περισσό­τεροι συντελεστές,

εε) προκειμένου για επιτηδευματία που άσκησε

γεωργική επιχείρηση και δεν τήρησε βιβλία ή τήρησε βιβλία δεύτερης κατηγορίας του Κ.Φ.Σ. ή του Κ.Β.Σ., νόμιμα ή όχι, τον προβλεπόμενο γι΄ αυτόν συντελεστή καθαρού κέρδους, ο οποίος ορίζεται, κατά περίπτωση, είτε με τις Ε. 14245/ ΠΟΛ 313/31.10.1986, 1026761/192/0012/ ΠΟΛ 1063/24.12.1989 και 1092052/1645/Α0012/ΠΟΛ 1267/17.12.1990 αποφάσεις μας είτε με τις δια­τάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 9 του ν.δ. 4535/1966 (ΦΕΚ Α 165), ή το μέσο όρο των συντελεστών που ορίζονται με τις παραπάνω α­ποφάσεις και διατάξεις, εφόσον δεν προβλέπεται γι΄ αυτόν συγκεκριμένος συντελεστής, ή το συντελεστή των προϊόντων από τα οποία πραγμα­τοποιήθηκαν τα μεγαλύτερα ακαθάριστα έσοδα, εφόσον προβλέπονται γι΄ αυτόν περισσότεροι συ­ντελεστές,

στστ) προκειμένου για επιτηδευματία που ά­σκησε ελευθέριο επάγγελμα και δεν τήρησε βι­βλία ή τήρησε βιβλία δεύτερης κατηγορίας του Κ.Φ.Σ. ή του Κ.Β.Σ., νόμιμα ή όχι, με εξαίρεση τον επιτηδευματία της επόμενης υποπερίπτωσης, τον προβλεπόμενο γι΄ αυτόν συντελεστή καθαρών αμοιβών, ο οποίος περιλαμβάνεται στον πίνακα της Ε. 16382/29.12.1987 απόφασης μας, ή το μέσο όρο των συντελεστών αυτού του πίνακα, μη λαμβανομένων υπόψη των συντελεστών που προβλέπονται για τους μηχανικούς όλων των κλάδων, εφόσον δεν προβλέπεται γι΄ αυτόν συ­ντελεστής ή το συντελεστή καθαρών αμοιβών που προβλέπεται για το ελευθέριο επάγγελμα στο οποίο αντιστοιχούν οι μεγαλύτερες ακαθάρι­στες αμοιβές, εφόσον ο επιτηδευματίας άσκησε περισσότερα ελευθέρια επαγγέλματα,

ζζ) προκειμένου για επιτηδευματία που άσκησε ελευθέριο επάγγελμα του μηχανικού ή του αρχι­τέκτονα και δεν τήρησε βιβλία ή τήρησε βιβλία δεύτερης κατηγορίας του Κ.Φ.Σ. ή του Κ.Β.Σ., νόμιμα ή όχι, τον προβλεπόμενο γι΄ αυτόν συντε­λεστή καθαρών αμοιβών, ο οποίος ορίζεται με τις διατάξεις της παραγράφου 5 του άρθρου 46 του ν.δ. 3323/1955, όπως το άρθρο αυτό αντικα­ταστάθηκε με την παράγραφο 3 του άρθρου 10 του Ν. 1828/1989, ή το μέσο όρο των συντελε­στών που ορίζονται με αυτές τις διατάξεις, εφό­σον δεν μπορεί να εντοπισθεί ο προβλεπόμενος γι΄ αυτόν συντελεστής, ή το συντελεστή της κα­τηγορίας μελετών από την οποία πραγματοποιή­θηκαν οι μεγαλύτερες ακαθάριστες αμοιβές, ε­φόσον προβλέπονται γι΄ αυτόν περισσότεροι συντελεστές,

ηη) προκειμένου για επιτηδευματία που άσκησε ελευθέρια επαγγέλματα και των δύο προηγούμε­νων υποπεριπτώσεων στστ΄ και ζζ΄ και δεν τήρη­σε βιβλία ή τήρησε δεύτερης κατηγορίας του Κ.Φ.Σ. ή του Κ.Β.Σ., νόμιμα ή όχι, το συντελεστή καθαρών αμοιβών που προβλέπεται για το ελευ­θέριο επάγγελμα στο οποίο αντιστοιχούν οι με­γαλύτερες ακαθάριστες αμοιβές, ο οποίος ορίζε­ται σύμφωνα με την υποπερίπτωση στστ΄ ή ζζ΄ , στην οποία εμπίπτει το επάγγελμα αυτό,

θθ) προκειμένου για επιτηδευματία που άσκησε οποιαδήποτε δραστηριότητα, εκτός από εμπορική επιχείρηση παροχής υπηρεσιών και ελευθέριο ε­πάγγελμα, και τήρησε βιβλία της τελευταίας κα­τηγορίας του Κ.Φ.Σ. ή του Κ.Β.Σ., το συντελεστή καθαρού κέρδους που προβλέπεται για το κύριο αντικείμενο της δραστηριότητας του, ο οποίος προσδιορίζεται με ανάλογη εφαρμογή της παρα­πάνω υποπερίπτωσης ββ΄ ή δδ΄ ή εε΄, εφόσον το κύριο αντικείμενο της δραστηριότητας του είναι, αντίστοιχα, ή εμπορική επιχείρηση πώλησης αγα­θών ή επιχείρηση του άρθρου 36α του Ν.Δ. 3323/1955 ή γεωργική επιχείρηση,

ιι) προκειμένου για επιτηδευματία που άσκησε εμπορική επιχείρηση παροχής υπηρεσιών ή ελευ­θέριο επάγγελμα ή άσκησε εμπορική επιχείρηση παροχής υπηρεσιών και ελευθέριο επάγγελμα και τήρησε βιβλία της τελευταίας κατηγορίας του Κ.Φ.Σ. ή του Κ.Β.Σ., το συντελεστή καθαρού κέρδους ή καθαρών αμοιβών, κατά περίπτωση που προβλέπεται για το κύριο αντικείμενο της δραστηριότητας του, ο οποίος προσδιορίζεται με ανάλογη εφαρμογή της παραπάνω υποπερίπτω­σης ΥΥ ή ζζ ή στστ΄ , εφόσον το κύριο αντικεί­μενο της δραστηριότητας του είναι, αντίστοιχα, ή εμπορική επιχείρηση παροχής υπηρεσιών ή ελευ­θέριο επάγγελμα του μηχανικού ή αρχιτέκτονα ή άλλο ελευθέριο επάγγελμα.

θ) Ο όρος «ανακλητική δήλωση» σημαίνει:

αα) προκειμένου για ανέλεγκτη υπόθεση φορο­λογίας εισοδήματος, τη δήλωση με την οποία ανακλήθηκαν αγορές ή ακαθάριστες αμοιβές ή ακαθάριστα έσοδα, καθώς και ακαθάριστο εισό­δημα οποιασδήποτε κατηγορίας, εφόσον αυτά λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό του κατά το άρθρο 5 βεβαιωτέου φόρου,

ββ) προκειμένου για ανέλεγκτη υπόθεση λοι­πών φορολογικών αντικειμένων, τη δήλωση με την οποία ανακλήθηκε φορολογητέα ύλη.

2. Για κάθε όρο του οποίου η έννοια δεν προσδιορίζεται με το άρθρο αυτό ή άλλο άρθρο της παρούσας απόφασης, λαμβάνεται υπόψη η έννοια την οποία έχει κατά την κείμενη νομοθε­σία.

`Αρθρο 2
Γενικές προϋποθέσεις και αποτελέσματα

Η κατά την παρούσα απόφαση περαίωση των εκκρεμών υποθέσεων φορολογίας εισοδήματος και λοιπών φορολογικών αντικειμένων πραγματο­ποιείται υποχρεωτικά κατά σειρά για την πρώτη εκκρεμή και τις συνεχόμενες με αυτή εκκρεμείς υποθέσεις που υπάγονται στη ρύθμιση αυτής της απόφασης.

2. Οι ανέλεγκτες υποθέσεις φορολογίας εισο­δήματος του επιτηδευματία περαιώνονται υπο­χρεωτικά όλες, μη επιτρεπομένης της περαίωσης ορισμένων από αυτές. Στην περίπτωση που κατά του επιτηδευματία έχει εκδοθεί, μετά από προ­σωρινό έλεγχο, φύλλο ελέγχου φορολογίας εισο­δήματος ή πράξη προσδιορισμού αποτελεσμάτων, που αναφέρεται σε διαχειριστική περίοδο που έ­κλεισε μέχρι και την 31η Δεκεμβρίου 1992 και δεν έχει οριστικοποιηθεί, η περαίωση αυτούτου φύλλου ελέγχου ή της πράξης κατά τις διατά­ξεις της παρούσας απόφασης αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την περαίωση των ανέλεγκτων υποθέσεων του φορολογίας εισοδήματος.

3. Η κατά τις διατάξεις της παρούσας περαίω­ση των παραπάνω εκκρεμών φορολογικών υποθέ­σεων γίνεται υπό τον όρο ότι ο ενδιαφερόμενος αποδέχεται τη βεβαίωση και καταβολή επιπλέον φόρου, χωρίς να συμψηφίζεται ή να εκπίπτεται ο φόρος που βεβαιώθηκε με βάση τις οικείες δη­λώσεις που υποβλήθηκαν, εκτός αν ορίζεται δια­φορετικά στην απόφαση αυτή.

4. Η κατά την παρούσα απόφαση περαίωση των ανέλεγκτων υποθέσεων τελεί υπό την απα­ραίτητη προϋπόθεση ότι η καταβολή της πρώτης δόσης γίνεται με την υπογραφή της προβλεπόμε­νης από την παράγραφο 3 του άρθρου 8 πρά­ξης·

5. Τα χρηματικά ποσά που καταβάλλονται στο Δημόσιο, κατ΄ εφαρμογή της παρούσας απόφα­σης, δεν αναζητούνται σε καμία περίπτωση.

6. Η ζημιά, που τυχόν περιλαμβάνεται στις περαιούμενες ανέλεγκτες υποθέσεις φορολογίας ει­σοδήματος, μεταφέρεται από τους δικαιούχους για συμψηφισμό με τα θετικά εισοδήματα τους των επόμενων ετών, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 4 του ν.δ. 3323/ 1955, όπως αυτές ίσχυαν κάθε φορά, ανεξάρτη­τα από την ύπαρξη οποιουδήποτε είδους παρα­βάσεων του Κ.Φ.Σ., ή του Κ.Β.Σ. γι΄ αυτές τις υποθέσεις.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄
ΠΕΡΑΙΩΣΗ ΑΝΕΛΕΓΚΤΩΝ ΥΠΟΘΕΣΕΩΝ

`Αρθρο 3
Υπαγόμενες υποθέσεις

1. Στη ρύθμιση που καθορίζεται με τις διατά­ξεις του παρόντος κεφαλαίου υπάγεται:

α) Κάθε ανέλεγκτη υπόθεση φορολογίας εισο­δήματος επιτηδευματία, η οποία αναφέρεται σε διαχειριστική περίοδο που έκλεισε μέχρι και την 31η Δεκεμβρίου 1992, ανεξάρτητα αν τηρήθηκαν βιβλία της προσήκουσας ή όχι κατηγορίας του Κ.Φ.Σ. ή του Κ.Β.Σ. ή δεν τηρήθηκαν βιβλία, νόμιμα ή όχι.

β) Κάθε ανέλεγκτη υπόθεση φορολογικών αντι­κειμένων επιτηδευματία, για την οποία η φορολο­γική υποχρέωση γεννήθηκε μέχρι και την παρα­πάνω ημερομηνία. Κατ΄ εξαίρεση, στην περίπτω­ση που ο επιτηδευματίας άσκησε δραστηριότητα σ΄ όλη τη διάρκεια του έτους 1992 και μεταγε­νέστερα και η διαχειριστική περίοδος του έληξε την 30η Ιουνίου 1992, υπάγεται κάθε ανέλεγκτη υπόθεση Φ.Μ.Υ., για την οποία η φορολογική υποχρέωση γεννήθηκε μέχρι και την 31η Δεκεμ­βρίου 1991.

γ) Κάθε υπόθεση για την οποία έχει υποβληθεί η οικεία δήλωση, σύμφωνα με τις 1026721/354/ Α0012/ΠΟΛ1059/13.3.1991, 1082131/1486/Α0012/ ΠΟΛ 1232/14.11.1990, 1105134/9050/0009/ΠΟΛ 1227/3.10.1989 και 670/ΠΟΛ 17/20.1.1988 αποφά­σεις μας, της οποίας η περαίωση εκκρεμεί λόγω άσκησης από τον επιτηδευματία προσφυγής, ε­φόσον η προσφυγή δεν έχει συζητηθεί επί της ουσίας και ο επιτηδευματίας παραιτηθεί αυτής με ανέκλητη δήλωση του, η οποία πρέπει να υποβληθεί στον προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. μέσα σε προθεσμία ενός μήνα από τη δημοσίευση της παρούσας απόφασης. Σ΄ αυτή την περίπτωση, εφαρμόζονται ανάλογα οι διατάξεις του τελευταί­ου εδαφίου της παραγράφου 3 του άρθρου 7.

`Αρθρο 4
Εξαιρούμενες υποθέσεις

Από τις κατά το προηγούμενο άρθρο υποθέ­σεις εξαιρείται:

α) Κάθε υπόθεση φορολογίας πλοίων, ακίνητης περιουσίας, μεταβίβασης ακινήτων, κληρονομιών -δωρεών - προικών - γονικών παροχών και αυτό­ματου υπερτιμήματος.

β) Κάθε υπόθεση επιτηδευματία του οποίου έ­χουν κατασχεθεί ανεπίσημα βιβλία ή στοιχεία και δεν έχει αρχίσει ή έχει αρχίσει η επεξεργασία τους, ανεξάρτητα του σταδίου στο οποίο βρίσκε­ται.

γ) Κάθε υπόθεση επιτηδευματία του οποίου ο έλεγχος έχει ανατεθεί σε ειδικό συνεργείο ελέγ­χου της παραγράφου 1 του άρθρου 39 του Ν. 1914/1990 (ΦΕΚ Α΄ 178).

δ) Κάθε υπόθεση στην οποία έχουν πραγματο­ποιηθεί συναλλαγές με πιστωτικές κάρτες και έ­χει διαπιστωθεί, μετά από μηχανογραφική επε­ξεργασία των στοιχείων και πιστωτικών καρτών, ότι τα ακαθάριστα έσοδα που προκύπτουν από τις πιστωτικές κάρτες υπερβαίνουν εκείνα που δηλώθηκαν.

ε) Κάθε υπόθεση επιτηδευματία που άσκησε ελευθέριο επάγγελμα, στην οποία οι ακαθάριστες αμοιβές του υπερβαίνουν το ποσό των τετρακο­σίων εκατομμυρίων (400.000.000) δραχμών.

στ) Κάθε υπόθεση επιτηδευματία που άσκησε επιχείρηση εμπορική ή γεωργική ή και τις δύο επιχειρήσεις, στην οποία τα ακαθάριστα έσοδα του υπερβαίνουν το ποσό των τριών δισεκατομ­μυρίων (3.000.000.000) δραχμών.

ζ) Κάθε υπόθεση για την οποία έχει κοινοποιη­θεί το σημείωμα με τις διαπιστώσεις του ελέγ­χου της παραγράφου 5 του άρθρου 30 του Κ.Β.Σ. ().

η) Κάθε υπόθεση στην οποία προκύπτει αναμ­φισβήτητα, από έκθεση ελέγχου ή δελτίο πληρο­φοριών ή άλλο έγγραφο στοιχείο της αρμόδιας Δ.Ο.Υ. ή άλλης Δ.Ο.Υ. ή της ΥΠΕΔΑ ή άλλης αρχής, η έκδοση ή η λήψη εικονικών ή πλαστών ως προς την ποσότητα ή την αξία ή τον αντι­συμβαλλόμενο φορολογικών στοιχείων διακίνησης ή αξίας.

θ) Κάθε υπόθεση για την οποία έχει υποβλη­θεί ανακλητική δήλωση, η οποία δεν έχει κριθεί, κατά περίπτωση, από τον προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. ή επί της ουσίας από το πρωτοβάθμιο διοικητικό δικαστήριο, εκτός αν ο επιτηδευματίας

παραιτηθεί της ανακλητικής δήλωσης ή της προ­σφυγής με ανέκλητη δήλωση του, η οποία πρέ­πει να υποβληθεί στον προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. μέσα σε προθεσμία ενός μήνα από τη δημοσίευ­ση της παρούσας απόφασης. Σ΄ αυτή την περί­πτωση, εφαρμόζονται ανάλογα οι διατάξεις του τελευταίου εδαφίου της παραγράφου 3 του άρ­θρου 7.

ι) Κάθε υπόθεση για την οποία θα υποβληθεί ανακλητική ή τροποποιητική δήλωση, οποιουδήποτε περιεχομένου, κατά τη διάρκεια ισχύος της παρούσας απόφασης.

ια) Κάθε υπόθεση για την οποία έχει υποβλη­θεί η οικεία δήλωση, σύμφωνα με τις 1026721/ 354/Α0012/ΠΟΛ. 1059/13.3.1991, 1082131/1486/ Α0012/ΠΟΛ.1232/14.11.1990, 1105134/9050/0009/ ΠΟΛ. 1227/3.10.1989 και 670/ΠΟΛ. 17/20.1.1988 αποφάσεις μας, και δεν έχει εκκαθαρισθεί από τη Δ.Ο.Υ.

`Αρθρο 5
Περαίωση υποθέσεων φορολογίας εισοδήματος

1. Η περαίωση κάθε μιας ανέλεγκτης υπόθε­σης φορολογίας εισοδήματος πραγματοποιείται με τη βεβαίωση φόρου, επιπλέον εκείνου που τυχόν βεβαιώθηκε με βάση τη δήλωση φορολο­γίας εισοδήματος ή τη δήλωση αποτελεσμάτων που υποβλήθηκε. Ο επιπλέον αυτός φόρος υπο­λογίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις των επόμε­νων παραγράφων.

2. Προκειμένου για επιτηδευματία που άσκησε εμπορική επιχείρηση πώλησης αγαθών και δεν τήρησε βιβλία ή τήρησε βιβλία πρώτης κατηγο­ρίας του Κ.Φ.Σ. ή του Κ.Β.Σ., νόμιμα ή όχι, το ποσό του βεβαιωτέου φόρου υπολογίζεται με τον πολλαπλασιασμό του συνόλου των δηλούμενων αγορών με το συντελεστή καθαρού κέρδους, τον πολλαπλασιασμό του προκύπτοντος γινομένου με συντελεστή εκκαθάρισης, που ορίζεται σε οκτώ εκατοστά (0,08) και τον περαιτέρω πολλαπλασια­σμό του νέου γινομένου με τον οικείο συντελε­στή προοδευτικότητας, ο οποίος είναι ανάλογος με το σύνολο των δηλούμενων αγορών και ορί­ζεται σύμφωνα με τον παρακάτω πίνακα:

ΔΗΛΟΥΜΕΝΕΣ ΑΓΟΡΕΣ

ΣΥΝΤ/ΤΗΣ ΠΡΟΟΔΕΥΤΙΚΟΤΗΤΑΣ

Μέχρι 50.000.000 δραχμές

1

Από 50.000.001 - 100.000.000 δραχμές

1,05

Από 100.000.001 - 200.000.000 δραχμές

1,10

Από 200.000.001 - 500.000.000 δραχμές

1,15

Από 500.000.001 δραχμές και πάνω

1,20

Εφόσον από τον κατά τα παραπάνω υπολογι­σμό προκύπτει ποσό μικρότερο των είκοσι πέντε χιλιάδων (25.000) δραχμών, το ποσό του βεβαιω­τέου φόρου ορίζεται στις είκοσι πέντε χιλιάδες (25.000) δραχμές.

3. Προκειμένου για επιτηδευματία που άσκησε εμπορική επιχείρηση πώλησης αγαθών και τήρη­σε βιβλία δεύτερης κατηγορίας του Κ.Φ.Σ. ή του Κ.Β.Σ. ή τρίτης κατηγορίας (βιβλίο εσόδων - εξόδων, απογραφών) του Κ.Φ.Σ., νόμιμα ή όχι, το ποσό του βεβαιωτέου φόρου υπολογίζεται σύμ­φωνα με τις διατάξεις της προηγούμενης παρα­γράφου 2 του παρόντος άρθρου. Στην περίπτω­ση αυτή λαμβάνεται υπόψη, αντί του συνόλου των δηλούμενων αγορών, το σύνολο των δηλού­μενων ακαθάριστων εσόδων, ανεξάρτητα της φο­ρολογικής μεταχείρισης τους, και το ελάχιστο ποσό του βεβαιωτέου φόρου ορίζεται στο ποσό:

α) των σαράντα χιλιάδων (40.000) δραχμών, όταν πρόκειται για επιτηδευματία που τήρησε βι­βλία δεύτερης κατηγορίας του Κ.Φ.Σ. ή του Κ.Β.Σ.,

β) των εξήντα χιλιάδων (60.000) δραχμών, ό­ταν πρόκειται για επιτηδευματία που τήρησε βι­βλία τρίτης κατηγορίας (βιβλίο εσόδων-εξόδων, απογραφών) του Κ.Φ.Σ.

4. Προκειμένου για επιτηδευματία που άσκη­σε εμπορική επιχείρηση παροχής υπηρεσιών ή επιχείρηση του άρθρου 36α του Ν.Δ. 3323/1955 ή γεωργική επιχείρηση ή το ελευθέριο επάγ­γελμα του μηχανικού ή του αρχιτέκτονα ή άλλο ελευθέριο επάγγελμα και δεν τήρησε βιβλία ή τήρησε βιβλία δεύτερης κατηγορίας του Κ.Φ.Σ. ή του Κ.Β.Σ., νόμιμα ή όχι, το ποσό του βεβαι­ωτέου φόρου υπολογίζεται σύμφωνα με τις δια­τάξεις της παραπάνω παραγράφου 2 του παρό­ντος άρθρου. Στην περίπτωση αυτή λαμβάνεται υπόψη, αντί του συνόλου των δηλουμένων αγο­ρών, το σύνολο των δηλούμενων ακαθάριστων εσόδων ή ακαθάριστων αμοιβών, κατά περίπτω­ση, ανεξάρτητα της φορολογικής μεταχείρισης τους, και το ελάχιστο ποσό του βεβαιωτέου φό­ρου ορίζεται στο ποσό:

α) των είκοσι πέντε χιλιάδων (25.000) δραχ­μών, όταν πρόκειται για επιτηδευματία που άσκη­σε γεωργική επιχείρηση και δεν τήρησε βιβλία,

β) των σαράντα χιλιάδων (40.000) δραχμών, όταν πρόκειται για άλλον επιτηδευματία.

Σε περίπτωση που ο επιτηδευματίας άσκησε περισσότερες από μια δραστηριότητες της πα­ρούσας παραγράφου και δεν τήρησε βιβλία ή τήρησε βιβλία δεύτερης κατηγορίας του Κ.Φ.Σ. ή του Κ.Β.Σ., το ποσό του βεβαιωτέου φόρου υπο­λογίζεται χωριστά για κάθε δραστηριότητα, σύμ­φωνα με τις διατάξεις των προηγούμενων εδα­φίων.

5. Προκειμένου για επιτηδευματία που άσκησε οποιαδήποτε δραστηριότητα, εκτός από εμπορική επιχείρηση παροχής υπηρεσιών και ελευθέριο ε­πάγγελμα, και τήρησε βιβλία της τελευταίας κα­τηγορίας του Κ.Φ.Σ. ή του Κ.Β.Σ., το ποσό του βεβαιωτέου φόρου υπολογίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις της παραπάνω παραγράφου 2 του πα­ρόντος άρθρου. Στην περίπτωση αυτή λαμβάνε­ται υπόψη, αντί του συνόλου των δηλούμενων αγορών, το σύνολο των δηλούμενων ακαθάρι­στων εσόδων, ανεξάρτητα της φορολογικής με­ταχείρισης τους, και το ελάχιστο ποσό του βε­βαιωτέου φόρου υπολογίζεται στο ποσό των εξή­ντα χιλιάδων (60.000) δραχμών.

6. Προκειμένου για επιτηδευματία που άσκησε εμπορική επιχείρηση παροχής υπηρεσιών ή ελευ­θέριο επάγγελμα ή άσκησε εμπορική επιχείρηση παροχής υπηρεσιών και ελευθέριο επάγγελμα και τήρησε βιβλία της τελευταίας κατηγορίας του Κ.Φ.Σ. ή του Κ.Β.Σ., το ποσό του βεβαιωτέου φόρου υπολογίζεται κατ΄ ανάλογη εφαρμογή της προηγούμενης παραγράφου 5 του παρόντος άρ­θρου.

7. Προκειμένου για επιτηδευματία που άσκησε δραστηριότητα της παραγράφου 5 και της πα­ραγράφου 6 του παρόντος άρθρου και τήρησε βιβλία της τελευταίας κατηγορίας του Κ.Φ.Σ. ή του Κ.Β.Σ., το ποσό του βεβαιωτέου φόρου υπο­λογίζεται χωριστά για κάθε δραστηριότητα και όπως ορίζεται με τις διατάξεις των παραγράφων αυτών.

8. Για τον υπολογισμό του ποσού βεβαιωτέου φόρου, στο σύνολο των δηλούμενων αγορών ή ακαθάριστων εσόδων ή ακαθάριστων αμοιβών, κατά περίπτωση, προστίθενται, αντίστοιχα, οι μη δηλωθείσες αγορές ή ακαθάριστα έσοδα ή ακα­θάριστες αμοιβές που προκύπτουν από παράβα­ση, με την προϋπόθεση ότι η αξία τους είναι απολύτως προσδιορισμένη. Για τον υπολογισμό του ποσού του βεβαιωτέου φόρου, προκειμένου για επιτηδευματία του άρθρου 16α του Ν.Δ. 3323/1955, εφαρμόζονται τα εξής:

α) Εφόσον αυτός υπάγεται, διαζευκτικά, σε μία από τις παραγράφους 3, 4 εδάφιο πρώτο, 5 και 6 του παρόντος άρθρου, το τυχόν ακαθάριστο εισόδημά του από οποιαδήποτε άλλη κατηγορία εισοδήματος, ανεξάρτητα από τη φορολογική με­ταχείριση του εισοδήματος αυτού, προστίθεται, κατά περίπτωση, στο σύνολο των δηλούμενων ακαθάριστων εσόδων ή ακαθάριστων αμοιβών του.

β) Εφόσον αυτός υπάγεται ή στις παραγρά­φους 3 και 4 εδάφιο πρώτο ή στις παραγρά­φους 3 και 4 εδάφιο τελευταίο ή στην παράγρα­φο 4 εδάφιο τελευταίο ή στην παράγραφο 7 του παρόντος άρθρου, το τυχόν ακαθάριστο ει­σόδημα του από οποιαδήποτε άλλη κατηγορία εισοδήματος, ανεξάρτητα από τη φορολογική με­ταχείριση του εισοδήματος αυτού, προστίθεται, κατά περίπτωση, στο σύνολο των δηλούμενων ακαθάριστων εσόδων ή ακαθάριστων αμοιβών της επικρατέστερης δραστηριότητας του. Ως επι­κρατέστερη θεωρείται η δραστηριότητα στην ο­ποία αντιστοιχούν τα μεγαλύτερα ακαθάριστα έ­σοδα ή ακαθάριστες αμοιβές.

γ) Το τυχόν εισόδημα του, που προέρχεται από συμμετοχή σε νομικό πρόσωπο, κοινωνία και κοινοπραξία, δεν λαμβάνεται υπόψη.

9. Το ποσό του βεβαιωτέου φόρου προσαυξά­νεται κατά ποσοστό είκοσι τοις εκατό (20%), ε­φόσον για την ανέλεγκτη υπόθεση φορολογίας εισοδήματος υπάρχουν μία ή περισσότερες πα­ραβάσεις, οι οποίες αναφέρονται σε:

α) μη εμφάνιση, στα βιβλία που τηρήθηκαν, αγορών ή ακαθάριστων αμοιβών ή ακαθάριστων εσόδων ή εξόδων ή εμφάνιση των στοιχείων αυ­τών ανακριβώς,

β) μη απογραφή εμπορεύσιμων περιουσιακών στοιχείων ή απογραφή αυτών ανακριβώς, γ) μη έκδοση ή έκδοση ανακριβών ως προς την ποσότητα ή την αξία φορολογικών στοιχείων διακίνησης ή αξίας ή λήψη ανακριβών τέτοιων στοιχείων.

10. Κατ΄ εξαίρεση, κάθε μία ανέλεγκτη υπόθε­ση φορολογίας εισοδήματος, για την οποία έχει εκδοθεί, μετά από προσωρινό έλεγχο του άρ­θρου 15 του Ν. 1563/1985 ή της παραγράφου 1 του άρθρου 50α του Ν.Δ. 3323/1955, φύλλο ε­λέγχου ή πράξη προσδιορισμού αποτελεσμάτων, που έχει οριστικοποιηθεί, περαιώνεται ως ακο­λούθως:

α) Προκειμένου για επιτηδευματία πρόσωπο του άρθρου 16α του Ν.Δ. 3323/1955, στην περί­πτωση που στην προσωρινή πράξη προσδιορι­σμού αποτελεσμάτων:

αα) υπολογίσθηκε διαφορά φόρου εισοδήμα­τος, το ποσό αυτής αφαιρείται από το ποσό του βεβαιωτέου κατά το παρόν άρθρο φόρου και βεβαιώνεται η προκύπτουσα θετική διαφορά. Αν η προκύπτουσα διαφορά είναι αρνητική, αυτή δεν επιστρέφεται και η υπόθεση θεωρείται πε­ραιωμένη,

ββ) δεν υπολογίσθηκε διαφορά φόρου εισοδή­ματος, ποσοστό είκοσι τοις εκατό (20%) της δια­φοράς, μεταξύ του ποσού της φορολογητέας ύ­λης που προσδιορίσθηκε από τον προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. και του ποσού αυτής που δηλώθηκε από τον επιτηδευματία, αφαιρείται από το ποσό του βεβαιωτέου κατά το παρόν άρθρο φόρου και βεβαιώνεται η προκύπτουσα θετική διαφορά. Αν η προκύπτουσα διαφορά είναι αρνητική, αυτή δεν επιστρέφεται και η υπόθεση θεωρείται πε­ραιωμένη.

β) Προκειμένου για οποιοδήποτε άλλο επιτη­δευματία, με ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων της υποπερίπτωσης αα" της προηγούμενης περί­πτωσης.

Στις παραπάνω περιπτώσεις, για τον υπολογι­σμό του ποσού του βεβαιωτέου κατά το παρόν άρθρο φόρου, λαμβάνεται υπόψη, αντί του συνό­λου των δηλουμένων αγαθών ή των ακαθάριστων εσόδων ή των ακαθάριστων αμοιβών, κατά περί­πτωση, το αντίστοιχο σύνολο που προσδιορίσθη­κε κατά την οριστικοποίηση του φύλλου ελέγχου ή της πράξης προσδιορισμού αποτελεσμάτων, καθώς και οποιοδήποτε άλλο στοιχείο απαιτείται, κατά τις διατάξεις του ίδιου άρθρου.

`Αρθρο 6
Περαίωση υποθέσεων λοιπών φορολογικών αντικειμένων

1. Η περαίωση κάθε μιας ανέλεγκτης υπόθε­σης φορολογίας εισοδήματος συνεπάγεται αυτο­δίκαια την περαίωση ως ειλικρινών των ανέλε­γκτων υποθέσεων λοιπών φορολογικών αντικειμέ­νων.

2. Κατ΄ εξαίρεση, για την περαίωση κάθε ανέ­λεγκτης υπόθεσης φόρου προστιθέμενης αξίας, εξετάζεται αν τα δεδομένα των υποβληθεισών σχετικών δηλώσεων α) εμφανίζουν διαφορές σε σχέση με τα αντίστοιχα δεδομένα των εντύπων

που συνοδεύουν τη δήλωση φορολογίας εισοδή­ματος ή τη δήλωση αποτελεσμάτων και β) επη­ρεάζονται από τον επαναπροσδιορισμό, μετά από προσωρινό ή τακτικό έλεγχο, του τυχόν πιστωτι­κού υπολοίπου του φόρου προστιθέμενης αξίας προηγούμενων διαχειριστικών περιόδων. Επίσης, εξετάζεται αν από παράβαση προκύπτει απόκρυ­ψη απολύτως προσδιοριζόμενων ακαθάριστων ε­σόδων ή ακαθάριστων αμοιβών από επιτηδευμα­τία που τήρησε βιβλία δεύτερης ή ανώτερης κα­τηγορίας του Κ.Φ.Σ. ή του Κ.Β.Σ. ή αγορών ε­μπορεύσιμων αγαθών από επιτηδευματία που τή­ρησε βιβλία πρώτης κατηγορίας ή δεν τήρησε βιβλία. Εφόσον διαπιστώνεται ότι δεν υπάρχουν διαφορές ή απόκρυψη ή ότι δεν συντρέχει η β΄ περίπτωση του παραπάνω εδαφίου, η υπόθεση αυτή θεωρείται περαιωμένη ως ειλικρινής, στην αντίθετη δε περίπτωση, προσδιορίζεται ο βεβαιωτέος φόρος, ο οποίος προσαυξάνεται κατά πο­σοστό είκοσι τοις εκατό (20%).

3. Στην περίπτωση που διαπιστώνεται η μη υποβολή των σχετικών δηλώσεων, διενεργείται έ­λεγχος με βάση τις κείμενες διατάξεις.

`Αρθρο 7
Περαίωση παραβάσεων του Κ.Φ.Σ. ή του Κ.Β.Σ.

1. Με την περαίωση των ανέλεγκτων υποθέ­σεων, σύμφωνα με το επόμενο άρθρο, ο επιτη­δευματίας αποκτά δικαίωμα για περαίωση των διαφορών που προκύπτουν από τις παραβάσεις, οι οποίες αναφέρονται στις υποπεριπτώσεις ββ΄, γγ΄ και δδ΄ της περίπτωσης γ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 1 και αφορούν στις ανέλεγκτες υποθέσεις φορολογίας εισοδήματος. Το δικαίωμα αυτό ασκείται από τον επιτηδευματία με σχετική αίτηση του προς τον προϊστάμενο της αρμόδιας Δ.Ο.Υ., η οποία πρέπει να υποβληθεί μέσα σε προθεσμία δύο (2) μηνών από την ημερομηνία υπογραφής της προβλεπόμενης από την παρά­γραφο 3 του επόμενου άρθρου πράξης επί του Ειδικού Εκκαθαριστικού Σημειώματος.

2. Για την περαίωση των παραπάνω διαφορών, εφαρμόζονται τα ακόλουθα, συμπληρωματικά δε οι διατάξεις του Κ.Φ.Σ. ή του Κ.Β.Σ.:

α) προκειμένου για παράβαση της παραπάνω υποπερίπτωσης ββ", το επιβληθέν πρόστιμο πε­ριορίζεται στο 1/3 αυτού.

β) προκειμένου για παράβαση της παραπάνω υποπερίπτωσης γγ΄ ή δδ΄ , το επιβλητέο πρόστι­μο, με την επιφύλαξη του επόμενου εδαφίου, δεν μπορεί να υπερβεί το 1/3 του προβλεπόμε­νου ανώτατου ορίου για την κατηγορία βιβλίων στην οποία υπάγεται ο επιτηδευματίας. Εφόσον συντρέχει περίπτωση υποβολής προστίμου ίσου με την αξία της συναλλαγής, το επιβλητέο πρό­στιμο περιορίζεται στο 1/3.

3. Αν ο ενδιαφερόμενος επιτηδευματίας αποδέ­χεται την κατά το παρόν άρθρο περαίωση της διαφοράς, εκδίδεται απόφαση επιβολής προστί­μου και συντάσσεται επί αυτής σχετική πράξη, η οποία υπογράφεται και από τα δύο μέρη. Η υπογραφή της πράξης αυτής επιφέρει κατάργηση της τυχόν εκκρεμούς φορολογικής δίκης, για την επέλευση δε του αποτελέσματος αυτού, αρ­κεί η προσαγωγή στο πρωτοβάθμιο διοικητικό δι­καστήριο, προ ή κατά τη δικάσιμη, απλού αντι­γράφου της παραπάνω απόφασης από τον προϊ­στάμενο της Δ.Ο.Υ. ή επικυρωμένου αντιγράφου από τον επιτηδευματία.

4. Εφόσον ο επιτηδευματίας δεν επιθυμεί την κατά το παρόν άρθρο περαίωση των παραπάνω διαφορών, εφαρμόζονται οι κείμενες διατάξεις.

`Αρθρο 8
Διαδικασία περαίωσης

1. Για την υλοποίηση της περαίωσης των ανέ­λεγκτων υποθέσεων, ο προϊστάμενος της Δ.Ο.Υ. αποστέλλει στο ΚΕΠΥΟ σχετικό σημείωμα, στο οποίο περιέχονται όλα τα κατά περίπτωση ανα­γκαία δεδομένα για την εφαρμογή της παρούσας απόφασης. Το ΚΕΠΥΟ, με βάση τα δεδομένα αυτού του σημειώματος, εκδίδει εις διπλούν Ειδι­κό Εκκαθαριστικό Σημείωμα, το οποίο περιέχει για κάθε μία υπόθεση και τα ακόλουθα στοιχεία:

α) τις αγορές ή τις ακαθάριστες αμοιβές ή τα ακαθάριστα έσοδα που πολλαπλασιάζονται με το συντελεστή καθαρού κέρδους.

β) το συντελεστή καθαρού κέρδους,

γ) ένδειξη για την ύπαρξη τυχόν παράβασης της παραγράφου 9 του άρθρου 5,

δ) το ποσό του βεβαιωτέου φόρου εισοδήμα­τος και, εφόσον συντρέχει περίπτωση, το αφαι­ρούμενο από αυτό ποσό και τη θετική διαφορά, όπως αυτά προκύπτουν από την εφαρμογή του άρθρου 5, καθώς και το σύνολο του βεβαιωτέρου φόρου για όλες τις υποθέσεις,

ε) το ποσό της διαφοράς των εκροών και εισ­ροών και των αποκρυβεισών εκροών και το ποσό του βεβαιωτέου φόρου προστιθέμενης αξίας, τα οποία προκύπτουν από την εφαρμογή των διατά­ξεων της παραγράφου 2 του άρθρου 6, καθώς και το σύνολο του βεβαιωτέου φόρου προστιθέ­μενης αξίας για όλες τις υποθέσεις,

στ) ενδείξεις για να σημειωθεί από τον επιτη­δευματία η προτίμηση του για εφάπαξ καταβολή του συνόλου του βεβαιωτέου φόρου εισοδήματος και φόρου προστιθέμενης αξίας ή με δόσεις,

ζ) τη Δ.Ο.Υ. στην οποία ο επιτηδευματίας υπέ­βαλε την τελευταία ανέλεγκτη δήλωση φορολο­γίας εισοδήματος ή δήλωση αποτελεσμάτων του.

2. Το ένα έντυπο του Ειδικού Εκκαθαριστικού Σημειώματος αποστέλλεται επί αποδείξει στον ε­πιτηδευματία και το άλλο στον προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. που αναγράφεται σ΄ αυτό. Κατ΄ εξαίρεση, στον προϊστάμενο της ίδιας Δ.Ο.Υ. αποστέλλο­νται και τα δύο αντίτυπα του Σημειώματος αυ­τού, προκειμένου για επιτηδευματία φυσικό πρό­σωπο ή επιτηδευματία μη φυσικό πρόσωπο που μέχρι και το έτος 1992 είχε διακόψει τις εργα­σίες του ή είχε λυθεί, κατά περίπτωση.

3. Ο επιτηδευματίας, εφόσον επιθυμεί να πε­ραιώσει τις ανέλεγκτες υποθέσεις του, προσέρ­χεται στον προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. που αναγρά­φεται στο Ειδικό Εκκαθαριστικό Σημείωμα, συ­μπληρώνει τις οικείες ενδείξεις και επί του Ση­μειώματος αυτού συντάσσεται σχετική πράξη, η οποία υπογράφεται από τον ίδιο και τον προϊ­στάμενο της Δ.Ο.Υ. Η υπογραφή από τον επιτη­δευματία αυτής της πράξης συνεπάγεται την α­νεπιφύλακτη και αμετάκλητη αποδοχή του περιε­χομένου του Ειδικού Εκκαθαριστικού Σημειώμα­τος, καθώς και όλων όσων ορίζονται με την πα­ρούσα απόφαση, σχετικά με την περαίωση των παραπάνω υποθέσεων του. Η κατά τα παραπάνω προθεσμία προσέλευσης και υπογραφής δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερη από χρονικό διάστη­μα ενός μήνα από την παραλαβή του Ειδικού Εκκαθαριστικού Σημειώματος από τον επιτηδευ­ματία.

4. Ο επιτηδευματίας φυσικό πρόσωπο του τε­λευταίου εδαφίου της παραγράφου 2 του παρό­ντος άρθρου, που επιθυμεί να περαιώσει τις α­νέλεγκτες υποθέσεις του, προσέρχεται, μέσα σε προθεσμία τεσσάρων μηνών από τη δημοσίευση της παρούσας απόφασης, στον προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. που βρίσκεται στο Ειδικό Εκκαθαριστικό Σημείωμα που τον αφορά και ακολουθείται η διαδικασία της προηγούμενης παραγράφου. Προ­κειμένου για επιτηδευματία μη φυσικό πρόσωπο του τελευταίου εδαφίου της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου, η περαίωση των ανέλεγκτων υ­ποθέσεων του μπορεί να ζητηθεί από οποιοδήπο­τε μέλος ή εταίρο ή διευθύνοντα ή εντεταλμένο σύμβουλο ή μέλος του διοικητικού συμβουλίου του, κατά περίπτωση, με ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων του προηγούμενου εδαφίου. Σ΄ αυτή την περίπτωση, το μέλος ή ο εταίρος ή ο διευ­θύνων ή ο εντεταλμένος σύμβουλος ή το μέλος του διοικητικού συμβουλίου αναλαμβάνει και όλες τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την περαί­ωση των υποθέσεων.

5. Το Ειδικό Εκκαθαριστικό Σημείωμα, αμέσως μετά τη σύνταξη επί αυτού της σχετικής πράξης και την υπογραφή της, καταχωρείται σε ειδικό βιβλίο, στο οποίο αναγράφονται ο αύξων αριθ­μός, το ονοματεπώνυμο ή η επωνυμία του επιτη­δευματία, το επάγγελμα και η διεύθυνση του, καθώς και ο αριθμός των περαιούμενων υποθέ­σεων του. Αντίγραφο του Ειδικού Εκκαθαριστικού Σημειώματος, εφόσον συντρέχει περίπτωση, απο­στέλλεται αμέσως στον προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ., για την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 7, καθώς και την πραγματοποίηση των λοιπών, οι­κείων ενεργειών αυτού.

6. Η υπογραφή από τον επιτηδευματία και τον προϊστάμενο της ΔΟΥ της προβλεπόμενης από την παραπάνω παράγραφο 3 πράξης επιφέρει όλα τα υπό του άρθρου 14 του ν. 2198/1994 οριζόμενα αποτελέσματα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ΄
ΠΕΡΑΙΩΣΗ ΕΛΕΓΜΕΝΩΝ ΥΠΟΘΕΣΕΩΝ

`Αρθρο 9
Υπαγόμενες υποθέσεις

Στη ρύθμιση που καθορίζεται με τις διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου υπάγεται:

α) Κάθε ελεγμένη υπόθεση φορολογίας εισο­δήματος επιτηδευματία, η οποία αναφέρεται σε διαχειριστική περίοδο που έκλεισε μέχρι και την 31η Δεκεμβρίου 1992.

β) Κάθε ελεγμένη υπόθεση λοιπών φορολογι­κών αντικειμένων επιτηδευματία, για την οποία η φορολογική υποχρέωση γεννήθηκε μέχρι και την παραπάνω ημερομηνία.

`Αρθρο 10
Εξαιρούμενες υποθέσεις

Από τις κατά το προηγούμενο άρθρο υποθέ­σεις εξαιρείται:

α) Κάθε υπόθεση φορολογίας πλοίων, ακίνητης περιουσίας, μεταβίβασης ακινήτων, κληρονομιών ­δωρεών - προικών - γονικών παροχών και αυτό­ματου υπερτιμήματος.

β) Κάθε υπόθεση επιτηδευματία που άσκησε ελευθέριο επάγγελμα, στην οποία οι ακαθάριστες αμοιβές του υπερβαίνουν το ποσό των τετρακο­σίων εκατομμυρίων (400.000.000) δραχμών.

γ) Κάθε υπόθεση επιτηδευματία που άσκησε επιχείρηση εμπορική ή γεωργική ή και τις δύο επιχειρήσεις, στην οποία τα ακαθάριστα έσοδα του υπερβαίνουν το ποσό των τριών δισεκατομ­μυρίων (3.000.000.000) δραχμών.

`Αρθρο 11
Περαίωση υποθέσεων και παραβάσεων

1. Κάθε μία ελεγμένη υπόθεση φορολογίας ει­σοδήματος επιτηδευματία, στην οποία έχει διε­νεργηθεί τακτικός έλεγχος, περαιώνεται ως ακο­λούθως:

α) Στην περίπτωση που τα τηρηθέντα βιβλία του Κ.Φ.Σ. ή του Κ.Β.Σ. του επιτηδευματία έχουν κριθεί ως ανεπαρκή ή ανακριβή, με την αποδοχή από αυτόν ποσοστού πενήντα τοις εκατό (50%) της διαφοράς, μεταξύ του ποσού της φορολογη­τέας ύλης που προσδιορίσθηκε από τον προϊστά­μενο της Δ.Ο.Υ. και του ποσού αυτής που δηλώ­θηκε από τον επιτηδευματία, και τη διαγραφή του επιβληθέντος πρόσθετου φόρου και του προστίμου.

β) Στην περίπτωση που τα τηρηθέντα βιβλία του Κ.Φ.Σ. ή του Κ.Β.Σ. του επιτηδευματία έχουν κριθεί ως ειλικρινή, με την αποδοχή από αυτόν ποσοστού εκατό τοις εκατό (100%) της παραπά­νω διαφοράς της φορολογητέας ύλης, εφόσον αυτή η διαφορά αφορά πρόσθετους φόρους, προσαυξήσεις, πρόστιμα, φόρο εισοδήματος, α­ποσβέσεις πλέον των νομίμων, έκτακτες εισφο­ρές που δεν εκπίπτουν από τα ακαθάριστα έσο­δα, αφορολόγητες εκπτώσεις ή αποθεματικά που δεν σχηματίστηκαν νόμιμα και καθαρά κέρδη που προέκυψαν από την εφαρμογή του μοναδι­κού συντελεστή καθαρού κέρδους, και την απο­δοχή ποσοστού πενήντα τοις εκατό (50%) της ίδιας διαφοράς, εφόσον αυτή η διαφορά αφορά οτιδήποτε άλλο, και τη διαγραφή του επιβληθέ­ντος πρόσθετου φόρου και του προστίμου.

2. Κάθε μία ελεγμένη υπόθεση φορολογίας ει­σοδήματος επιτηδευματία, στην οποία έχει διε­νεργηθεί προσωρινός έλεγχος, περαιώνεται ως ακολούθως:

α) Στην περίπτωση που ο προσωρινός έλεγχος έχει διενεργηθεί σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 15 του Ν. 1563/1985 ή της παραγράφου 1 του άρθρου 50α του Ν.Δ. 3323/1955, με ανά­λογη εφαρμογή των διατάξεων της περίπτωσης β΄ της προηγούμενης παραγράφου.

β) Στην περίπτωση που ο προσωρινός έλεγχος έχει διενεργηθεί σύμφωνα με τις διατάξεις των περιπτώσεων α΄ ή β΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 50α του Ν.Δ. 3323/1955, με την αποδοχή από τον επιτηδευματία ποσοστού εκατό τοις εκα­τό (100%) της διαφοράς, μεταξύ του ποσού της φορολογητέας ύλης που προσδιορίσθηκε από τον προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. και του ποσού αυ­τής που δηλώθηκε από τον επιτηδευματία, και τη διαγραφή του επιβληθέντος πρόσθετου φόρου και του προστίμου.

3. Κάθε μία ελεγμένη υπόθεση παρακρατούμε­νου φόρου επιτηδευματία, στην οποία έχει διε­νεργηθεί προσωρινός ή τακτικός έλεγχος, περαι­ώνεται με την αποδοχή από αυτόν ποσοστού εκατό τοις εκατό (100%) της διαφοράς, μεταξύ του ποσού της φορολογητέας ύλης που προσ­διορίσθηκε από τον προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. και του ποσού αυτής που δηλώθηκε από τον επιτη­δευματία, και τον περιορισμό του επιβληθέντος πρόσθετου φόρου και του προστίμου στο 1/5 αυτών.

4. Κάθε μία ελεγμένη υπόθεση φόρου προστι­θέμενης αξίας επιτηδευματία, στην οποία έχει διενεργηθεί προσωρινός έλεγχος του άρθρου 40 του Ν. 1640/1986, περαιώνεται με την αποδοχή από τον υποκείμενο στο φόρο (επιτηδευματία) ποσοστού εκατό τοις εκατό (100%) της διαφο­ράς του φόρου που προκύπτει από την προσω­ρινή πράξη και τον περιορισμό του επιβληθέντος πρόσθετου φόρου στο 1/3 αυτού, εφόσον υπο­βλήθηκε ανακριβής δήλωση, ή στο πενήντα τοις εκατό (50%) αυτού, εφόσον δεν υποβλήθηκε δή­λωση. Το επιβληθέν πρόστιμο του άρθρου 47 του Ν. 1642/1986 περιορίζεται στο 1/3 αυτού και το επιβληθέν πρόστιμο του άρθρου 48 του ίδιου νόμου περιορίζεται στο εξήντα τοις εκατό (60%) αυτού.

Κάθε άλλη ελεγμένη υπόθεση φόρου προστιθέ­μενης αξίας επιτηδευματία περαιώνεται ως ακο­λούθως:

α) Στην περίπτωση που τα τηρηθέντα βιβλία του Κ.Φ.Σ. ή του Κ.Β.Σ. του υποκείμενου στο φόρο κρίθηκαν ως ανακριβή, με την αποδοχή από αυτόν του φόρου που προκύπτει, αν από τη διαφορά του φόρου που προσδιορίσθηκε με τη σχετική πράξη αφαιρεθεί ο φόρος που αναλογεί στη μη αποδεχόμενη φορολογητέα ύλη, κατά την περαίωση της ελεγμένης υπόθεσης φορολογίας σύμφωνα με τις διατάξεις της περίπτωσης α΄ της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου. Ο επιβληθείς πρόσθετος φόρος περιορίζεται στο 1/3 αυτού, εφόσον υποβλήθηκε ανακριβής δήλωση ή στο πενήντα τοις εκατό (50%) αυτού, εφό­σον δεν υποβλήθηκε δήλωση. Το επιβληθέν πρό­στιμο του άρθρου 47 του Ν. 1642/1986 περιορί­ζεται στο 1/3 αυτού και το επιβληθέν πρόστιμο του άρθρου 48 του ίδιου νόμου περιορίζεται στο εξήντα τοις εκατό (60%) αυτού.

β) Στην περίπτωση που τα παραπάνω βιβλία κρίθηκαν ως ειλικρινή ή ανεπαρκή, με ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων των δύο πρώτων εδα­φίων της παρούσας παραγράφου.

5. Κάθε μία ελεγμένη υπόθεση λοιπών φορο­λογικών αντικειμένων επιτηδευματία, στην οποία έχει διενεργηθεί προσωρινός έλεγχος του άρ­θρου 18 του Ν.Δ. 4242/1962 ή της παραγράφου 18 του άρθρου 7 του Ν. 1160/1981, περαιώνεται με την αποδοχή από τον επιτηδευματία ποσο­στού εκατό τοις εκατό (100%) της διαφοράς, μεταξύ του ποσού της φορολογητέας ύλης που προσδιορίσθηκε από τον προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. και του ποσού αυτής που δηλώθηκε από τον επιτηδευματία, και τον περιορισμό του επιβληθέ­ντος πρόσθετου φόρου και του προστίμου στο 1/5 αυτών.

Κάθε άλλη ελεγμένη υπόθεση λοιπών φορολο­γικών αντικειμένων επιτηδευματία περαιώνεται με ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων του πρώτου εδαφίου της περίπτωσης α΄ της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου.

6. Η περαίωση πραγματοποιείται υποχρεωτικά για την ελεγμένη υπόθεση φορολογίας εισοδήμα­τος και τις σχετικές ελεγμένες υποθέσεις λοιπών φορολογικών αντικειμένων του επιτηδευματία, ε­φόσον συντρέχει περίπτωση.

7. Κάθε μία παράβαση της υποπερίπτωσης ββ΄ της περίπτωσης γ της παραγράφου 1 του άρ­θρου 1, που αφορά τις ελεγμένες υποθέσεις φο­ρολογίας εισοδήματος επιτηδευματία που υπάγο­νται στην ρύθμιση του παρόντος κεφαλαίου, πε­ραιώνεται με ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων της περίπτωσης α΄ της παραγράφου 2 του άρ­θρου 7.

8. Τα ποσά των φόρων, τελών, πρόσθετων φό­ρων κ.λπ., που βεβαιώθηκαν για κάθε υπόθεση του παρόντος άρθρου λόγω άσκησης εμπρόθε­σμης προσφυγής, αφαιρούνται από τα ποσά που προκύπτουν με βάση την κατά το παρόν άρθρο περαίωση αυτής της υπόθεσης και η τυχόν αρνητική διαφορά δεν επιστρέφεται.

`Αρθρο 12
Διαδικασία περαίωσης

1. Ο επιτηδευματίας, εφόσον επιθυμεί να πε­ραιώσει ελεγμένες υποθέσεις του ή παραβάσεις της παραγράφου 7 του προηγούμενου άρθρου, είτε μία είτε περισσότερες και με την προϋπόθε­ση της παραγράφου 6 του ίδιου άρθρου, υπο­βάλλει στον προϊστάμενο της αρμόδιας Δ.Ο.Υ. ανέκκλητη δήλωση για κάθε μία υπόθεση, με την οποία δηλώνει την ανεπιφύλακτη αποδοχή των απαιτούμενων, κατά περίπτωση, όρων και προϋ­ποθέσεων. Επίσης, με την ίδια δήλωση δηλώνει απαραιτήτως, εφόσον συντρέχει περίπτωση, και

την παραίτηση ή την προσφυγή του. Η κατά τα παραπάνω δήλωση υποβάλλεται μέσα σε προθε­σμία δύο μηνών από τη δημοσίευση της παρού­σας απόφασης. Σε περίπτωση εφαρμογής των διατάξεων της παραγράφου 6 του προηγούμενου άρθρου, υποβάλλονται ταυτοχρόνως οι σχετικές ανέκκλητες δηλώσεις για όλες τις ελεγμένες υ­ποθέσεις. Οι διατάξεις του τελευταίου εδαφίου της παραγράφου 3 του άρθρου 7 εφαρμόζονται ανάλογα, εφόσον συντρέχει περίπτωση.

2. Η κατά τα παραπάνω υποβαλλόμενη ανέκ­κλητη δήλωση καταχωρείται αμέσως μετά την παραλαβή της, κατά φορολογικό αντικείμενο και χρονολογική σειρά, σε ειδικό βιβλίο, στο οποίο αναγράφεται ο αύξων αριθμός, το ονοματεπώνυ­μο ή η επωνυμία του επιτηδευματία, το επάγγελ­μα και η διεύθυνση του.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ΄
ΒΕΒΑΙΩΣΗ ΚΑΙ ΚΑΤΑΒΟΛΗ - ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

`Αρθρο 13
Βεβαίωση των φόρων

1. Ο φόρος εισοδήματος και οι λοιποί φόροι, τέλη και γενικά οι λοιπές φορολογικές υποχρεώ­σεις, που προκύπτουν με βάση τις διατάξεις της παρούσας απόφασης, βεβαιώνονται στο όνομα του υπόχρεου. Κατ΄ εξαίρεση, στην περίπτωση που η περαίωση των ανέλεγκτων υποθέσεων επι­τηδευματία μη φυσικού προσώπου ζητήθηκε, με βάση τις διατάξεις της παραγράφου 4 του άρ­θρου 8, από το μέλος ή τον εταίρο του ή το διευθύνοντα ή τον εντεταλμένο σύμβουλο ή το μέλος του διοικητικού συμβουλίου του, ο φόρος εισοδήματος, ο φόρος προστιθέμενης αξίας, οι πρόσθετοι φόροι και τα πρόστιμα βεβαιώνονται στο όνομα του προσώπου το οποίο υπέγραψε την προβλεπόμενη από το ίδιο άρθρο πράξη.

2. Η βεβαίωση ενεργείται:

α) προκειμένου για τα οφειλόμενα ποσά που περιέχονται στο Ειδικό Εκκαθαριστικό Σημείωμα, από τον προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. που αναγράφε­ται σ΄ αυτό,

β) προκειμένου για τα οφειλόμενα ποσά που προκύπτουν από την εφαρμογή των άρθρων 7 και 11, από τον προϊστάμενο της αρμόδιας Δ.Ο.Υ.

3. Για τη βεβαίωση των οφειλόμενων ποσών, ο προϊστάμενος της Δ.Ο.Υ. συντάσσει χρηματικό κατάλογο σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις.

4. Κατά τα λοιπά, εφαρμόζονται οι κείμενες διατάξεις.

`Αρθρο 14
Τρόπος καταβολής των φόρων

1. Ο φόρος εισοδήματος και ο φόρος προστι­θέμενης αξίας, που περιέχονται στο Ειδικό Εκκα­θαριστικό Σημείωμα και αφορούν όλες τις ανέλε­γκτες υποθέσεις του επιτηδευματία, καταβάλλο­νται ως ακολούθως:

α) όταν το συνολικό ποσό αυτών είναι μέχρι ένα εκατομμύριο (1.000.000) δραχμές, σε δώδεκα (12) ίσες μηνιαίες δόσεις, χωρίς όμως το ποσό της κάθε δόσης να υπολείπεται των πενήντα χι­λιάδων (50.000) δραχμών,

β) όταν το συνολικό ποσό αυτών είναι από ένα εκατομμύριο μία (1.000.001) μέχρι πέντε ε­κατομμύρια (5.000.000) δραχμές, σε δέκα οκτώ (18) ίσες μηνιαίες δόσεις,

γ) όταν το συνολικό ποσό αυτών υπερβαίνει το ποσό των πέντε εκατομμυρίων μία (5.000.001) δραχμών, σε είκοσι τέσσερις (24) μηνιαίες δό­σεις.

2. Η πρώτη δόση καταβάλλεται αμέσως μετά την υπογραφή της προβλεπόμενης από την πα­ράγραφο 3 του άρθρου 8 πράξης και οι υπόλοι­πες δόσεις την τελευταία εργάσιμη ημέρα των επόμενων μηνών, χωρίς να απαιτείται σχετική ει­δοποίηση του υπόχρεου. Σε περίπτωση που ολό­κληρο το οφειλόμενο κατά την παράγραφο 1 ποσό καταβληθεί με την υπογραφή της προβλε­πόμενης από την παράγραφο 3 του άρθρου 8 πράξης, παρέχεται έκπτωση ποσοστού είκοσι τοις εκατό (20%).

3. Οι φόροι, τέλη και γενικά οι λοιπές φορο­λογικές υποχρεώσεις, που αφορούν κάθε μία ε­λεγμένη υπόθεση, καθώς και τα πρόστιμα της παραγράφου 7 του άρθρου 11, καταβάλλονται σε δώδεκα (12) ίσες μηνιαίες δόσεις, από τις οποίες η πρώτη μέχρι και την τελευταία εργάσι­μη για τις δημόσιες υπηρεσίες ημέρα του επόμε­νου μήνα από τη βεβαίωση του φόρου και οι υπόλοιπες μέχρι και την τελευταία εργάσιμη για τις δημόσιες υπηρεσίες ημέρα των αντίστοιχων μηνών. Σε κάθε περίπτωση, η μηνιαία δόση δεν μπορεί να υπολείπεται του ποσού των πενήντα χιλιάδων (50.000) δραχμών.

4. Κατά τα λοιπά, εφαρμόζονται οι κείμενες διατάξεις.

`Αρθρο 15

Η παρούσα απόφαση ισχύει από τη δημοσίευ­ση της στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Αποστολή εγγράφου με mail
* Email παραλήπτη
Email αποστολέα
Ονοματεπώνυμο αποστολέα
Θέμα
Σχόλια
Να συμπεριληφθούν τα σχόλια της επιστημονικής ομάδας
Να συμπεριληφθούν τα προσωπικά σας σχόλια

Εκτύπωση εγγράφου

Αποστολή άρθρου με mail
* Email παραλήπτη
Email αποστολέα
Ονοματεπώνυμο αποστολέα
Θέμα
Σχόλια
Να συμπεριληφθούν τα σχόλια της επιστημονικής ομάδας
Να συμπεριληφθούν τα προσωπικά σας σχόλια
Εκτύπωση άρθρου
Να συμπεριληφθούν τα σχόλια της επιστημονικής ομάδας
Να συμπεριληφθούν τα προσωπικά σας σχόλια
Προσθήκη στο ευρετήριο
Εισάγετε τον τίτλο: