| 3. α. Οι διατάξεις της περίπτωσης β΄ της παρ. 3 του άρθρου 2 του Ν. 3865/2010 αντικαθίστανται ως εξής: «της παρ. 15 του άρθρου 9, της παρ. 7 του άρθρου 18, της παρ. 4 του άρθρου 20, της παρ. 17 του άρθρου 34, καθώς και της παρ. 7 του άρθρου 46 του Π.Δ. 169/2007 και». β. Από τις διατάξεις της παρ. 5 του άρθρου 4 του Ν. 3865/2010 διαγράφονται οι λέξεις «του άρθρου 11 του νόμου αυτού και» και το πρώτο εδάφιο της περίπτωσης α΄ της παρ. 2 του άρθρου 3 του ίδιου νόμου αντικαθίσταται ως εξής: «α. Τα πρόσωπα της παρ. 3 του άρθρου 1, ανεξαρτήτως του χρόνου υπαγωγής τους στην ασφάλιση, που θεμελιώνουν συνταξιοδοτικό δικαίωμα από την 1.1.2015 και εφεξής». γ. Οι διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 5 του Ν. 3865/2010 αντικαθίστανται, ως εξής: «1. Μετά τη δημιουργία του Κέντρου Πιστοποίησης Αναπηρίας (ΚΕ.Π.Α.), από 1.1.2011 και την κατάργηση, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 7 του άρθρου 6 του Ν. 3863/2010 (Α΄ 115), όλων των άλλων Επιτροπών Πιστοποίησης Αναπηρίας, εξακολουθούν να ισχύουν οι διατάξεις της συνταξιοδοτικής νομοθεσίας του Δημοσίου που προβλέπουν δικαιοδοσία των Ανωτάτων Υγειονομικών Επιτροπών, Στρατού (Α.Σ.Υ.Ε.), Ναυτικού (Α.Ν.Υ.Ε.), Αεροπορίας (Α.Α.Υ.Ε.), καθώς και της Ανώτατης Υγειονομικής Επιτροπής της Ελληνικής Αστυνομίας.» δ. Οι διατάξεις της παρ. 5 του άρθρου 6 του Ν. 3865/2010 αντικαθίστανται, από 1.1.2011, ως εξής: «5. Οι διατάξεις της περίπτωσης ε΄ της παρ. 2 και της περίπτωσης στ΄ της παρ. 3 του άρθρου 56 του Π.Δ. 169/2007 καταργούνται από 1.1.2011.» ε. Στο τέλος της παρ. 9 του άρθρου 6 του Ν. 3865/2010 προστίθεται εδάφιο ως εξής: «Από την ανωτέρω ημερομηνία καταργούνται οι διατάξεις της περίπτωσης α΄ της παρ. 3 του άρθρου 56 του Π.Δ. 169/2007.» α. Στο τέλος της παρ. 11 του άρθρου 6 του Ν. 3865/2010 προστίθεται εδάφιο ως εξής: «Οι διατάξεις της περίπτωσης αυτής δεν έχουν εφαρμογή για όσους θεμελιώνουν, κατά παρέκκλιση, συνταξιοδοτικό δικαίωμα, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 7 του άρθρου 19 του Ν. 2084/1992, με εξαίρεση όσους έχουν αποχωρήσει μέχρι την 31.12.2010.» β. Οι διατάξεις του πρώτου και δεύτερου εδαφίου της παρ. 7 του άρθρου 19 του Ν. 2084/1992 αντικαθίστανται, από 1.1.2011, ως εξής: «7. Υπάλληλοι και λειτουργοί του Δημοσίου, καθώς και στρατιωτικοί που έχουν ασφαλισθεί, για κύρια σύνταξη, σε οποιονδήποτε ασφαλιστικό Οργανισμό πριν την 1.1.1993, δικαιούνται σύνταξη από το Δημόσιο κατά παρέκκλιση των διατάξεων των άρθρων 1 και 26 του Π.Δ. 169/2007, εφόσον συμπληρώνουν 15ετή πλήρη πραγματική συντάξιμη υπηρεσία και το 65ο έτος της ηλικίας τους.» 5. α. Οι διατάξεις της περίπτωσης α΄ της παρ. 2 του άρθρου 8 του Ν. 3865/2010 αντικαθίστανται ως εξής: «2. α. Οι διατάξεις των περιπτώσεων α΄, β΄ και δ΄ της παρ. 1 του άρθρου 62 του Ν. 2676/1999 (Α΄ 1), όπως ισχύουν, έχουν ανάλογη εφαρμογή και για τους επιζώντες συζύγους με εξαίρεση όσους έχουν αναπηρία κατά ποσοστό 67% και άνω, που λαμβάνουν κατά μεταβίβαση ή εξ ιδίου δικαιώματος σύνταξη από το Δημόσιο. Οι διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου δεν έχουν εφαρμογή για όσα από τα ανωτέρω πρόσωπα λαμβάνουν πολεμική σύνταξη, γενικά, ή σύνταξη με βάση τις διατάξεις των νόμων 1897/1990 (Α΄ 120) και 1977/1991 (Α΄ 185), καθώς και για όσα από αυτά υπάγονται στις διατάξεις της παρ. 14 του άρθρου 8 του Ν. 2592/1998. Η σύνταξη που καταβάλλεται μειωμένη κατά 75% σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 9 του άρθρου 4 του Ν. 3620/2007 δεν λαμβάνεται υπόψη για την εφαρμογή των διατάξεων της παραγράφου αυτής.» β. Οι επιζώντες των συζύγων που κατ΄ εφαρμογή της παρ. 9 του άρθρου 4 του Ν. 3620/2007, έχουν δικαιωθεί σύνταξη λόγω θανάτου από το Δημόσιο ή από φορέα κύριας ασφάλισης με καθεστώς εξομοιούμενο με αυτό του Δημοσίου, δικαιούνται την αντίστοιχη για την αυτή αιτία σύνταξη και από τον επικουρικό τους φορέα, ανεξάρτητα από την ημερομηνία που έχει επέλθει ο θάνατος, κατά τα οριζόμενα και με τους περιορισμούς που προβλέπονται από τον αντίστοιχο φορέα κύριας ασφάλισης. Αιτήσεις που έχουν ήδη υποβληθεί και είναι σε εκκρεμότητα κρίνονται οίκοθεν από τις αρμόδιες υπηρεσίες των φορέων και τα οικονομικά αποτελέσματα επέρχονται από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος νόμου. γ. Η σύνταξη που χορηγείται στον επιζώντα σύζυγο με βάση τις οικείες διατάξεις της συνταξιοδοτικής νομοθεσίας του Δημοσίου, κατά περίπτωση, περιορίζεται ως ακολούθως: Αν η διαφορά ηλικίας μεταξύ του αποβιώσαντος και της συζύγου του, αφαιρουμένου του διαστήματος του γάμου τους, είναι μεγαλύτερη από δέκα έτη, η σύνταξη του επιζώντος συζύγου, υφίσταται, για κάθε πλήρες έτος διαφοράς, μείωση που καθορίζεται σε: 1% για τα έτη που συμπεριλαμβάνονται μεταξύ του 10ου και του 20ού έτους. 2% για τα έτη από το 21ο έως το 25ο έτος. 3% για τα έτη από το 26ο έως το 30ο έτος. 4% για τα έτη από το 31ο έως το 35ο έτος. 5% για τα έτη από το 36ο και άνω. Εάν στη σύνταξη του επιζώντος συζύγου συμμετέχουν ανάπηρα ή ανήλικα τέκνα ή τέκνα που σπουδάζουν υπό τις προϋποθέσεις της περίπτωσης δ΄ της παρ. 1 του άρθρου 5 του Π.Δ. 169/2007, το ποσό της σύνταξης που περικόπτεται επιμερίζεται στα τέκνα σε ίσα μέρη. Οι διατάξεις της περίπτωσης αυτής δεν έχουν εφαρμογή για τα αναφερόμενα σε αυτές πρόσωπα των οποίων το δικαίωμα γεννήθηκε πριν την ημερομηνία έναρξης ισχύος του νόμου αυτού. 6. α. Οι διατάξεις του δεύτερου εδαφίου της παρ.1 του άρθρου 22 του Ν. 3865/2010 αντικαθίστανται ως εξής: «Για τον υπολογισμό του χρόνου θεμελίωσης συνταξιοδοτικού δικαιώματος των παραγράφων 2 και 4 του άρθρου 20 του παρόντος νόμου προσμετράται και ο ανωτέρω χρόνος σπουδών.» β. Στο τέλος της παρ. 1 του άρθρου 22 του Ν. 3865/2010, προστίθεται εδάφιο, ως εξής: «Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής έχουν εφαρμογή και για όσα από τα αναφερόμενα σε αυτές πρόσωπα έχουν ασφαλισθεί για πρώτη φορά από 1.1.1993 και μετά.» 7. Οι διατάξεις του Ν.Δ. 164/1973 (Α΄ 223) κατά το μέρος που αυτές αφορούν την αναγνώριση προϋπηρεσιών υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. σε άλλα Ν.Π.Δ.Δ. καταργούνται και οι προϋπηρεσίες αυτές λογίζονται συντάξιμες με τις διατάξεις της παρ. 4 του άρθρου 12 του Π.Δ. 169/2007. 8. Οι διατάξεις της παρ. 7 του άρθρου 5 του Ν. 1976/1991 (Α΄ 184) καταργούνται. 9. Οι άγαμες ή διαζευγμένες θυγατέρες των οποίων η καταβολή της σύνταξης αναστέλλεται, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 5 του άρθρου 5 ή της παρ. 6 του άρθρου 31 του Π.Δ. 169/2007, κατά περίπτωση, υπάγονται στο καθεστώς υγειονομικής περίθαλψης των ασφαλισμένων του Δημοσίου, υπό την προϋπόθεση ότι δεν έχουν δικαίωμα υγειονομικής περίθαλψης από άλλο φορέα. Στην περίπτωση αυτή οι αναλογούσες κρατήσεις για υγειονομική περίθαλψη υπολογίζονται επί του ποσού της σύνταξης που θα τους καταβάλλονταν, όπως αυτό ισχύει κάθε φορά και καταβάλλονται στον οικείο φορέα από τις ίδιες, μετά από αίτησή τους, που υποβάλλεται κατά το μήνα Ιανουάριο κάθε έτους. Κατά την πρώτη εφαρμογή των διατάξεων αυτών, η εν λόγω αίτηση υποβάλλεται εντός δύο μηνών από την ημερομηνία ισχύος του νόμου αυτού και οι αναλογούσες εισφορές υπολογίζονται από την ημερομηνία υποβολής της και μετά. 10. α. Ο χρόνος υπηρεσίας των προσώπων του δευτέρου εδαφίου της παρ. 4 του άρθρου 86 του Ν. 3528/2007, όπως τροποποιήθηκε με τις διατάξεις του άρθρου πρώτου του Ν. 3839/2010, στη θέση προϊσταμένου Γενικής Διεύθυνσης, λογίζεται συντάξιμος και προσμετράται στο χρόνο υπηρεσίας που έχει διανύσει στην οργανική του θέση. β. Οι διατάξεις της παρ. 14 του άρθρου 9 του Π.Δ. 169/2007 έχουν ανάλογη εφαρμογή και για τα πρόσωπα της προηγούμενης περίπτωσης. γ. Τα πιο πάνω ισχύουν και για όσους έχουν ήδη επιλεγεί σε θέσεις Γενικών Διευθυντών σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων 2 και 4 του άρθρου 86 του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ.. 11. Οι διατάξεις της παρ. 17 του άρθρου 4 του Ν. 3513/2006 (Α΄ 265) έχουν ανάλογη εφαρμογή και για: i. τους υπαλλήλους κρατικών Ν.Π.Ι.Δ. και δημοσίων επιχειρήσεων ή άλλων επιχειρήσεων τη διοίκηση των οποίων ορίζει άμεσα ή έμμεσα το Δημόσιο με διοικητική πράξη ή ως μέτοχος, καθώς και για τους υπαλλήλους των λοιπών Ν.Π.Ι.Δ. που μετατάσσονται, μεταφέρονται ή εντάσσονται σε φορείς που διέπονται από διαφορετικό ασφαλιστικό - συνταξιοδοτικό καθεστώς από αυτό στο οποίο υπάγονταν μέχρι τη μετάταξη ή τη μεταφορά τους, ii. τους υπαλλήλους του Δημοσίου ή των Ν.Π.Δ.Δ. ή των ανεξάρτητων αρχών ή των Ο.Τ.Α. α΄ και β΄ βαθμού ή των Ν.Π.Δ.Δ. των Ο.Τ.Α. α΄ και β΄ βαθμού που εντάσσονται σε θέσεις Υπηρεσιών ή Φορέων που διέπονται από διαφορετικό ασφαλιστικό - συνταξιοδοτικό καθεστώς από αυτό στο οποίο υπάγονταν μέχρι την ένταξή τους. 12. Ειδικά για τους συνταξιούχους του Δημοσίου που λαμβάνουν με τη σύνταξή τους το επίδομα ανικανότητας των παραγράφων 4, 5 ή 6 του άρθρου 54 του Π.Δ. 169/2007, καθώς και των άρθρων 101 ή 103 του Π.Δ. 168/2007 (Α΄ 209), τα ποσά της παρ. 1 του άρθρου Μόνου του Ν. 3847/2010 (Α΄ 67), προσαυξάνονται, το μεν δώρο Χριστουγέννων με ολόκληρο το ποσό του ανωτέρω επιδόματος ανικανότητας, το δε δώρο Πάσχα και το επίδομα αδείας με το ήμισυ του ποσού αυτού, κατά περίπτωση. Κατά τα λοιπά έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των παραγράφων 1 έως και 6 του άρθρου Μόνου του Ν. 3847/2010. 13. Από 1.8.2011, τα ποσοστά των περιπτώσεων β΄ έως και η΄ της παρ. 2 του άρθρου 11 του Ν. 3865/2010 (Α΄120) αναπροσαρμόζονται σε 6%, 7%, 9%, 10%, 12%, 13% και 14%, αντίστοιχα. 14. α. Από 1.8.2011, από τους συνταξιούχους του Δημοσίου, που δεν έχουν συμπληρώσει το 60ό έτος της ηλικίας, παρακρατείται επιπλέον μηνιαία εισφορά ως εξής: i. για συντάξεις από 1.700,01 ευρώ έως 2.300,00 ευρώ, ποσοστό 6%, ii. για συντάξεις από 2.300,01 ευρώ έως 2.900,00 ευρώ, ποσοστό 8% και iii. για συντάξεις από 2.900,01 ευρώ και άνω, ποσοστό 10%. β. Για τον προσδιορισμό του συνολικού ποσού της σύνταξης της προηγούμενης περίπτωσης, λαμβάνεται υπόψη το ποσό της μηνιαίας βασικής σύνταξης, καθώς και τα συγκαταβαλλόμενα με αυτή ποσά του επιδόματος εξομάλυνσης του άρθρου 1 του Ν. 3670/2008 (Α΄ 117) και της τυχόν προσωπικής και αμεταβίβαστης διαφοράς, αφαιρουμένου του ποσού της Εισφοράς Αλληλεγγύης Συνταξιούχων της προηγούμενης παραγράφου. γ. Εξαιρούνται της ανωτέρω εισφοράς όσοι αποστρατεύθηκαν με πρωτοβουλία της Υπηρεσίας, καθώς και όσοι λαμβάνουν με τη σύνταξή τους το επίδομα ανικανότητας του άρθρου 54 του Π.Δ. 169/2007 ή συνταξιοδοτούνται με βάση τις διατάξεις των νόμων 1897/1990 (Α΄ 120) και 1977/1991 (Α΄ 185). δ. Η παραπάνω παρακράτηση διακόπτεται τον επόμενο μήνα από τη συμπλήρωση του 60ού έτους ηλικίας. ε. Για την πρώτη κατηγορία το ποσό της σύνταξης μετά την παρακράτηση της επιπλέον εισφοράς δεν μπορεί να υπολείπεται των χιλίων επτακοσίων (1.700) ευρώ. στ. Κατά τα λοιπά, ισχύουν οι διατάξεις του άρθρου 11 του Ν. 3865/2010. |