| 4. Οι παρ. 1 , 2 , 3 , 4 του άρθρου 9 του Ν. 2512/1997 (ΦΕΚ 138 Α΄) αντικαθίστανται ως εξής: «1. Η προβλεπόμενη από τις καταστατικές διατάξεις του Τ.Π.Δ.Υ. εισφορά υπολογίζεται επί των τακτικών μηνιαίων αποδοχών και μέχρι του ποσού των 2055 Ευρώ. Το ποσό αυτό μπορεί να αυξάνεται με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων μετά σύμφωνη γνώμη του Διοικητικού Συμβουλίου του Τ.Π.Δ.Υ. Ως τακτικές μηνιαίες αποδοχές για τον υπολογισμό της εισφοράς θεωρούνται το σύνολο του βασικού μισθού, του επιδόματος χρόνου υπηρεσίας, της τυχόν υπάρχουσας ΑΤΑ, των επιδομάτων εορτών και αδείας και οι νόμιμες αυξήσεις αυτών. 2.α. Για τους ασφαλισμένους σε φορέα κύριας ασφάλισης μέχρι 31.12.1992, το εφάπαξ βοήθημα που χορηγείται από το Ταμείο Προνοίας Δημοσίων Υπαλλήλων υπολογίζεται ως εξής: Για τα πρώτα 73 Ευρώ των αποδοχών αντιστοιχεί εφάπαξ βοήθημα 2.025,00 Ευρώ. Το υπόλοιπο ποσό πολλαπλασιάζεται με συντελεστή 12. Το άθροισμα των παραπάνω ποσών προσαυξάνεται με συντελεστή 216,63% και το τελικό άθροισμα διαιρείται δια 420. Το δικαιούμενο εφάπαξ βοήθημα προκύπτει από τον πολλαπλασιασμό του ανωτέρω ποσού επί τους μήνες ασφάλισης του αποχωρούντος υπαλλήλου. Ως αποδοχές για τον υπολογισμό του ανωτέρω βοηθήματος, νοούνται το πηλίκον της διαίρεσης του συνόλου των μηνιαίων αποδοχών (βασικός μισθός, επίδομα χρόνου υπηρεσίας, ΑΤΑ και νόμιμες αυξήσεις αυτών, συμπεριλαμβανομένων των επιδομάτων εορτών και αδείας), που έλαβε ο ασφαλισμένος κατά τα πέντε (5) ημερολογιακά έτη που προηγούνται εκείνου του έτους εξόδου από την υπηρεσία, επί των οποίων παρακρατήθηκαν ασφαλιστικές εισφορές υπέρ του Τ.Π.Δ.Υ., με τον περιορισμό της παρ. 1 του παρόντος, δια του αριθμού 70. Στις περιπτώσεις που ο δικαιούμενος εφάπαξ παροχής έχει μισθοδοτηθεί λιγότερο από πέντε (5) έτη, για τον υπολογισμό του μέσου όρου πενταετίας θα λαμβάνεται υπόψη ο μέσος όρος της πενταετίας ομοιοβάθμου του. Το εφάπαξ βοήθημα των αποχωρούντων ασφαλισμένων με 32 (τριάντα δύο) χρόνια ασφάλισης και άνω δεν μπορεί να είναι μικρότερο του ποσού που έλαβαν οι εξελθόντες μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου ασφαλισμένοι της αυτής κατηγορίας και με τα ίδια χρόνια ασφάλισης, υπολογιζόμενου επί αποδοχών μέχρι του ορίου των 2.055,00 Ευρώ. To ίδιο ισχύει και για τους υπαλλήλους οι οποίοι αποχωρούν είτε πρόωρα από την υπηρεσία λόγω διανοητικής ή σωματικής αναπηρίας είτε λόγω συμπλήρωσης του ανωτάτου ορίου ηλικίας συνταξιοδότησης καθώς και για τους δικαιούχους εφάπαξ βοηθήματος λόγω θανάτου του ασφαλισμένου. β. Για τους ασφαλισμένους σε φορέα κύριας ασφάλισης μετά την 1.1.1993, η εισφορά και το εφάπαξ βοήθημα υπολογίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 37 & 38 του Ν. 2084/1992 (ΦΕΚ 165 Α΄), όπως αυτές κάθε φορά ισχύουν. 3. Ο προβλεπόμενος από το εδ. α΄ της παρ. 2 του παρόντος συντελεστής υπολογισμού 216,63% μπορεί να αναπροσαρμόζεται με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων μετά από σύμφωνη γνώμη του Δ.Σ. του Ταμείου Προνοίας Δημοσίων Υπαλλήλων σε ποσοστό που καθορίζεται με βάση τα οικονομικά δεδομένα του Ταμείου αυτού . 4. Οφειλές του Τ.Π.Δ.Υ. στους ασφαλισμένους του, λόγω άσκησης δικαιώματος για λήψη εφάπαξ βοηθήματος ή επιστροφής ατομικών εισφορών παραγράφονται μετά την πάροδο πενταετίας από την ημερομηνία κοινοποίησης στους ασφαλισμένους του σχετικού εντάλματος προς είσπραξη του δικαιούμενου ποσού. Απαιτήσεις κατά του Τ.Π.Δ.Υ. για επιστροφή ποσών τα οποία κατεβλήθησαν αχρεωστήτως ή παρά το νόμο, παραγράφονται μετά την πάροδο πενταετίας από το τέλος του ημερολογιακού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε η αξίωση και μπορεί να επιδιωχθεί δικαστικώς. Απαιτήσεις για αποζημίωση από παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του Τ.Π.Δ.Υ. παραγράφονται μετά την πάροδο πενταετίας από τότε που γεννήθηκε η αξίωση και ήταν δυνατή η δικαστική της επιδίωξη. Οι παραγραφές της παρούσας παραγράφου λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από τα δικαστήρια.» |