| 2. Α. Εάν ενισχυθείσα επιχείρηση παραβεί τις υποχρεώσεις υπαγωγής πριν από την ολοκλήρωση και έναρξη της παραγωγικής λειτουργίας: α) Ανακαλείται η απόφαση υπαγωγής και επιστρέφεται η ενίσχυση στην περίπτωση δ΄ της παραγράφου 1 Α. β) Δύναται να ανακληθεί η απόφαση υπαγωγής και να επιστραφεί η ενίσχυση ή να παρακρατηθεί ή επιστραφεί μέρος αυτής, στις περιπτώσεις α΄, γ΄ της παραγράφου 1Α και α΄, β΄ της παραγράφου 1 Β. Β. Εάν ενισχυθείσα επιχείρηση παραβεί τις υποχρεώσεις υπαγωγής, είτε πριν, είτε μετά τη δημοσίευση της απόφασης ολοκλήρωσης και έναρξης της παραγωγικής λειτουργίας της επένδυσης και εντός του οριζόμενου στην παράγραφο1Α χρονικού περιορισμού, και η παράβαση διαπιστωθεί εντός δεκαετίας από την ημερομηνία δημοσίευσης της περίληψης της απόφασης ολοκλήρωσης και έναρξης παραγωγικής λειτουργίας από όργανα που είναι κατά του νόμο αρμόδια για τον έλεγχο των κατά περίπτωση στοιχείων, επιστρέφεται το σύνολο ή μέρος της ενίσχυσης. Γ. Εάν ενισχυθείσα επιχείρηση παραβεί τις υποχρεώσεις, που ορίζονται στην περίπτωση 1Αβ, επιστρέφεται η αναλογούσα στο συγκεκριμένο εξοπλισμό καταβληθείσα ενίσχυση στο σύνολό της. Το ίδιο ισχύει και σε περίπτωση λύσης με οποιονδήποτε τρόπο της σύμβασης και επιστροφής του εξοπλισμού στην εταιρία χρηματοδοτικής μίσθωσης. Δ. Εάν διαπιστωθεί μείωση του αριθμού των δημιουργούμενων θέσεων απασχόλησης, που προσδιόρισαν την επιδότηση του κόστους της δημιουργούμενης απασχόλησης, επιστρέφεται το μέρος της ενίσχυσης, που αναλογεί στη θέση εργασίας που καταργήθηκε. Κάθε αλλαγή της εταιρικής σύνθεσης του φορέα της επένδυσης οφείλει να γνωστοποιείται στην αρμόδια υπηρεσία. Εάν διαπιστωθεί κατά την ολοκλήρωση της επένδυσης ότι λόγω αλλαγής της εταιρικής σύνθεσης ο φορέας του επενδυτικού σχεδίου έπαυσε να είναι μεσαία ή μικρή επιχείρηση, αφαιρείται από την ενίσχυση το αντίστοιχο ποσοστό που όριζε η απόφαση υπαγωγής λόγω αυτής της ιδιότητας. Ε. 1. Στην απόφαση υπαγωγής στις ενισχύσεις του παρόντος καθορίζονται οι όροι και οι προϋποθέσεις κάλυψης της ίδιας συμμετοχής, καθώς και οι όροι που κρίνονται αναγκαίοι για την εξασφάλιση της υλοποίησης της επένδυσης και του δημοσίου συμφέροντος. Αν διαπιστωθεί ότι υποβλήθηκαν στην υπηρεσία ψευδή ή παραπλανητικά στοιχεία ή ότι αποσιωπήθηκαν τέτοια στοιχεία, η γνώση των οποίων θα οδηγούσε στον αποκλεισμό της υπαγωγής του επενδυτικού σχεδίου στις διατάξεις του παρόντος ή στη με διαφορετικούς όρους υπαγωγή του ή σε μη πιστοποίηση της ολοκλήρωσής του ή σε μη νόμιμη καταβολή της εγκριθείσας ενίσχυσης ή και σε μη ορθή παρακολούθηση των μακροχρόνιων υποχρεώσεων: α) εάν δεν έχει ολοκληρωθεί το επενδυτικό σχέδιο, ανακαλείται η απόφαση υπαγωγής και επιστρέφεται τυχόν χορηγηθείσα ενίσχυση ή καταπίπτει η εγγυητική επιστολή σύμφωνα με την υποπερίπτωση iii της περίπτωσης α΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 8, β) εάν έχει ολοκληρωθεί το επενδυτικό σχέδιο, επιστρέφεται το σύνολο της χορηγηθείσας ενίσχυσης. 2. Οι ανωτέρω κυρώσεις δεν εφαρμόζονται: α. Αν υποβλήθηκαν στην Υπηρεσία μη νόμιμα παραστατικά δαπανών, των οποίων η μη νόμιμη αξία δεν υπερβαίνει το ένα εκατομμύριο (1.000.000) ευρώ και η ενίσχυση που αφορά στη μη νόμιμη αξία αυτών δεν υπερβαίνει ποσοστό δέκα τοις εκατό (10%) επί της συνολικής ενίσχυσης που αφορά στο επενδυτικό σχέδιο. Τα παραστατικά αυτά, κατά το μέρος της μη νόμιμης αξίας τους, δεν πιστοποιούνται για την ολοκλήρωση του επενδυτικού σχεδίου. Το επενδυτικό σχέδιο ολοκληρώνεται με επιβολή κύρωσης ίσης με το διπλάσιο ποσό της ενίσχυσης που αντιστοιχεί στη μη νόμιμη αξία των παραστατικών. Η ρύθμιση αυτή δεν καταλαμβάνει περιπτώσεις πλαστών παραστατικών ή στοιχείων. Αν κατά το χρόνο διαπίστωσης των παραβάσεων η ενίσχυση έχει καταβληθεί, το ποσό ενίσχυσης που αντιστοιχεί στο διπλάσιο της μη νόμιμης αξίας των σχετικών παραστατικών ανακτάται. Η παρούσα διάταξη έχει εφαρμογή για τις διαπιστώσεις που λαμβάνουν χώρα από όργανα που είναι κατά νόμο αρμόδια για τον έλεγχο των κατά περίπτωση στοιχείων, μετά την πρώτη εφαρμογή της. β. Αν κατά την περίοδο υλοποίησης της επένδυσης καλύφθηκε νόμιμα η ιδία συμμετοχή και τεκμηριώνεται η δυνατότητα ολοκλήρωσης της επένδυσης. Στην περίπτωση αυτή επιβάλλεται είτε η μερική παρακράτηση, είτε η μερική επιστροφή της ενίσχυσης, το ύψος της οποίας δεν μπορεί να είναι χαμηλότερο από το δέκα τοις εκατό (10%) της εγκριθείσας ενίσχυσης. Για την εκτίμηση του τελικού ύψους της μερικής παρακράτησης ή επιστροφής της ενίσχυσης λαμβάνονται υπόψη οι ειδικότερες περιστάσεις στη βάση κριτηρίων, όπως ο βαθμός ολοκλήρωσης της επένδυσης σύμφωνα με τους όρους της απόφασης υπαγωγής και ο χρόνος διαπίστωσης των παραβάσεων. Οι ανωτέρω συνέπειες επέρχονται εφόσον η διαπίστωση γίνει εντός δεκαετίας από την ημερομηνία δημοσίευσης της περίληψης της απόφασης ολοκλήρωσης και έναρξης παραγωγικής λειτουργίας της επένδυσης από όργανα που είναι κατά νόμο αρμόδια για τον έλεγχο των κατά περίπτωση στοιχείων. 3. Οι ρυθμίσεις των παραγράφων 1 και 2 εφαρμόζονται αναλόγως και για τις ρυθμίσεις των παραγράφων 4 και 7 του άρθρου 14 του Ν. 3908/2011 (Α΄ 8). |