Το έγγραφο προστέθηκε επιτυχώς!

Το έγγραφο προστέθηκε επιτυχώς στα αγαπημένα σας! Μπορείτε να το δείτε κάνοντας click εδώ.

Το έγγραφο υπάρχει ήδη!

Το έγγραφο υπάρχει ήδη στα αγαπημένα σας. Μπορείτε να το δείτε κάνοντας click εδώ.

Σφάλμα

Η εισαγωγή δεν μπορεί να ολοκληρωθεί.

Αποθήκευση σχολίου

Το σχόλιο σας αποθηκεύτηκε με επιτυχία!

Ανανέωση σχολίου

Το σχόλιο σας ανανεώθηκε με επιτυχία!

Αποστολή email

Το email σας στάλθηκε επιτυχώς!

Menu
Φόρτωση...

Α.Π. 1112/2011(Τμ. Β1΄ Πολ.)
Προεδρεύων: ΗΛΙΑΣ ΓΙΑΝΝΑΚΑΚΗΣ, Αρεοπαγίτης
Εισηγητής: ΔΗΜ. ΚΟΜΗΣ, Αρεοπαγίτης

Θέμα: `Ακυρη είναι κάθε συμφωνία μεταξύ εργοδότη και μισθωτού.

σύμφωνα με την οποία οι αμοιβές και αποζημιώσεις για νόμιμες και παράνομες υπερωρίες θα καλύπτονται από τις καταβαλλόμενες υπέρτερες των νομίμων αποδοχές, ενώ είναι έγκυρη η συμφωνία για προκαταβολή στο μισθωτό ορισμένου ποσού, επί πλέον του μισθού του, προς εξόφληση μελλοντικής νόμιμης ή παράνομης εργασίας του

Από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη υπ΄ αριθμ. 9821 Β΄/ 4-11-2010 έκθεση επιδόσεως του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πατρών ... προκύπτει ότι, με επιμέλεια του αναιρεσείοντος, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, με την επωνυμία "Β. - Π. ΕΠΕ", ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης.

Η αναιρεσίβλητη, όμως, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, δεν εμφανίσθηκε κατά την προαναφερόμενη δικάσιμο, κατά την οποία συζητήθηκε η υπόθεση με εκφώνησή της από το πινάκιο στη σειρά της, ούτε πληρεξούσιος δικηγόρος αυτής κατέθεσε δήλωση του άρθρου 242, παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως παρά την απουσία της, σαν να ήταν και αυτή παρούσα, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 576, παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. Επισημαίνεται ότι η αρχικά αναιρεσίβλητη ως άνω εταιρεία, με την επωνυμία "Β. - Π. ΕΠΕ", και στη συνέχεια με την επωνυμία "Β. ΜΑΡΚΕΤ ΕΠΕ", συγχωνεύθηκε τελικά με απορρόφηση από την ανώνυμη εταιρεία, με την επωνυμία "INTERNATIONAL MOBEL SELECTION HELLAS ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ - ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΠΙΠΛΩΝ ΚΑΙ ΕΙΔΩΝ ΟΙΚΙΑΚΗΣ ΧΡΗΣΗΣ Α.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "IMS HELLAS A.E." (βλ. υπ΄ αριθμ. .../23-3-2005 Πράξη Συγχώνευσης του συμβολαιογράφου Πατρών Νικολάου Σπανού).

Κατά την διάταξη του άρθρου 8, παρ. 4 του Ν.Δ. 4020/1959 (η οποία παράγρ. 4 διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά το Ν. 435/1976) είναι άκυρη κάθε συμφωνία μεταξύ εργοδότη και μισθωτού, κατά την οποία οι αμοιβές και αποζημιώσεις για νόμιμες και παράνομες υπερωρίες θα καλύπτονται από τις καταβαλλόμενες υπέρτερες των νομίμων αποδοχές. Σαφώς από την παραπάνω διάταξη προκύπτει ότι είναι άκυρη η συμφωνία περί καταλογισμού πάσης λόγω μισθού παροχής στις οφειλές του εργοδότη από υπερωρίες, ενώ είναι έγκυρη η συμφωνία ότι θα προκαταβάλλεται στο μισθωτό ορισμένο ποσό, επί πλέον του μισθού του, προς εξόφληση των αξιώσεών του για παρασχεθησομένη (στο μέλλον) συγκεκριμένη, νόμιμη ή παράνομη, υπερωριακή εργασία του (Α.Π. 645/2010).

Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559, αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Κατά την έννοια δε του άρθρου 559, αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ., έλλειψη αιτιολογίας ή ανεπαρκής αιτιολογία, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως για έλλειψη νομίμου βάσεως, υπάρχει όταν από την απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν προκύπτουν σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την θεμελίωση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν εφαρμόσθηκε και όχι όταν υπάρχουν ελλείψεις ή σφάλματα στην αιτιολόγηση της κρίσεως ως προς την συνδρομή ή μη των περιστατικών αυτών ή στην εκτίμηση των αποδείξεων, το πόρισμα των οποίων εκτίθεται σαφώς. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφασή του προκύπτει, κρίνοντας επί της ουσίας της υποθέσεως, ύστερα από εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, εκτός άλλων, και τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά που ενδιαφέρουν εδώ: Η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, που έχει την έδρα της στη Βιομηχανική Περιοχή των Πατρών (ΒΙΠΕ) και σκοπό την εμπορία επίπλων και οικιακών ειδών, διαθέτουσα προς τούτο και δίκτυα πώλησης σε πολλά σημεία της χώρας, προσέλαβε, διά του νομίμου εκπροσώπου της, στις 20-8-2001, στην Πάτρα, τον ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, για να εργασθεί ως υπάλληλος γραφείου, παρέχοντας την εργασία του, προεχόντως, στην Πάτρα και ενίοτε σε διάφορες πόλεις της Χώρας, κατευθύνοντας και εποπτεύοντας την κίνηση του δικτύου πωλήσεων, που διέθετε, κατά τα άνω, η αναιρεσίβλητη εταιρεία.

Ευθύς εξ αρχής μεταξύ των διαδίκων συμφωνήθηκε, ισχύοντος στην επιχείρηση της αναιρεσίβλητης του συστήματος της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας, με διάρκεια εβδομαδιαίας απασχολήσεως 40 ώρες (άρθρο 6 της από 14-2-1984 ΕΓΣΣΕ), ότι:

1) Ο αναιρεσείων θα εργάζεται από Δευτέρα έως και Παρασκευή επί δέκα (10) ώρες ημερησίως, ήτοι από ώρα 08.00 το πρωί έως και ώρα 18.00 το απόγευμα, πραγματοποιώντας έτσι εργασία 50 ώρες την εβδομάδα, που υπερβαίνει κατά 10 ώρες το συμβατικό (εκ παραδρομής στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρεται ως νόμιμο) εβδομαδιαίο ωράριο εργασίας και

2) ο αναιρεσείων για την εργασία του αυτή θα λαμβάνει μηνιαίο μισθό για το έτος 2001 το ποσό των 1349,66 ευρώ και για το έτος 2002 το ποσό των 1484,96 ευρώ.

Περαιτέρω, δέχθηκε το Εφετείο, ότι ο ως άνω συμβατικώς καταβαλλόμενος στον αναιρεσείοντα μηνιαίος μισθός ήταν υπερδιπλάσιος του νομίμου, προκειμένου, κατά την σχετική συμφωνία των διαδίκων, με το επί πλέον του νομίμου μισθού του ποσό να καλύπτεται και η αμοιβή αυτού για την συγκεκριμένη υπερωριακή του απασχόληση των 10 ωρών εβδομαδιαίως, πέραν του συμβατικού ωραρίου που ήταν 40 ώρες την εβδομάδα.

Κατά τις παραδοχές του Εφετείου, ο νόμιμος μηνιαίος μισθός του αναιρεσείοντος, ο οποίος ήταν έγγαμος και πατέρας δύο τέκνων, ανερχόταν, κατά το επίδικο, εν προκειμένω, από 20-8-2001 έως και 30-9-2002 χρονικό διάστημα, με βάση την από 14-6-2001 Κλαδική ΣΣΕ (αριθμ. πράξεως καταθ. Υπ. Εργασίας 53/15-6-2001), για το έτος 2001 σε 622,04 ευρώ και με βάση την από 4-9-2002 ΣΣΕ (αριθμ. πράξεως καταθ. Υπ. Εργασίας 115/25-9-2002), για το έτος 2002 σε 660,62 ευρώ, ενώ για την ως άνω υπερωριακή απασχόλησή του επί 10 ώρες την εβδομάδα, από τις οποίες οι τρεις (3) ώρες πέραν του συμβατικού ωραρίου (41η, 42η και 43η ώρα) την εβδομάδα (ιδιόρρυθμη υπερωριακή απασχόληση) αμείβονται με το επιβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 50% για κάθε ώρα, για δε τις υπόλοιπες επτά (7) ώρες (44η έως και 50η) μη νόμιμης υπερωριακής απασχολήσεως την εβδομάδα οφείλεται αποζημίωση ίση με το 250% του καταβαλλόμενου ωρομισθίου για κάθε ώρα μη νόμιμης υπερωρίας (άρθρ. 4, παρ. 2, 3, 4 και 5, Ν. 2874/2000), εδικαιούτο ο αναιρεσείων, για το έτος 2001 το ποσό των 712,8 ευρώ το μήνα και για το έτος 2002 το ποσό των 783,88 ευρώ το μήνα, να σημειωθεί δε ότι για τις παραδοχές αυτές του Εφετείου, που αφορούν το νόμιμο μηνιαίο μισθό του αναιρεσείοντος και την αμοιβή και αποζημίωση που εδικαιούτο αυτός για την παρασχεθείσα υπερωριακή εργασία, δεν παραπονείται ο αναιρεσείων με λόγο αναιρέσεως (από τον αριθμ. 1 ή 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ).

Επομένως - κατέληξε το Εφετείο - ο καταβαλλόμενος στον αναιρεσείοντα, κατά το έτος 2001, μηνιαίος μισθός των 1349,66 ευρώ υπερκάλυπτε, τόσο τον νόμιμο μηνιαίο μισθό του των 622,04 ευρώ όσο και την αμοιβή και αποζημίωση των 712,8 ευρώ, που εδικαιούτο αυτός για την υπερωριακή του απασχόληση (622,04 + 712,8 = 1334,84), όπως επίσης και ο καταβαλλόμενος στον αναιρεσείοντα, κατά το έτος 2002, μηνιαίος μισθός των 1484,96 ευρώ υπερκάλυπτε, τόσο τον νόμιμο μηνιαίο μισθό του των 660,62 ευρώ όσο και την αμοιβή και αποζημίωση των 783,88 ευρώ, που εδικαιούτο αυτός για την υπερωριακή του απασχόληση (660,62 + 783,88 = 1444,5).

Δέχθηκε δε ακόμη το Εφετείο, ότι την ως άνω εργασία του των 50 ωρών την εβδομάδα κατά τις εργάσιμες ημέρες (από Δευτέρα έως και Παρασκευή) παρείχε ο αναιρεσείων, τόσο κατά τον χρόνο της εντός της έδρας της επιχειρήσεως της αναιρεσίβλητης απασχολήσεώς του, που ήταν και ο συγκριτικά μεγαλύτερος, όσο και κατά τον χρόνο της εκτός έδρας απασχολήσεώς του με την εποπτεία του δικτύου πωλήσεων, που διατηρούσε η αναιρεσίβλητη σε διάφορες πόλεις της Ελλάδος, σε κάθε, όμως, περίπτωση - είπε το Εφετείο - από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι ο αναιρεσείων, κατά την διάρκεια της εργασιακής του σχέσης, απασχολήθηκε υπερωριακώς και κατά τις ημέρες του Σαββάτου και των Κυριακών ή αργιών.

Μετά από αυτά το Εφετείο αποφάνθηκε, ότι η συμφωνία των διαδίκων περί καταλογισμού στις καταβαλλόμενες επί πλέον των νομίμων συμβατικές αποδοχές του αναιρεσείοντος και της αμοιβής (και αποζημιώσεως) για συγκεκριμένη (10 ώρες την εβδομάδα) υπερωριακή εργασία του, είναι έγκυρη και δεν αποκλείεται από την διάταξη του άρθρου 8, παρ. 4 του Ν.Δ. 4020/1959, ενόψει και του ότι, εν προκειμένω, οι καταβληθείσες στον αναιρεσείοντα αποδοχές υπερκάλυπταν το νόμιμο μισθό του και την αμοιβή και αποζημίωση αυτού για την συγκεκριμένη ως άνω υπερωριακή εργασία του.

Έτσι επικύρωσε το Εφετείο, με απόρριψη της εφέσεως του αναιρεσείοντος, την πρωτόδικη απόφαση, που δέχθηκε την σχετική ένσταση της αναιρεσίβλητης, και απέρριψε την αγωγή του αναιρεσείοντος ως προς το αίτημά της περί καταβολής αποζημιώσεως για την υπερωριακή του απασχόληση.

Με τις ανωτέρω παραδοχές και με την βασισθείσα σε αυτές κρίση του, το Εφετείο δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 361 και 648 ΑΚ, του άρθρ. 8, παρ. 4 του Ν.Δ. 4020/1959, του άρθρ. 6, της από 14-2-1984 ΕΓΣΣΕ, του άρθρ. 4, του Ν. 2874/2000 και του άρθρ. 904, Α.Κ., όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 1, του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, ούτε διέλαβε στην απόφασή του (προσβαλλόμενη) ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων, όπως αβάσιμα υποστηρίζεται με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 19, του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. Πρέπει, συνεπώς, να απορριφθούν ως αβάσιμοι και οι δύο λόγοι αναιρέσεως, ενόψει δε του ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως.

Αποστολή εγγράφου με mail
* Email παραλήπτη
Email αποστολέα
Ονοματεπώνυμο αποστολέα
Θέμα
Σχόλια
Να συμπεριληφθούν τα σχόλια της επιστημονικής ομάδας
Να συμπεριληφθούν τα προσωπικά σας σχόλια

Εκτύπωση εγγράφου

Αποστολή άρθρου με mail
* Email παραλήπτη
Email αποστολέα
Ονοματεπώνυμο αποστολέα
Θέμα
Σχόλια
Να συμπεριληφθούν τα σχόλια της επιστημονικής ομάδας
Να συμπεριληφθούν τα προσωπικά σας σχόλια
Εκτύπωση άρθρου
Να συμπεριληφθούν τα σχόλια της επιστημονικής ομάδας
Να συμπεριληφθούν τα προσωπικά σας σχόλια
Προσθήκη στο ευρετήριο
Εισάγετε τον τίτλο: