| ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ | Αθήνα 26 Ιουνίου 1992 | | ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ | Αρ.Πρωτ.: Α23/269/3 | | ΔΙΟΙΚΗΣΗ | ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ: 68 | | ΓΕΝ. Δ/ΝΣΗ ΑΣΦ/ΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ | | | ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ - ΕΣΟΔΩΝ | | | ΤΜΗΜΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΘΕΜΑΤΩΝ | | ΘΕΜΑ: Συνέχιση της ασφάλισης στο ΙΚΑ κατά το χρόνο αποχής των μισθωτών από την εργασία τους για λόγους ασθένειας. Υπολογισμός εισφορών. Υπόχρεος καταβολής. Σας κοινοποιούμε τη με αριθμό 141/1992 Γνωμοδότηση της Ολομέλειας του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους που έγινε δέκτη από τον κύριο Διοικητή του Ιδρύματος και με την ευκαιρία σας υπενθυμίζουμε τα ακόλουθα: Ι. ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΣΥΝΕΧΙΣΗΣ ΤΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ Οι διατάξεις που προβλέπουν τη συνέχιση της ασφάλισης είναι αυτές της παρ.2 των άρθρων 2 και 8 του αν.ν. 1846/51 . Κατά το περιεχόμενο αυτών οι ασφαλισμένοι του Ιδρύματος συνεχίζουν υποχρεωτικά την ασφάλιση τους και κατά το χρόνο που δεν παρέχουν την εργασία τους είτε δικαιωματικά είτε για λόγους ανεξάρτητους από τη θέληση τους (άδεια, στράτευση, ασθένεια) εφόσον όμως κατά το χρόνο της μη προσφοράς, εργασίας δικαιούνται να λάβουν το σύνολο η μέρος των αποδοχών τους χωρίς να ερευνάται και αν καταβλήθηκαν αυτές στο μισθωτό. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι δεν αρκεί για τη συνέχιση της ασφάλισης μόνο η διατήρηση της εργασιακής σχέσης αλλά απαιτείται και η υποχρέωση του εργοδότη για καταβολή ολόκληρων η μέρους των αποδοχών. Την έλλειψη του μισθού δεν μπορεί να την αναπληρώσει η τυχόν προθυμία του εργοδότη και του ασφ/νου να καταβάλουν τις νόμιμες ασφαλιστικές εισφορές. Οι περιπτώσεις που αναφέρονται στις πιο πάνω διατάξεις δεν είναι περιοριστικές αλλά ενδεικτικές. Στον κανόνα μπορούν να υπαχθούν και άλλες αρκεί η μη προσφορά της εργασίας να αποτελεί είτε άσκηση δικαιώματος (π.χ. επίσχεση εργασίας) είτε να ανάγεται σε υπαιτιότητα του εργοδότη που δεν οφείλεται σε ανωτέρα βία (π.χ. υπερημερία, πτώχευση). Και γι΄ αυτές απαραίτητη προϋπόθεση είναι να οφείλονται αποδοχές, από τις οποίες θα προκύψουν οι ανταποδοτικές της ασφ/σης εισφορές. II. ΧΡΟΝΙΚΗ ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΑΞΙΩΣΗΣ ΜΙΣΘΟΥ. 1. Στη νομοθεσία του Ιδρύματος δεν υπάρχουν διατάξεις που να καθορίζουν τη χρονική διάρκεια για την οποία οι μισθωτοί έχουν αξίωση επί του μισθού, η οποία περαιτέρω πρέπει να αναγνωριστεί ως χρόνος ασφάλισης με τις πιο πάνω διατάξεις. Το θέμα αυτό το καλύπτουν ειδικές διατάξεις, συλλογικές συμβάσεις, Κανονισμοί εργασίας αλλά κύρια τα άρθρα 657 και 658 του Αστικού Κώδικα, τις διατάξεις των οποίων εφαρμόζουμε αναλογικά. Για το προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δίκαιου στο Δημόσιο, τους ΟΤΑ και τα άλλα ν.π.δ.δ. η χρονική διάρκεια για την οποία πρέπει να καταβληθούν αποδοχές, σε περίπτωση κωλύματος παροχής εργασίας, καθορίζεται από το άρθρο 17 του Π.Δ/τος 410/1988 , με το οποίο κωδικοποιήθηκαν σε ενιαίο κείμενο οι διατάξεις για το προσωπικό αυτό. Τέλος για τους μονίμους υπαλλήλους του Δημοσίου, των Ο. Τ. Α. και των άλλων ν. π. δ.δ. που επέλεξαν ως ασφαλιστικό φορέα το καθεστώς των διατάξεων του αν.ν. 1846/51, το χρονικό διάστημα, για το οποίο διατηρούν αξίωση επί του μισθού σε περίπτωση κωλύματος, καθορίζεται είτε από τον Κώδικα Δημοσίων Υπάλληλων είτε από ειδικούς νόμους που παραπέμπουν σ΄ αυτόν όπως συμβαίνει με το Ν.3163/55 που αναφέρεται στους μονίμους υπάλληλους του Ιδρύματος. Οι υπάλληλοι αυτοί διέπονται τόσο από τον υπαλληλικό Κώδικα, σό, τι αφορά την υπαλληλική τους κατάσταση χορήγηση αδειών, δικαίωμα και χρονική διάρκεια επί των αποδοχών σε περίπτωση κωλύματος κλπ - όσο και από τη νομοθεσία του αν. ν. 1846/51 στο σύνολο της άρα και για θέματα συνέχισης της ασφ/σης. 2. Επειδή στην πράξη οι περισσότερες περιπτώσεις συνέχισης της ασφ/σης λόγω ανυπαιτίου κωλύματος παροχής εργασίας που εμφανίζονται είναι αυτές των εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα (δεδομένου ότι απασχολεί μεγαλύτερο αριθμό προσώπων) και σ΄ αυτούς εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 657 και 658 του Α. Κ., για διευκόλυνσή σας παραθέτουμε τις διατάξεις αυτές: Αρθρο 657: "Ο εργαζόμενος διατηρεί την αξίωσή του για μισθό, αν ύστερα από δεκαήμερη τουλάχιστον παροχή εργασίας εμποδίζεται να εργαστεί από σπουδαίο λόγο που δεν οφείλεται σε υπαιτιότητά του. Ο εργοδότης έχει δικαίωμα να εκπέσει από το μισθό τα ποσά που εξ αιτίας του εμποδίου καταβλήθηκαν στον εργαζόμενο από ασφάλιση υποχρεωτική κατά το νόμο". Αρθρο 658: "Το χρονικό διάστημα κατά το οποίο διατηρείται, σύμφωνα με το προηγούμενο άρθρο, η αξίωση για το μισθό σε περίπτωση εμποδίου, δεν μπορεί να υπερβεί τον ένα μήνα, αν το εμπόδιο εμφανίστηκε ένα τουλάχιστον έτος μετά την έναρξη της σύμβασης, και το μισό μήνα σε κάθε άλλη περίπτωση. Η αξίωση για το διάστημα αυτό υπάρχει και αν ακόμη ο εργοδότης κατάγγειλε τη μίσθωση επειδή το εμπόδιο του παρείχε το δικαίωμα αυτό". Το εδαφ. β΄ του άρθρου 657 του Α.Κ. εφαρμόζεται και σε εκείνες τις περιπτώσεις που ο εργοδότης φυσικό ή νομικό πρόσωπο ιδιωτικού ή δημοσίου δίκαιου οφείλει κατά νόμιμη υποχρέωση, αδιάφορα από τη φύση της εργασιακής σχέσης (ιδιωτικού ή δημοσίου δικαίου) να καταβάλει στον κωλυόμενο πλήρεις τις αποδοχές του ( άρθρο 20 παρ. 5 Ν.Δ. 2698/53 που προστέθηκε ως αυτοτελής διάταξη στο άρθρο 38 παρ. 2 εδαφ. β΄ του αν.ν. 1846/51 ). Για διευκόλυνση σας, παραθέτουμε και τις διατάξεις του άρθρου 17 του π.δ/τος 410/88 επειδή και στο Δημόσιο, τους ΟΤΑ και τα ν.π.δ.δ. υπηρετεί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ένας σημαντικός αριθμός υπάλληλων. `Αρθρο 17: Κωλύματα παροχής εργασίας. "1. Αποδοχές δεν οφείλονται στον προσληφθέντα για υπηρεσία που δεν παρασχέθηκε καθόλου ή εν μέρει από υπαιτιότητά του. 2. Ο προσληφθείς διατηρεί την αξίωση για τις αποδοχές αν κωλύεται να εργασθεί για σπουδαίο λόγο, που δεν οφείλεται σε υπαιτιότητά του. 3. Ο χρόνος, για τον οποίο διατηρείται η κατά την προηγούμενη παράγραφο αξίωση για τις αποδοχές, δεν μπορεί να υπερβεί το μήνα για κάθε ημερολογιακό έτος, αν το κώλυμα επήλθε ένα τουλάχιστον έτος μετά την πρόσληψη ή το μισό μήνα σε κάθε άλλη περίπτωση. 4. Το προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου του Δημοσίου, ν.π.δ.δ. και OTA το οποίο πάσχει από μεσογειακή ή δρεπανοκυτταρική αναιμία ή από δυσίατα νοσήματα όπως αυτά προσδιορίζονται στον Υπαλληλικό Κώδικα για τους δημοσίους πολιτικούς διοικητικούς υπαλλήλους, εφόσον απουσιάζει από την υπηρεσία και νοσηλεύεται σε νοσοκομείο λόγω επιπλοκών της ασθένειας του, διατηρεί την αξίωση για τις αποδοχές του μέχρι δύο μήνες κατ΄ ανώτατο όριο παραμονής του στο νοσοκομείο για κάθε ημερολογιακό έτος. Η διάταξη αυτή δεν καλύπτει όσους έχουν στίγμα μεσογειακής αναιμίας. 5. Ο χρόνος διάρκειας του κωλύματος υπολογίζεται είτε εφάπαξ είτε σε περισσότερα διαστήματα μικρότερης χρονικής διάρκειας. 6. Οποιοδήποτε ποσό, το οποίο ο προσληφθείς δικαιούται να λάβει κατά τη διάρκεια του κωλύματος, λόγω υποχρεωτικής από το νόμο ασφάλισης εκπίπτεται από τις οφειλόμενες αποδοχές. 7. Η κατά τις παραγράφους 2,3, και 4 αξίωση υφίσταται και αν ακόμη η υπηρεσία κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας κατά τη διάρκεια του κωλύματος ". 3. Από την παράθεση των πιο πάνω διατάξεων σαφώς προκύπτει αφενός ότι ο χρόνος κατά τον οποίο διατηρείται αξίωση για μισθό, δεν μπορεί να υπερβεί το μήνα αν το κώλυμα επήλθε ένα χρόνο τουλάχιστο μετά την έναρξη της σύμβασης το μισό δε μήνα σε κάθε άλλη περίπτωση που έχει συμπληρωθεί 10ήμερη απασχόληση και αφετέρου η βούληση του νομοθέτη να παραμείνει αδιατάρακτη η εργασιακή σχέση και φυσικά και τα δικαιώματα του μισθωτού που απορρέουν από αυτήν. Για το αντίστοιχο χρονικό διάστημα συνεχίζεται η ασφ/ση και ο μισθωτός δικαιούται να λάβει τόσες ημέρες ασφ/σης όσες θα λάμβανε αν πραγματικά απασχολούνταν. 4. Το έτος που αναφέρουν οι διατάξεις των άρθρων 657 και 658 είναι εργασιακό και μπορεί κάποιος εργαζόμενος, μέσα στο ίδιο ημερολογιακό έτος αλλά διαφορετικό εργασιακό να απουσιάσει δύο φορές συμφωνά με τα παραπάνω και να δικαιούται αποδοχές. Αυτό όμως δεν συμβαίνει πάντοτε αλλά μόνο στις περιπτώσεις εκείνες όπου το κώλυμα που συνεχίζεται και στο επόμενο εργασιακό έτος δεν είναι το ίδιο και σ΄ αυτές που ο εργαζόμενος επέστρεψε στην υπηρεσία του και παρείχε εργασία στο χρονικό διάστημα αλλαγής του εργασιακού έτους. Αντίθετα δεν δικαιούται αποδοχές πέραν του μηνός ή του μισού ανάλογα, όταν το ίδιο κώλυμα παρατείνεται πέραν των πιο πάνω χρόνων έστω και αν κατά τη διαδρομή του χρόνου αυτού συμπληρώνεται και νέο έτος εργασίας. Για να γίνουν κατανοητά τα αμέσως παραπάνω σας δίνουμε ως παράδειγμα την περίπτωση της με αριθμό 1012/1972 απόφασης του Αρ. Πάγου (Δ.Ε.Ν. 1973 σελ.130) για την οποία μας ενημέρωσε τηλεφωνικά το Υπουργείο Εργασίας. Παράδειγμα: Κάποιος εργαζόμενος προσλήφθηκε την 1.8.1962 (έναρξη εργασιακής σχέσης). Ασθένησε την 1.6.1968 και η ασθένειά του είχε διαρκέσει μέχρι την 30.9.1968. Παρατάθηκε δηλαδή και στο νέο εργασιακό έτος το οποίο είχε ήδη συμπληρωθεί την 1.8.1968. Ο εργαζόμενος αυτός δικαιώθηκε αποδοχές μόνο για ένα μήνα. Ο ίδιος εργαζόμενος εάν είχε ασθενήσει από 1.6.1968 μέχρι 31.7.1968 επέστρεφε στην υπηρεσία του και απουσίαζε πάλι για το ίδιο κώλυμα από 1.9.1968-30.9.1968 θα είχε δικαιωθεί αποδοχές δύο (2) μηνών. Δύο μηνών αποδοχές θα είχε δικαιωθεί και στην περίπτωση της απουσίας του από 1.6.1968-30.9.1968 εάν όμως το Κώλυμά του ήταν μία α΄ ασθένεια και συνέχιζε στο νέο εργασιακό έτος με μία β΄ ασθένεια δηλαδή με κώλυμα διαφορετικό. 5. Για τους εκτάκτους του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των άλλων ν.π.δ.δ το έτος που προβλέπουν οι διατάξεις του άρθρου 17 του π.δ/τος 410/88 δεν είναι εργασιακό άλλα ημερολογιακό. III. ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΤΑΚΤΟΠΟΙΗΣΑ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΠΕΡΙΟΔΟ ΑΠΟΧΗΣ ΛΟΓΩ ΑΣΘΕΝΕΙΑΣ Όσον αφορά στην ασφαλιστική τακτοποίηση των μισθωτών που απέχουν από την εργασία τους για λόγους ασθένειας, σημειώνουμε τα εξής: 1. Θέμα είχε δημιουργηθεί στο παρελθόν σε ποιες αποδοχές θα υπολογίζονται οι εισφορές, για τη συνέχιση της ασφ/σης σε περίπτωση μείωσης των αποδοχών τους κατ΄ εφαρμογή του εδαφ.β΄ του άρθρου 657 του Α.Κ. Για το θέμα αυτό είχε εκδοθεί αρχικά η εγκύκλιος 16/1965 με την οπαία κοινοποιήθηκε το περιεχόμενο της 903/23.11.1964 Γνωμοδότησης του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους. Σύμφωνα με το περιεχόμενό της οι εισφορές για την υλοποίηση της ασφάλισης έπρεπε να υπολογίζονται στις αποδοχές που θα λάμβανε ο εργαζόμενος κατά τις διατάξεις του άρθρου 657 εδαφ. α΄, δηλαδή χωρίς την έκπτωση του επιδόματος ασθένειας. Η εγκύκλιος αυτή ανακλήθηκε μεταγενέστερα με τις οδηγίες της εγκυκλίου 227/1968. Κατά το περιεχόμενο της τελευταίας, οι παροχές του εργοδότη που υπόκεινται σε εισφορά στην περίπτωση εφαρμογής του εδαφ. β΄ του άρθρου 657 είναι το υπόλοιπο του μισθού μετά την αφαίρεση του επιδόματος ασθένειας και όχι το σύνολο του μισθού επί του οποίου διατηρεί την αξίωση του ο μισθωτός. 2. Στην ασφαλιστική πρακτική παρουσιάστηκαν περιπτώσεις μισθωτών κατά τις οποίες το καταβαλλόμενο επίδομα ασθενείας από το ΙΚΑ, κατά το χρόνο αποχής από την εργασία τους, ήταν ίσο ή μεγαλύτερο από το υπόλοιπο του μισθού που είχε υποχρέωση να καταβάλει ο εργοδότης. Αυτό είχε ως συνέπεια την απαλλαγή του εργοδότη από την υποχρέωση καταβολής μισθού και εισφορών και ο μισθωτός παρέμενε για το αντίστοιχο χρονικό διάστημα χωρίς ασφάλιση, παρά το γεγονός ότι δεν είχε διακοπεί η εργασιακή σχέση και κατ΄ αρχήν είχε αξίωση επί του μισθού. 3. Με αφορμή πρόσφατα ερωτήματα για το πιο πάνω θέμα, απευθυνθήκαμε στο Νομικό Συμβούλιο του Κράτους για να έχουμε την άποψή του στα εξής: α) θα έχουμε συνέχιση της ασφάλισης και στις περιπτώσεις εκείνες κατά τις οποίες ο μισθωτός απέχει από την εργασία του λόγω ασθένειας, πλην όμως δεν παίρνει αποδοχές από τον εργοδότη του κατ΄ εφαρμογή των διατάξεων του εδαφ. β΄ του άρθρου 657 του Α.Κ αν και διατηρείται η αξίωση του επ΄ αυτών; Σε περίπτωση δε θετικής άποψης επ΄ αυτού: α) θα έχουμε συνέχιση της ασφάλισης με καταβολή ή χωρίς καταβολή εισφορών; β) Σε περίπτωση καταβολής, σε ποιες αποδοχές θα υπολογιστούν αυτές; και γ) Ποιός θα καταβάλει το σύνολο των εισφορών (εργοδότη και ασφ/νου). Από την Ολομέλεια του δομικού Συμβουλίου του Κράτους εκδόθηκε η Γνωμοδότηση 141/92 που σας κοινοποιείται. Σύμφωνα με το περιεχόμενο αυτής η θέση που διατυπώνεται στο γενικό ερώτημα είναι ότι: ο μισθωτός που απέχει από την εργασία του από ανυπαίτιο κώλυμα (ασθένεια), χωρίς να λάβει τις προβλεπόμενες από το νόμο αποδοχές λόγω της καταβολής σ΄ αυτόν επιδόματος ασθένειας ίσου με τις νόμιμες αποδοχές του, ασφαλίζεται υποχρεωτικά. Η αιτιολογία της άποψης αυτής, πάντα κατά το περιεχόμενο της Γνωμοδότησης, στηρίζεται στο γεγονός ότι η υποχρέωση ασφ/σης του μισθωτού είναι απόρροια ρητής επιταγής του νόμου (άρθρο 8 αν.ν 1846/51) και συναρτάται όχι από την πραγματική καταβολή του μισθού εκ μέρους του εργοδότη, αλλά από το δικαίωμα που παρέχει ο νόμος στην καταβολή μισθού. Γι΄ αυτό η τυχόν παραγραφή της αξίωσης προς καταβολή του, δεν αναιρεί την υποχρεωτικότητα της ασφ/σης και ούτε συνεπάγεται απώλεια του δικαιώματος σε ασφ/ση, με βάση πάντοτε τις προβλεπόμενες από το νόμο αποδοχές. Η ασφ/ση του μισθωτού και η συνακόλουθη υποχρέωση του εργοδότη στην καταβολή των ασφαλιστικών εισφορών που τον βαρύνουν είναι υποχρέωση (και δικαίωμα) αυτόνομη και ανεξάρτητη από την υποχρέωση της καταβολής των νομίμων αποδοχών. Το γεγονός δε ότι ο εργοδότης διατηρεί από τις ίδιες διατάξεις, ενδεχομένως, το δικαίωμα να εκπέσει από τον οφειλόμενο μισθό, τυχόν «καταβληθέντα από τρίτους ποσά, δυνάμει υποχρεωτικής ασφ/σης, δεν καταργεί ούτε περιορίζει το αυτόνομο, και ανθύπαρκτο δικαίωμα του μισθωτού σε καταβολή μισθού, που δρά ανεξάρτητα από τυχόν παράλληλο δικαίωμα του εργοδότη να επιδιώξει την εν λόγω έκπτωση. Με το δικαίωμα της έκπτωσης ο νομοθέτης απέβλεψε απλώς στην αποφυγή αποδοχής εκ μέρους του μισθωτού οικονομικών απολαυών από δύο πηγές και δεν είχε ασφαλώς την πρόθεση να απαλλάξει τον εργοδότη από την υποχρέωση καταβολής του νομίμου μισθού και τις συναφείς ασφαλιστικές εισφορές. Αντίθετα το μόνο του απαιτεί η διάταξη του άρθρου 8 του αν. ν 1846/51 για την υπαγωγή στην ασφ/ση, όταν ο μισθωτός δεν παρέχει τις υπηρεσίες του δυνάμει δικαιώματος ή ανυπαιτίου κωλύματος, είναι μόνο η ύπαρξη σχετικού δικαιώματος καταβολής μισθού όχι δε και την πραγματική καταβολή του. Με την παραπάνω αιτιολογία γίνεται φανερό ότι το δικαίωμα του μισθωτού και οι υποχρεώσεις του εργοδότη δεν αλλοιώνονται από τη λογιστική απεικόνιση της μεταξύ των οικονομικής σχέσης για το κρίσιμο χρονικό διάστημα αποχής από την εργασία του μισθωτού που δεν οφείλεται σε υπαιτιότητά του. Ως προς τα επί μέρους ερωτήματα (εφόσον η απάντηση είναι θετική στο γενικό ερώτημα) οι θέσεις που περιέχει η Γνωμοδότηση είναι οι εξής: α) Ότι η συνέχιση της ασφάλισης θα υλοποιείται με καταβολή των νομίμων εισφορών, δηλαδή αυτές που αναλογούν στον ασφ/νο και στον εργοδότη. Η καταβολή τους θα γίνεται σύμφωνα με όσα ορίζουν οι οικείες ασφαλιστικός διατάξεις. β) Ότι ο υπολογισμός των εισφορών θα γίνεται επί του συνόλου των προβλεπομένων από το νόμο αποδοχών, πριν δηλαδή την έκπτωση του τυχόν καταβληθέντος επιδόματος ασθενείας και γ) Ότι το σύνολο των εισφορών (εργοδότη και ασφ/νου) στην περίπτωση που δεν απομένει μισθός - γιατί τα καταβληθέντα επιδόματα κάλυψαν ολοσχερώς την υποχρέωση καταβολής μισθού - είναι υποχρεωμένος να τις καταβάλει ο εργοδότης. Αυτό εξάλλου είναι σύμφωνο με τις διατάξεις του άρθρου 25 παρ. 10 του αν.ν. 1846/51 κατά τις οποίες ο εργοδότης βαρύνεται με ολόκληρη την εισφορά (εργοδότη και ασφ/νου) εάν καμιά αμοιβή σε χρήμα εισπράττει ο ασφ/νος από αυτόν ή τρίτους. IV. ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΠΕΡΙΠΤΩΣΕΙΣ ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΜΕ ΤΟ ΘΕΜΑ ΣΥΝΕΧΙΣΗΣ ΤΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΚΑΤΑ TH ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΤΗΣ ΑΣΘΕΝΕΙΑΣ 1. Τριήμερο αναμονής Κατά τις διατάξεις του άρθρου 5 του αν. ν. 178/1967 που προστέθηκαν στο άρθρο 38 παρ. 2 του αν. ν. 1846/51 σε περίπτωση αποχής μισθωτού από την εργασία του, λόγω ασθένειας, ο εργοδότης, για το χρονικό διάστημα από την αναγγελία της ανικανότητας μέχρι την έναρξη της επιδότησής του από το ΙΚΑ - που κατά τις διατάξεις του άρθρου 30 παρ. 3 του αν.ν. 1846/51 όπως τροποποιήθηκαν από το άρθρο 39 του Ν.Δ. 2698/53 καταβάλλεται προκειμένου περί ασφ/νων που παρέχουν εξαρτημένη εργασία από την 4η ημέρα -υποχρεούται στην πληρωμή μόνο του μισού ημερομισθίου ή του αναλογούντος μισθού, αποκλείεται δε η συμπλήρωση αυτών από το ΙΚΑ. Κατά το τριήμερο αναμονής δηλαδή ο μισθωτός δικαιούται μέρος των αποδοχών του και κατά συνέπεια έχουμε και συνέχιση της ασφάλισης σύμφωνα με όσα προστέθηκαν. 2. Πολλαπλώς απασχολούμενοι Στον πολλαπλώς απασχολούμενο έχουν εφαρμογή όσα προεκτέθηκαν σχετικά με τη χρονική διάρκεια της αξίωσής του για μισθό. Όσον αφορά στο ποσό των αποδοχών, δικαιούται αυτές που θα λάμβανε εργαζόμενος. Σε περίπτωση ασθένειας όμως ο καθένας από τους εργοδότες του δικαιούται να εκπέσει ποσό ανάλογο του επιδόματος που καταβάλλεται από το Ίδρυμα ώστε και ο εργαζόμενος να λάβει τις αποδοχές που θα λάμβανε αν εργαζόταν και οι εργοδότες να ωφεληθούν την επιτρεπόμενη από το νόμο έκπτωση.(Γενικό Έγγραφο 151691/2.1.1970). Όσον αφορά στη συνέχιση της ασφάλισης και την υλοποίηση της ισχύουν όσα προεκτέθηκαν. 3. Προθεσμία αναγνώρισης ημερών εργασίας Σε περίπτωση διακοπής της απασχόλησης κάποιου προσώπου για λόγους ασθένειας, που συνιστούν όμως συνέχιση της ασφ/σης κατ΄ εφαρμογή των διατάξεων που προεκτέθηκαν, κάμπτεται η προθεσμία του εδαφ. α΄ της παρ. 8α του άρθρου 26 του αν.ν. 1846/51 που αναφέρεται στην αναγνώριση ημερών εργασίας στην ασφάλιση. Έτσι, δεν υπόκειται στους περιορισμούς της παρ.8α του άρθρου 26 του αν.ν. 1846/51 η αναγνώριση των ημερών εργασίας στην ασφάλιση, κατ΄ εφαρμογή των διατάξεων που προβλέπουν τη συνέχισή της, εφόσον ο ασφ/νος αφενός μεν δικαιούται αποδοχές από τον εργοδότη σε εφαρμογή των άρθρων 657 και 658 του Α. Κ, ή άλλων διατάξεων και αφετέρου έλαβ επίδομα ασθενείας από οποιοδήποτε υποκατάστημα του ΙΚΑ. Αυτό γιατί δεν πρόκειται για ασφάλιση από απασχόληση που χρειάζεται αποδείξεως, οπότε έχουν εφαρμογή οι διατάξεις περί προθεσμιών, αλλά για πλασματική η οποία δημιουργεί χωρίς άλλο ημέρες εργασίας υπέρ του ασφ/νου που μπορούν, να αναγνωριστούν οποτεδήποτε. Στην ουσία πρόκειται για ασφ/ση που αποδεικνύεται από την καταβολή από το ΙΚΑ του επιδόματος ασθενείας, και φυσικά οι χρονικοί περιορισμοί των προθεσμιών δεν ισχύουν μόνο για το χρόνο κατά τον οποίο ο εργοδότης υποχρεούμαι σε καταβολή μισθού και όχι για περισσότερο χρόνο από αυτόν που ορίζει ο νόμος (Γεν. Έγγραφο 59385/269/23.5.1969 - Δ. ΙΚΑ 1969 σελ.602, και Γεν. Έγγραφο 118 633/261/21.9.65 Δ. ΙΚΑ 1966 σελ.43). 4. Εισφορά επαγγελματικού κινδύνου Οι επιχειρήσεις που έχουν υποχρέωση προς καταβολή εισφοράς επαγγελματικού κινδύνου πρέπει να καταβάλουν αυτήν και κατά το χρόνο της ασθένειας των εργαζομένων εφόσον βέβαια για το χρόνο αυτό συντρέχουν οι προϋποθέσεις του νόμου για συνέχιση της ασφάλισης στους κλάδους του ΙΚΑ (Εγκύκλιος 84/1978). Αντίθετα, δεν υπάρχει υποχρέωση καταβολής της εισφοράς αυτής, όταν κάποια από τις επιχειρήσεις αυτές διακόψει οριστικά και εξ ολοκλήρου τη λειτουργία της, χωρίς να έχει καταγγελθεί η μεταξύ της εταιρείας και των μισθωτών της σύμβαση εργασίας και ανακύψει θέμα συνέχισης της ασφ/σης. Τα τελευταία προβλέπουν οι οδηγίες της Γενικής Διαταγής 57/1963 (Δ. ΙΚΑ 1963 σελ.381) που εξακολουθούν να ισχύουν παραλλήλως με αυτές της Εγκ.84/78 εφόσον αναφέρονται σε διαφορετικά θέματα. 5. Συνταξιοδότηση υπάλληλων μονιμοποιηθέντων με το Ν.1476/84 Όπως είναι γνωστό με το Ν. 1476/84 ή και με μεταγενέστερους που παραπέμπουν σ΄ αυτόν μονιμοποιήθηκαν οι έκτακτοι υπάλληλοι του δημοσίου, ΟΤΑ και των άλλων ν.π.δ.δ. Πολλοί από αυτούς είχαν δικαίωμα επιλογής και επέλεξαν ως ασφαλιστικό φορέα το καθεστώς των διατάξεων του αν.ν. 1846/51. Στους υπάλληλους αυτούς όπως προειπώθηκε εφαρμόζονται αφενός ο δημοσιοϋπαλληλικός κώδικας και αφετέρου οι διατάξεις της ασφαλιστικής νομοθεσίας. Όσοι από αυτούς βρίσκονται σε αναρρωτική άδεια ή διαθεσιμότητα εξ αιτίας της νόσου-που τους χορηγήθηκε σύμφωνα με τον υπαλληλικό κώδικα δικαιούνται να ζητήσουν τη συνταξιοδότησή τους από το ΙΚΑ λόγω αναπηρίας και να πάρουν σύνταξη για την πιο πάνω αιτία. Στην περίπτωση αυτή δεν έχουμε οριστική λύση της υπαλληλικής σχέσης εφόσον κάποιος ως μόνιμος υπάλληλος όταν ασθενήσει δεν απολύεται αλλά του χορηγείται αναρρωτική άδεια η τίθεται σε διαθεσιμότητα, όταν η ασθένεια παρατείνεται πέρα από τον οριζόμενο χρόνο αναρρωτικής άδειας. Εφόσον λοιπόν συνταξιοδοτηθεί τα ποσά που καταβάλλονται για σύνταξη, αναπηρίας συμψηφίζονται με τις τακτικές αποδοχές του που αντιστοιχούν στη διάρκεια της αναρρωτικής άδειας. Το χρονικό αυτό διάστημα εξυπακούεται, ότι είναι χρόνος ασφ/σης. Οι εισφορές που πρέπει να καταβληθούν για την υλοποίηση της ασφάλισης θα πρέπει να υπολογιστούν στις αποδοχές που δικαιούται ο υπάλληλος πριν την αφαίρεση του ποσού της σύνταξης αναπηρίας. Το ίδιο θα συμβεί και στην περίπτωση χορήγησης σύνταξης γήρατος ( Εγκύκλιος 62/1988 ). 6. Πρόσωπα που ασφαλίζονται με τις διατάξεις των Κεφαλαίων Η, θ και Ι - του ΚΑ - ΙΚΑ. Η ασφάλιση των προσώπων που παρακολουθούνται ασφαλιστικά από τις διατάξεις των πιο πάνω Κεφαλαίων του Κανονισμού Ασφ/σης του ΙΚΑ αναστέλλεται στις περιπτώσεις που ορίζουν οι διατάξεις των άρθρων 62, 69 και 77 του Κανονισμού. Εφόσον όμως απουσιάζουν από την εργασία τους για λόγους ασθένειας ή και για άλλους λόγους ανεξάρτητους από τη θέλησή τους που δεν οφείλονται σε υπαιτιότητα τους και για τις ημέρες αυτές εξακολουθεί να τους καταβάλλεται, αμοιβή (μερίδιο) ολικά ή μερικά από μέρους του Σωματείου ή της Ένωσης γενικά τότε για τις ημέρες αυτές έχουμε συνέχιση της ασφ/σης κατ΄ εφαρμογή των διατάξεων της παρ. 2 των άρθρων 2 και 8 του αν.ν. 1846/51 (Γεν. Έγγραφο Α22/408,383/27.9.1983) 7. Τέλος συνέχιση της ασφ/σης μπορεί να έχουμε για λόγους ασθένειας και στις περιπτώσεις εκείνες που η ασφάλιση χωρεί με ειδικές διατάξεις εφόσον βεβαίως υπάρξουν οι προϋποθέσεις του νόμου. Τέτοιες κατηγορίες είναι τα μέλη των αστικών συνεταιρισμών και τα πρόσωπα που απασχολούνται σε επιχειρήσεις μελών της οικογένειάς τους. Ύστερα από τα παραπάνω ανακαλούνται οι οδηγίες της εγκυκλίου 227/1968 Παρακαλούμε για την εφαρμογή των οδηγιών της παρούσας που θα πρέπει να αρχίσει για αναρρωτικές άδειες και συντάξεις αναπηρίας που θα χορηγηθούν από 1.8.1992. | Ακριβές αντίγραφο | | | Ο ΤΜΗΜΑΤΑΡΧΗΣ ΔΙΕΚΠΕΡΑΙΩΣΕΩΣ | Ο ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ-ΕΣΟΔΩΝ | | ΕΛ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ | Π. ΚΩΣΤΟΥΡΟΣ | |