Σε περίπτωση «μεταφοράς» εργαζόμενου από μια επιχείρηση σε άλλη, ανήκουσα σε άλλο φυσικό ή νομικό πρόσωπο, υφίσταται οριστική αποχώρηση του μισθωτού από τον αρχικό εργοδότη και σύναψη νέας σύμβασης με καινούργια επιχείρηση, οπότε και απαιτείται πάντοτε η κατά νόμιμο τρόπο λύση της εργασιακής σύμβασης με τον πρώτο εργοδότη και η σύναψη νέας σύμβασης με τον νέο εργοδότη.
Πάντως, βάσει της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων (άρθρο 361 του Α.Κ.), στην περίπτωση σύννομου λύσης της πρώτης σύμβασης και συνάψεως νέας με άλλον εργοδότη μπορεί να γίνει συμφωνία του νέου εργοδότη με το μισθωτό ότι όλα τα έναντι του πρώτου εργοδότου δικαιώματα του μισθωτού θα υφίστανται και έναντι του νέου εργοδότη (Βλέπε και Δ.Ε.Ν. 2014, σελ. 1357 και έγγραφο Υπουργείου Εργασίας 11982/2016).
Σε περίπτωση οριστικής αποχώρησης του μισθωτού από τον αρχικό εργοδότη και σύναψης νέας σύμβασης με καινούργια επιχείρηση, χωρίς να υφίσταται, εν προκειμένω, μεταβίβαση της εργασιακής σχέσης, κατά τα οριζόμενα στο
Π.Δ. 178/2002, έστω και αν η μεταφορά προσωπικού γίνεται μεταξύ επιχειρήσεων που ανήκουν στον ίδιο όμιλο επιχειρήσεων, ακολουθείται η προβλεπόμενη διαδικασία για νέα πρόσληψη. Στην περίπτωση που η καινούργια επιχείρηση αναγνωρίζει όλα τα εργασιακά δικαιώματα του μισθωτού, όπως αυτά απορρέουν από την προγενέστερη σύμβασή του (από την αρχική ημερομηνία πρόσληψης), το σχετικό γεγονός αναγράφεται στο πεδίο των παρατηρήσεων, ενώ στο πεδίο της ημερομηνίας πρόσληψης του πίνακα αναγράφεται η ημερομηνία έναρξης της νέας σύμβασης (έγγραφα Υπουργείου Εργασίας
509/2013 και 40990/50/25-2-2015).
Η σύμβαση εργασίας στον αρχικό εργοδότη και η σύμβαση στον νέο εργοδότη επί μεταφοράς εργαζόμενου ( όπου δεν υφίσταται μεταβίβαση εργασιακής σχέσης κατά το ΠΔ 178/2002) εξετάζονται αυτοτελώς ,οπότε και ο υπόψη εργαζόμενος δικαιούται αδείας και επιδόματος αδείας ξεχωριστά τόσο από τον αρχικό όσο και από τον νέο εργοδότη.