Ελληνική επιχείρηση παρέχει, έναντι αμοιβής, οργανωμένα εκπαιδευτικά προγράμματα σε ψυχολόγους, συμβούλους ψυχικής υγείας και λοιπούς επαγγελματίες του κλάδου, με αντικείμενο την εκπαίδευση και εξειδίκευσή τους σε συγκεκριμένη επιστημονική/θεραπευτική προσέγγιση. Τα προγράμματα έχουν συγκεκριμένο πρόγραμμα σπουδών και διάρκεια, παρέχονται από εξειδικευμένους εκπαιδευτές και αποσκοπούν στην απόκτηση εξειδικευμένων γνώσεων και επαγγελματικών δεξιοτήτων για την άσκηση ή περαιτέρω ανάπτυξη της επαγγελματικής δραστηριότητας των συμμετεχόντων.

Συνεπώς, κατά τα πραγματικά περιστατικά, πρόκειται για δραστηριότητα επαγγελματικής εκπαίδευσης/επιμόρφωσης και όχι για εκπαίδευση ερασιτεχνικού ή ψυχαγωγικού χαρακτήρα.

Η επιχείρηση έχει αναγνωριστεί/αδειοδοτηθεί από διεθνή φορέα της συγκεκριμένης επιστημονικής/θεραπευτικής προσέγγισης ως εξουσιοδοτημένο εκπαιδευτικό κέντρο και εφαρμόζει τις εκπαιδευτικές προδιαγραφές αυτού.

Ωστόσο, δεν διαθέτει άδεια ή αναγνώριση ως εκπαιδευτικός φορέας από το Υπουργείο Παιδείας ή άλλη ελληνική δημόσια αρχή, ούτε έχει υπάρξει μέχρι σήμερα σχετική κρίση του Προϊσταμένου της αρμόδιας ΔΟΥ περί υπαγωγής της δραστηριότητας στην απαλλαγή από ΦΠΑ.
Κατόπιν των ανωτέρω, ερωτάται:

Δύνανται οι συγκεκριμένες υπηρεσίες να υπαχθούν στην απαλλαγή από ΦΠΑ του άρθρου 22 παρ. 1 περ. ιβ΄ του Κώδικα ΦΠΑ ως υπηρεσίες επαγγελματικής εκπαίδευσης, επιμόρφωσης ή επανακατάρτισης, παρά το γεγονός ότι ο φορέας δεν διαθέτει αναγνώριση/αδειοδότηση από ελληνική δημόσια αρχή;

Ειδικότερα, παρακαλούμε να διευκρινιστεί:

1. Εάν για τη συγκεκριμένη δραστηριότητα απαιτείται κατά την ελληνική νομοθεσία άδεια ή αναγνώριση από συγκεκριμένη δημόσια αρχή και, εφόσον δεν προβλέπεται τέτοια άδεια ή αρμόδια αρχή, εάν εφαρμόζονται τα οριζόμενα στην ΠΟΛ.1071/8.3.1995, σύμφωνα με τα οποία αρμόδιος να κρίνει, βάσει των πραγματικών περιστατικών, εάν συντρέχουν οι προϋποθέσεις απαλλαγής είναι ο Προϊστάμενος της αρμόδιας ΔΟΥ. Η συγκεκριμένη πρόβλεψη παρατίθεται ρητά και στη ΔΕΔ Α 1667/2020.

2. Εάν η αναγνώριση/αδειοδότηση από τον διεθνή επιστημονικό φορέα δύναται να καλύψει αυτοτελώς την προϋπόθεση του άρθρου 22 περί αναγνώρισης από την «κατά περίπτωση αρμόδια αρχή» ή εάν αποτελεί απλώς αποδεικτικό στοιχείο για τον επαγγελματικό και οργανωμένο χαρακτήρα της παρεχόμενης εκπαίδευσης.

3. Εάν απαιτείται προηγούμενη κρίση της αρμόδιας ΔΟΥ για την εφαρμογή της απαλλαγής ή εάν αυτή εφαρμόζεται ευθέως από τον υποκείμενο, εφόσον αντικειμενικά συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις.

4. Ποια συγκεκριμένα στοιχεία πρέπει να συντρέχουν και να τηρούνται για την τεκμηρίωση της απαλλαγής (ΚΑΔ, καταστατικός σκοπός, πρόγραμμα σπουδών, ιδιότητα εκπαιδευομένων, διάρκεια, εκπαιδευτές, αξιολόγηση/εξετάσεις, πιστοποιητικά, σύμβαση και αναγνώριση από τον διεθνή φορέα κ.λπ.).

Παρακαλούμε για τεκμηριωμένη επιστημονική απάντηση με παράθεση των εφαρμοζόμενων διατάξεων, διοικητικών λύσεων και τυχόν σχετικής νομολογίας, λαμβανομένων ιδίως υπόψη:
α) του άρθρου 22 παρ. 1 περ. ιβ΄ του Κώδικα ΦΠΑ,
β) της ΠΟΛ.1282/23.12.1992,
γ) της ΠΟΛ.1071/8.3.1995,
δ) του εγγράφου ΔΕΕΦ Α 1148730 ΕΞ 2016/14.10.2016, και
ε) της ΔΕΔ Α 1667/2020.

Σημειώνεται ότι στο ΔΕΕΦ Α 1148730 ΕΞ 2016 γίνεται ρητή αναφορά στην επαγγελματική εκπαίδευση, επιμόρφωση και επανακατάρτιση, καθώς και στο κριτήριο της μετάδοσης τεχνικών, εξειδικευμένων ή επαγγελματικών γνώσεων και δεξιοτήτων. Παράλληλα, η ΠΟΛ.1071/1995, όπως παρατίθεται στη ΔΕΔ 1667/2020, αναφέρει ως κρίσιμα πραγματικά στοιχεία την πραγματική παροχή επαγγελματικής εκπαίδευσης/επιμόρφωσης/επανακατάρτισης, τον καταστατικό σκοπό ή τη δήλωση έναρξης/μεταβολών και την εκπλήρωση των σχετικών υποχρεώσεων.

Σημειώνεται ότι στο ΔΕΕΦ Α 1148730 ΕΞ 2016 γίνεται ρητή αναφορά στην επαγγελματική εκπαίδευση, επιμόρφωση και επανακατάρτιση, καθώς και στο κριτήριο της μετάδοσης τεχνικών, εξειδικευμένων ή επαγγελματικών γνώσεων και δεξιοτήτων. Παράλληλα, η ΠΟΛ.1071/1995, όπως παρατίθεται στη ΔΕΔ 1667/2020, αναφέρει ως κρίσιμα πραγματικά στοιχεία την πραγματική παροχή επαγγελματικής εκπαίδευσης/επιμόρφωσης/επανακατάρτισης, τον καταστατικό σκοπό ή τη δήλωση έναρξης/μεταβολών και την εκπλήρωση των σχετικών υποχρεώσεων.

Παρακαλούμε το ζήτημα να εξεταστεί και υπό το πρίσμα της νομολογίας του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ιδίως των αποφάσεων C-319/12, MDDP και C-612/20, Happy Education, αναφορικά με την έννοια του “οργανισμού αναγνωρισμένου από το οικείο κράτος μέλος ως έχοντος παρεμφερείς σκοπούς” του άρθρου 132 παρ. 1 στοιχ. θ΄ της Οδηγίας 2006/112/ΕΚ.

Ειδικότερα, λαμβανομένου υπόψη ότι κατά τη νομολογία του ΔΕΕ η Οδηγία δεν καθορίζει τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία της εν λόγω αναγνώρισης, αλλά καταλείπει σχετική διακριτική ευχέρεια στα κράτη μέλη, υπό τον έλεγχο των αρχών της ίσης μεταχείρισης και της φορολογικής ουδετερότητας, ερωτάται εάν η προβλεπόμενη στην ΠΟΛ.1071/1995 κρίση του Προϊσταμένου της αρμόδιας ΔΟΥ, στις περιπτώσεις στις οποίες δεν απαιτείται από τον νόμο άδεια ή δεν καθορίζεται αρμόδια αρχή αναγνώρισης, αποτελεί τον κατά το ελληνικό δίκαιο μηχανισμό αναγνώρισης για τους σκοπούς του άρθρου 132 παρ. 1 στοιχ. θ΄ της Οδηγίας.

Περαιτέρω, παρακαλούμε να διευκρινιστεί ποια αντικειμενικά κριτήρια πρέπει να ληφθούν υπόψη για την κρίση αυτή και ποια αποδεικτική βαρύτητα έχει η αναγνώριση του φορέα ως εξουσιοδοτημένου εκπαιδευτικού κέντρου από διεθνή επιστημονικό/επαγγελματικό οργανισμό, σε συνδυασμό με το οργανωμένο πρόγραμμα σπουδών, την ιδιότητα των εκπαιδευομένων ως επαγγελματιών, τα προσόντα των εκπαιδευτών, την αξιολόγηση και την πιστοποίηση ολοκλήρωσης της εκπαίδευσης.