1. Καταγγελία σύμβασης κατά τη διάρκεια της ασθένειας Δεν απαγορεύεται στον εργοδότη, να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας, ακόμη και κατά τη διάρκεια της ασθένειας του εργαζομένου (Άρειος Πάγος 1201/1998), τηρώντας όμως τις νόμιμες προϋποθέσεις για την καταγγελία της. Απαγορεύεται στον εργοδότη να απολύσει τον μισθωτό , μόνο κατά το διάστημα που διαρκεί η χορηγηθείσα σε αυτόν ετήσια κανονική άδεια (ΑΝ 539/45, άρθρο 5 παρ.6).
Η υπέρβαση των ορίων της βραχείας διάρκειας ασθένειας , δεν επιφέρει από μόνη της την αυτοδίκαιη λύση της εργασιακής σχέσης, αλλά η λύση ή μη της εργασιακής συμβάσεως κρίνεται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από τα αρμόδια δικαστήρια.
Επισημαίνεται ότι το νόμιμο όριο της βραχείας διαρκείας ασθένειας , με βάση τις ρυθμίσεις του άρθρου 3 του Ν. 4558/1930 είναι :
· Ένας (1) μήνας για το μισθωτό με υπηρεσία μέχρι τεσσάρων ετών,
· Τρεις (3) μήνας για το μισθωτό με υπηρεσία πλέον των τεσσάρων ετών, όχι όμως και πλέον των δέκα ετών,
· Τέσσερις (4) για το μισθωτό με υπηρεσία πλέον των δέκα ετών, όχι όμως και πλέον των δεκαπέντε ετών, και
· Έξι μήνες για το μισθωτό με υπηρεσία επί χρόνο ανώτερο των δεκαπέντε ετών .
Διευκρινίζεται ότι δεν απαγορεύεται στον εργοδότη, να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας, ακόμη και κατά τη διάρκεια της ασθένειας του εργαζομένου (Άρειος Πάγος 1201/1998), τηρώντας όμως τις νόμιμες προϋποθέσεις για την καταγγελία της. Απαγορεύεται στον εργοδότη να απολύσει τον μισθωτό , μόνο κατά το διάστημα που διαρκεί η χορηγηθείσα σε αυτόν ετήσια κανονική άδεια (
>Α.N.539/1945,
>άρθρο 5 ,
>Παράγραφος 6).
Στην περίπτωση αυτή της καταγγελίας της σύμβασης ο εργαζόμενος δικαιούται να λάβει τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης (Άρειος Πάγος 1201/1998, Εφετείο Θεσσαλονίκης 1547/2004 Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης 380/2012).
Ο εργοδότης, για όσο χρόνο διαρκεί η βραχείας διάρκειας ασθένεια του εργαζομένου, μπορεί να καταγγείλει την εργασιακή σύμβαση, καταβάλλοντας την προβλεπόμενη αποζημίωση του Ν.2112/20 , όπως ισχύει, δεδομένου ότι, η υπέρβαση των ορίων της βραχείας διάρκειας ασθένειας δεν επιφέρει από μόνη της την αυτοδίκαιη λύση της εργασιακής σχέσης, αλλά, με βάση τις αρχές της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών, μετά από εκτίμηση των αιτιών της αποχής, της διάρκειας της σε σχέση με τις προοπτικές επανόδου στην εργασία, των ειδικών συνθηκών και της τυχόν υπαιτιότητας του εργαζομένου, καθώς και με τις ειδικές περιστάσεις που συντρέχουν, όπως αρχαιότητα, είδος θέσης, ανοχή από τον εργοδότη και τη δυνατότητα του εργοδότη ανάθεσης σε αυτόν άλλου είδους εργασία, απόκειται στο δικαστή να κρίνει αν αυτή η αποχή κατά αντικειμενική κρίση, δηλαδή ανεξάρτητα από την πρόθεση του εργαζομένου να λύσει τη σύμβαση του, πρέπει να θεωρηθεί ως σιωπηλή δήλωση της βουλήσεώς του προς λύση της συμβάσεως εργασίας (Ολομέλεια Αρείου Πάγου 32/88, Άρειος Πάγος 40/1997,Εφ. Πειραιά 512/1994, Άρειος Πάγος 455/99, 259/91, 272/91 κ.α.). Η αξιολόγηση αυτή γίνεται με βάση τα προαναφερόμενα αντικειμενικά περιστατικά, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη το υποκειμενικό στοιχείο της πρόθεσης του μισθωτού να εμμείνει στη σύμβαση. (Μον. Πρωτ. Πρεβέζης 450/2011, Άρειος Πάγος 876/89-1048/92 κ.α.).
2.Προστασία από τις απολύσεις Στο άρθρο 350 παρ 2 του Κώδικα Εργατικού Δικαίου - ΠΔ 62/2025 ορίζονται τα εξής:
«.............................
2. Η καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από τον εργοδότη απαγορεύεται και είναι άκυρη καθώς και οποιοδήποτε άλλο ισοδύναμο μέτρο που χρησιμοποιείται αντί καταγγελίας απαγορεύεται και είναι άκυρο, εφόσον γίνεται ως αντίδραση σε ενάσκηση νόμιμου δικαιώματος του εργαζομένου, που προκύπτει από τα άρθρα 2, 70 έως 80, 190 και 189. Οι εργαζόμενοι που θεωρούν ότι η καταγγελία της σύμβασης από τον εργοδότη γίνεται για τον λόγο αυτόν δύνανται να αιτηθούν τη γνωστοποίηση των λόγων της απόλυσης από τον εργοδότη τους. Στην περίπτωση αυτή, ο εργοδότης υποχρεούται να απαντήσει εγγράφως και τεκμηριωμένα.
3. Αν ο εργαζόμενος αποδείξει ενώπιον δικαστηρίου πραγματικά περιστατικά ικανά να στηρίξουν την πεποίθηση ότι η απόλυση έγινε για κάποιον από τους λόγους των παρ. 1 και 2, εναπόκειται στον εργοδότη να αποδείξει ότι η απόλυση δεν έγινε για τον προβαλλόμενο λόγο.».
Όσον αφορά το ερώτημα σας « Για εργαζόμενη που έχει πάρει την 4μηνη γονική άδεια ΔΥΠΑ ή την 9μηνη ΔΥΠΑ ή την μία μετά την άλλη, μετά από ποιο χρονικό διάστημα, μπορεί ο εργοδότης να καταγγείλει την σύμβαση εργασίας ο εργοδότης ;», σας ενημερώνουμε ότι δεν υφίσταται σχετική νομοθετική ρύθμιση που να καθορίζει ένα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα μετά το πέρας του οποίου μπορεί να προβεί ο εργοδότης σε απόλυση της υπόψη εργαζόμενης. Για την πληρέστερη δυνατή ενημέρωση , σας παραθέσαμε την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 350 παρ.2.
3. Γονική άδεια Στο άρθρο 28 παρ 3 & 4 του Ν.4808/2021 που αναφέρεται στη Γονική άδεια ορίζονται τα εξής : « Για τους δύο (2) πρώτους μήνες της γονικής άδειας, ο Ο.Α.Ε.Δ. (ΔΥΠΑ) υποχρεούται να καταβάλλει επίδομα γονικής άδειας στον κάθε γονέα, μηνιαίως, ποσού ίσου με τον ελάχιστο νομοθετημένο μισθό, όπως κάθε φορά καθορίζεται, καθώς και αναλογία δώρων εορτών και επιδόματοςαδείας με βάση το προαναφερόμενο ποσό. Αν υπάρχουν περισσότερα παιδιά, το δικαίωμα των γονέων στη γονική άδεια και στο επίδομα είναι αυτοτελές για το καθένα από αυτά, εφόσον από τη λήξη της άδειας που δόθηκε για το προηγούμενο παιδί μεσολάβησε ένας (1) χρόνος πραγματικής απασχόλησης στον ίδιο εργοδότη, εκτός αν ορίζεται ευνοϊκότερα από ειδική διάταξη νόμου, διαταγμάτων, κανονισμών, συλλογικών συμβάσεων εργασίας, διαιτητικών αποφάσεων ή συμφωνιών εργοδοτών και εργαζομένων. Κατ’ εξαίρεση, γονείς διδύμων, τριδύμων ή και περισσότερων πολύδυμων τέκνων δικαιούνται να λάβουν τη γονική άδεια για κάθε παιδί ξεχωριστά, διακεκομμένα ή και συνεχόμενα και δικαιούνται να λάβουντο επίδομα της παρούσας για δύο (2) μήνες επιπλέον,ανεξαρτήτως του αριθμού των παιδιών που γεννήθηκαν μαζί. Γονείς μόνοι, λόγω θανάτου του άλλου γονέα ή λόγω ολικής αφαίρεσης της γονικής μέριμνας ή μη αναγνώρισης του τέκνου από τον άλλο γονέα, δικαιούνται τη γονική άδεια και το επίδομα εις διπλούν.4. Αν και οι δύο γονείς απασχολούνται στον ίδιο εργοδότη, αποφασίζουν, με κοινή δήλωση, ποιος από τους δύο θα κάνει πρώτος χρήση αυτού του δικαιώματος και για πόσο χρονικό διάστημα.......»