Στη πλειοψηφία των μικρών επιχειρήσεων είναι αρκετά σύνηθες ο επιχειρηματίας ή ένας από τους εταίρους/μετόχους (όταν πρόκειται για νομικά πρόσωπα), να διευκολύνουν την επιχείρηση καταθέτοντας χρήματα ώστε να πληρωθούν οι διάφορες υποχρεώσεις. Επίσης αρκετά συχνά συμβαίνει και το αντίθετο. Εταίροι/μέτοχοι πληρώνουν προσωπικές υποχρεώσεις με χρήματα της εταιρείας. Η ορθή αντιμετώπιση θα ήταν να εμφανιστούν οι παραπάνω πράξεις ως ταμειακή διευκόλυνση και να αποδοθεί χαρτόσημο (πλέον ψηφιακό τέλος συναλλαγών) 1,2%. Όμως σε μεγάλο αριθμό περιπτώσεων ο επιχειρηματίας ή η διοίκηση της εταιρείας αρνείται να πληρώσει ένα επιπλέον έξοδο.
Στις περιπτώσεις τήρησης απλογραφικών βιβλίων οι ανωτέρω συναλλαγές δεν απεικονίζονται πουθενά. Επομένως η φορολογική αρχή θα μπορούσε να το ανακαλύψει από τυχόν έλεγχο των τραπεζικών λογαριασμών αν οι αναλήψεις ή καταθέσεις έχουν γίνει μέσω αυτών και όχι με μετρητά.
Στις περιπτώσεις τήρησης διπλογραφικών βιβλίων ο λογιστής γίνεται υποχρεωτικά γνώστης αυτής της πρακτικής αφού, σε διαφορετική περίπτωση, δεν συμφωνούν ταμείο ή/και τραπεζικοί λογαριασμοί. Σε αυτές τις περιπτώσεις και για να μπορούμε να συμφωνούμε ταμείο και λογαριασμούς, τα ανωτέρω ποσά λογικά πρέπει να καταχωρούνται σε λογαριασμούς όπως είναι π.χ. ο λογαριασμός 53.14 Βραχυπρόθεσμες υποχρεώσεις προς εταίρους, 33.07-33.08 Δοσοληπτικοί λογαριασμοί εταίρων - διαχειριστών ή άλλους ανάλογους λογαριασμούς.
Βάσει του Ν. 4557/2018 και των μετέπειτα τροποποιήσεων του περί Δέουσας Επιμέλειας, τι ευθύνη μπορεί να έχει ο λογιστής; Θα έπρεπε υποχρεωτικά να υποβάλλει το έντυπο απόδοσης χαρτοσήμου/ψηφιακού τέλους συναλλαγής ανεξάρτητα από τη θέληση του πελάτη του; ή να καταγγείλει τον πελάτη του στις αρμόδιες φορολογικές αρχές ότι ο πελάτης δεν συμμορφώνεται με τις υποχρεώσεις που επιβάλλει ο νόμος;
Σε περίπτωση ελέγχου, όπου και θα βρεθούν οι παραπάνω φορολογικές παραλήψεις και θα επιβληθούν στην εταιρεία όλα τα σχετικά πρόστιμα και προσαυξήσεις, υπάρχει περίπτωση ανάλογα πρόστιμα να δεχθεί και ο υπογράφων λογιστής;