Page 377 - Φορολογίες - Περιουσιολόγιο Ακινήτων (Γ’ Έκδοση)

Φορολογία Μεγάλης Ακίνητης Περιουσίας (Φ.Μ.Α.Π.)
370
σε υφιστάμενα ιδρύματα, σωματεία, κάθε φύσης οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης, νομικά
πρόσωπα κ.λπ., χωρίς ειδικότερο καθορισμό τρόπου διοίκησης αποτελεί κεφαλαίο αυτοτελούς
διαχείρισης που διακρίνεται από τη λοιπή περιουσία αυτών. Από το συνδυασμό των τελευταίων πιο
πάνω διατάξεων (1, 95 και 96 του Α.Ν. 2039/1939) σαφώς συνάγεται ότι περίπτωση που
καταλείπεται περιουσία χάριν κοινωφελούς σκοπού σε υφιστάμενο νομικό πρόσωπο χωρίς
καθορισμό ίδιου τρόπου διοίκησης, αποτελεί αυτή υποτελές ίδρυμα, ήτοι χωριστή ομάδα περιουσίας
διαχειριζόμενη απ΄ το βεβαρυμένο νομικό πρόσωπο και μόνο αν καθορίστηκε ίδιος τρόπος διοίκησης,
συνιστάται αυτοτελές ίδρυμα (βλ. ΑΠ. 598/77 ΝΟΒ 26.215, ΑΠ 134/80 ΝοΒ 28.1453, ΑΠ 924/80
ΝΟΒ 29.301, Εφ.Αθ. 3369/89) . Η χωριστή αυτή ομάδα περιουσίας, για την οποία δεν καθορίστηκε
ίδιος τρόπος διοικήσεως, ανήκει μεν κατά κυριότητα στο λήπτη αυτής, έχει όμως ορισμένο σκοπό, ήτοι
τον κοινωφελή σκοπό που ορίστηκε με τη βούληση του διαθέτη της περιουσίας αυτής. Ως εκ τούτου,
η διάθεση ή ανάλωση της περιουσίας αυτής για σκοπό διαφορετικό από εκείνον, για το οποίο έχει
ταχθεί, αντίκειται όχι μόνο στη ρηθείσα διάταξη του άρθρου 96 παρ. 1 του Ν. 2039/39 αλλά και στο
άρθρο 109 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος, με την οποία διασφαλίζεται η βούληση του διαθέτη
για το σκοπό που διατίθεται η περιουσία αυτή. ( ΣτΕ 283/2002 , 1871/1993, 188/92). Ειδικότερα η
άνω περιουσία αποτελεί κεφάλαιο αυτοτελούς διαχειρίσεως, διακεκριμένης της υπόλοιπης
περιουσίας του νομικού προσώπου, όταν ο κοινωφελής αυτός σκοπός είναι ειδικός σε σχέση με το
σκοπό τον οποίο, κατά τον προορισμό του επιδιώκει το ίδρυμα κλπ και ο ειδικός αυτός σκοπός
προσδιορίζεται ή τουλάχιστον επαρκώς συνάγεται από τη συστατική πράξη. Σε αντίθετη περίπτωση,
θεωρείται ότι η περιουσία καταλείφθηκε για να εξυπηρετήσει το σκοπό, τον οποίο επιδιώκει, κατά τον
προορισμό του, το νομικό πρόσωπο, στο οποίο καταλείφθηκε η περιουσία (ΣτΕ 1344/92).
Οπωσδήποτε, ο όρος «ίδρυμα» δεν προϋποθέτει κατ’ ανάγκη ίδιο Ν.Π. εκ της ταχθείσας περιουσίας.
Τούτο είναι ζήτημα ερμηνείας της θελήσεως του ιδρυτού.
Τα άνω υποτελή ιδρύματα, στερούμενα νομικής προσωπικότητας δεν αποτελούν υποκείμενο του
Φ.Μ.Α.Π., αλλά αντ’ αυτών υποκείμενα του Φ.Μ.Α.Π. αποτελούν τα νομικά πρόσωπα στα οποία
ανατέθηκε η εκτέλεση του ειδικού κοινωφελούς σκοπού. (Παρ. σκέψεις στην ΣτΕ 1245/1981 ).
Εντεύθεν αν το άνω νομικό πρόσωπο απαλλάσσεται του Φ.Μ.Α.Π. έπεται ότι απαλλάσσεται
ωσαύτως και η περιουσία του υποτελούς σ΄ αυτό ιδρύματος, καθόσον το τελευταίο δεν έχει
αυθυπαρξία, αλλ’ ακολουθεί τη νομική μεταχείριση του νομικού προσώπου στο οποίο ανήκει. Κατά
τον αυτόν λόγο, αν σε συγκεκριμένο νομικό πρόσωπο ανήκουν πλείονα υποτελή ιδρύματα, η
περιουσία ενός εκάστου εξ αυτών προστίθεται στην περιουσία του νομικού προσώπου και ακολουθεί
τη φορολογική μεταχείριση του προσώπου αυτού.
Τέλος τα υποτελή ιδρύματα δεν έχουν ίδιο αφορολόγητο όριο καθόσον κατ’ άρθρο 25 παρ 2 του
Ν. 2459/97 περί Φ.Μ.Α.Π., τούτο (το αφορολόγητο όριο, συναρτάται με την ύπαρξη νομικού
προσώπου. …..».
Με την εγκύκλιο 1058397/186/0013/ΠΟΛ.1066/13-7-2004, με την οποία κοινοποιήθηκε η
ανωτέρω γνωμοδότηση ορίσθηκε:
1.
Σύσταση ιδρύματος με διάταξη τελευταίας βουλήσεως.
Όταν με διαθήκη συστήνεται κοινωφελές Ίδρυμα, τότε έχουμε εφαρμογή των διατάξεων του Α.Ν.
2039/1939 (
άρθρο 95 παρ 1). Αποδίδεται Α.Φ.Μ. στο υπό σύσταση ίδρυμα, με τον οποίο
υποβάλλεται η δήλωση σύμφωνα με τα οριζόμενα στην 1003882/71/Δ.Μ./ΠΟΛ. 1011/11-2-2000.
Στο μεσοδιάστημα, μεταξύ θανάτου του ιδρυτή και της εγκρίσεως του υπό σύσταση κοινωφελούς
ιδρύματος, παρέχεται η προβλεπόμενη απαλλαγή του άρθρου 23 του Ν. 2459/1997, το αυξημένο