Φορολογία Μεγάλης Ακίνητης Περιουσίας (Φ.Μ.Α.Π.)
368
δικαίου, δηλαδή αυτοδικαίως αν έχει εγκατασταθεί ως κληρονόμος (Α.Κ. 1846), ή κληροδόχος
ορισμένου αντικειμένου ενώ αν πρόκειται περί άλλης φύσεως κληροδοσίας κ.λπ. αποκτά ενοχικό
δικαίωμα ν’ απαιτήσει από τον βεβαρημένο την παροχή των περιουσιακών στοιχείων που του
κληροδοτήθηκαν (βλ. Ασπογέρακα - Γρίβα, Γεν. Αρχαί, σελ. 104, Mπαλή, παρ. 17 αριθμός 5,
Βάλληνδα αρθ.114, Παπαντωνίoυ παρ. 37 ΙV κ.λπ.).
Οπωσδήποτε με την κατ’ άρθρο 1193 Α.Κ. μεταγραφή ή κυριότητα ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα
πάνω σε ακίνητο θεωρούνται ότι περιήλθαν στον κληρονόμο ή στον κληροδόχο από το θάνατο του
κληρονομουμένου, με την επιφύλαξη των διατάξεων για την αναβλητική αίρεση ή προθεσμία
(
άρθρ.1199.Α.Κ).
Περαιτέρω αν η ιδρυτική πράξη του ιδρύματος είναι δικαιοπραξία εν ζωή ο ιδρυτής υποχρεούται,
μόλις συσταθεί το ίδρυμα, δηλαδή μόλις εκδοθεί το εγκριτικό διάταγμα με το οποίο αποκτά νομική
προσωπικότητα "να μεταβιβάσει εις τούτο την υπ’ αυτού ταχθείσαν περιoυσίαν" (Α.Κ. 113 § 7). Δεν
επέρχεται δηλαδή αυτοδικαίως η κτήση της περιουσίας αυτής στον ίδρυμα αλλά γεννάται ενοχική
αξίωση του ιδρύματος κατά του ιδρυτή για τη μεταβίβαση σ’ αυτό των ταχθέντων περιουσιακών
στοιχείων που γίνεται με τις κοινές διατάξεις (μεταβίβασης με συμβολαιογραφικό έγγραφο και
μεταγραφή για τα ακίνητα κ.λπ.). Σε περίπτωση θανάτου του ιδρυτή μετά τη σύσταση του ιδρύματος,
στη θέση του υπεισέρχονται οι κληρονόμοι του. Επομένως προ της τοιαύτης μεταβιβάσεως δεν είναι
κατ’ αρχήν δυνατή η επιβολή Φ.Μ.Α.Π. σε βάρος του συσταθέντος ιδρύματος. Εξαίρεση ισχύει για τα
δικαιώματα τα μεταβιβαζόμενα απλώς δι’ εκχωρήσεως, οπότε αυτά, ελλείψει αντιθέτου βουλήσεως
του ιδρυτού, μεταβιβάζονται αυτοδικαίως, μόλις συσταθεί το ίδρυμα.
Τέλος όσον αφορά τις περιουσίες των παρ. 3 και 4 του άρθρου 96 του Α.Ν. 2039/39 λεκτέον ότι
οι σχετικές διατάξεις που συνιστούν κατ’ αρχήν απόκλιση από τις επί του θέματος ρυθμίσεις του Α.Κ.
προβλέπουν ιδία διαδικασία (Ν. 1455/76) περιελεύσεως των περιουσιών αυτών σε υφιστάμενα άλλα
ιδρύματα ή νομικά πρόσωπα κ.λπ. ή σε νέο κοινωφελές ίδρυμα και μόνον από της τελειώσεως της
σχετικής διαδικασίας ως και των διατυπώσεων του Α.Κ. για τη μεταβίβαση κυριότητος αποκτούν τα
ιδρύματα κ.λπ. αυτά τις άνω περιουσίες.
…………..
ΙΙΙ. Αναφορικώς με το Β΄ σκέλος του ερωτήματος λεκτέον ότι υποχρέωση καταβολής του φόρου,
και δη από τότε που γεννάται η σχετική φορολογική υποχρέωση, έχουν τα πρόσωπα που
μνημονεύονται στην παρ. 2 του άρθρου 22 του Ν. 2459/97. Ζήτημα πάντως γεννάται αν στους
υποχρέους σε Φ.Μ.Α.Π. συγκαταλέγεται και ο εκτελεστής της διαθήκης δεδομένου ότι αυτός
περιλαμβάνεται μεν στους υπόχρεους προς υποβολή δηλώσεως Φ.Μ.Α.Π., πλην δεν μνημονεύεται
ρητώς στους υποχρέους σε φόρο.
Επ’ αυτού λεκτέα τα εξής:
Η καταλειπόμενη διά διατάξεως τελευταίας βουλήσεως περιουσία και μέχρι τη δημοσίευση του
διατάγματος θεωρείται σχολάζουσα, δυναμένη να τεθεί υπό κηδεμόνα κατ’ άρθρο 1865 Α.Κ. (βλ. Δ.
Γιαννόπουλου Γεν. Αρχαί Αστικού Κώδικος, έκδ. 1948, σελ. 284, Μπαλή Κληρονομικόν Δίκαιον κατά
Α.Κ. 1947, παρ. 184) αποδεχομένων των άνω συγγραφέων ότι εκ παραλλήλου, προκειμένου περί
κοινωφελών ιδρυμάτων, ισχύουν και οι διατάξεις του άρθρου 63 του Α.Ν. 2039/39.
Όμως κατά την ορθότερη γνώμη (βλ. Ι. Σπυριδάκη, υποσημείωση στην Α.Π. 278/845φ, ΝοΒ34,
σελ. 68-69), ισχύουν οι διατάξεις του άρθρου 63 του νόμου αυτού και η περιουσία δεν διοικείται από
κηδεμόνα σχολάζουσας κληρονομίας, αλλά από τους ορισθέντες με τη διαθήκη διαχειριστές ή
εκτελεστές. Αυτοί εκπροσωπούν την ομάδα της κληρονομίας ( άρθρο 77 Α.Ν. 2039/39 και Α.Κ.
1866)
και έτσι πρέπει να γίνει δεκτόν ότι και αυτοί είναι υπόχρεοι σε Φ.Μ.Α.Π., αφού υπόχρεος του