Φόρος Ακίνητης Περιουσίας (Φ.Α.Π.)
164
υποβολή της οι ληξιπρόθεσμες κατά την ημερομηνία αυτή δόσεις. Το ποσό του πρόσθετου φόρου
καταβάλλεται ολόκληρο με την υποβολή της εκπρόθεσμης δήλωσης. Στην περίπτωση που δεν
προκύπτει ποσό φόρου για καταβολή, επιβάλλεται το αυτοτελές πρόστιμο του άρθρου 4 του Ν.
2523/97,
όπως ισχύει.
3.
Ανακλητική δήλωση Φ.Α.Π..
Ανακλητική για το Φόρο Ακίνητης Περιουσίας, θεωρείται η δήλωση με την οποία ανακαλείται
φορολογητέα ύλη. Ως φορολογητέα ύλη νοείται η αξία που προκύπτει για το αντικείμενο του φόρου
σύμφωνα με τα οριζόμενα στις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 7 του Ν. 3634/08. Στην κατηγορία
αυτή εντάσσονται:
3.1.
Αφαίρεση ακινήτου που συμπεριλήφθηκε στην αρχική δήλωση Φ.Α.Π. του υποχρέου, ακόμη
και αν το ακίνητο το οποίο αφαιρείται απαλλάσσεται από το Φ.Α.Π..
3.2.
Τροποποίηση στοιχείων ακινήτου που έχει ήδη δηλωθεί, βάσει των οποίων επέρχεται μείωση
της αξίας του ακινήτου, ανεξάρτητα αν αυτή είναι φορολογητέα ή απαλλασσόμενη.
3.3.
Μείωση της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου που οφείλεται σε λάθος συντελεστή εκκίνησης
ή χρησιμοποίηση λάθος συντελεστών αυξομείωσης ή λάθος πολλαπλασιαστικό στη συμπλήρωση
του φύλλου υπολογισμού της αξίας.
Σύμφωνα με την παράγραφο 8 του άρθρου 33 του Ν. 3842/2010, η δήλωση αποτελεί δεσμευτικό
τίτλο για το φορολογούμενο. Δύναται όμως, για λόγους συγγνωστής πλάνης να την ανακαλέσει εν
όλω ή εν μέρει φέροντας και το βάρος της απόδειξης των πραγματικών περιστατικών που τη
συνιστούν. Η ανάκληση γίνεται με την υποβολή δήλωσης μέσα στο οικείο οικονομικό έτος στον
Προϊστάμενο της αρμόδιας Δ.Ο.Υ.. Σε περίπτωση μη αποδοχής των λόγων που επικαλείται ο
υπόχρεος από τον αρμόδιο Προϊστάμενο Δ.Ο.Υ., τότε ο τελευταίος υποχρεούται να το γνωστοποιήσει
στον φορολογούμενο με απόδειξη, ο οποίος μπορεί να την προσβάλλει προσφεύγοντας, μέσα στις
οριζόμενες προθεσμίες από άρθρο 66 του Ν. 2717/99, ενώπιον του διοικητικού πρωτοδικείου. Αν η
ανακλητική δήλωση υποβληθεί σε χρόνο μεταγενέστερο του οικείου οικονομικού έτους, ο
Προϊστάμενος της Δ.Ο.Υ. υποχρεούται να γνωστοποιήσει στο φορολογούμενο ότι η ανάκληση δεν
γίνεται δεκτή, λόγω παρόδου του οικείου οικονομικού έτους και ο φορολογούμενος μπορεί να
προσφύγει, μέσα σε προθεσμία 60 ημερών από την επίδοση, κατά της γνωστοποίησης αυτής,
ενώπιον του διοικητικού πρωτοδικείου, το οποίο αποφαίνεται στην ουσία.
Ως οικείο έτος για την ανάκληση δήλωσης Φ.Α.Π. νοείται το έτος στο οποίο δημιουργείται η
φορολογική υποχρέωση.
Όταν λόγω έκδοσης γνωμοδότησης του Ν.Σ.Κ. υποβάλλεται ανακλητική δήλωση και επειδή η
έκδοση αυτή αποτελεί επιγενόμενο λόγο, ως οικείο έτος νοείται το έτος της έκδοσης της
γνωμοδότησης.
Το ίδιο ισχύει και για υποβολή ανακλητικής δήλωσης λόγω έκδοσης τελεσίδικης δικαστικής
απόφασης (439/2003 Γνωμοδότηση Ν.Σ.Κ., η οποία έγινε δεκτή απ’ τον Υπουργό Οικονομίας και
Οικονομικών).
Ανάκληση δήλωσης με σκοπό την ανατροπή οριστικής και αμετάκλητης φορολογικής εγγραφής
είναι ανεπίτρεπτη.
Το Σ.Τ.Ε. με την 2941/2000 απόφασή του, ερμηνεύοντας την παράγραφο 4 του άρθρου 61 του
Κ.Φ.Ε., έκρινε ότι αυτή ρυθμίζει μόνο την περίπτωση ανάκλησης της δήλωσης λόγω πραγματικής και
όχι νομικής πλάνης. H ανάκληση της δήλωσης λόγω νομικής πλάνης μπορεί να ασκηθεί είτε ενώπιον
της φορολογικής αρχής είτε ευθέως με προσφυγή ενώπιον του διοικητικού δικαστηρίου.