520
απαραίτητα να είναι οικοδομήσιμο, να βρίσκεται μέσα σε εγκεκριμένο ρυμοτομικό σχέδιο δήμου ή κοινότητας και τούτο να βεβαιώνεται
από τις αρμόδιες υπηρεσίες ή, αν αυτές δεν υπάρχουν, από τον αρμόδιο δήμαρχο ή πρόεδρο της κοινότητας και με δική τους ευθύνη.
Προκειμένου για οικισμούς, που προϋπήρχαν του 1923, ή δήμους ή κοινότητες, στους οποίους δεν υπάρχει εγκεκριμένο ρυμοτομικό
σχέδιο, η βεβαίωση του προηγούμενου εδαφίου, ότι το οικόπεδο είναι οικοδομήσιμο, χορηγείται από τις ίδιες δημόσιες αρχές ή
όργανα.»
(3)
Όπως η παρ. 3 της ενότητας Α’ του άρθρου 26 αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 10 του Ν. 3091/2002 (ΦΕΚ Α’ 330/24-
12-2002)
και σύμφωνα με το άρθρο 30 του ιδίου νόμου ισχύουν από 1/1/2003 και μετά.
Η παρ. 3 της ενότητας Α’ του άρθρου 26 πριν την αντικατάστασή της είχε ως εξής:
«3.
Η απαλλαγή από το φόρο της κτήσης αιτία θανάτου παρέχεται για μία μόνο φορά. Δεν απαλλάσσεται ο κληρονόμος ή ο
κληροδόχος που έτυχε απαλλαγής από το φόρο μεταβίβασης ή γονικής παροχής για απόκτηση στέγης πριν από την κτήση αιτία
θανάτου.»
(4)
Όπως το τελευταίο εδάφιο της παρ. 3 της ενότητας Α’ του άρθρου 26 προστέθηκε με την παρ. 11 του άρθρου 25 του Ν.3842/2010
(
ΦΕΚ Α’ 58/23-4-2010) και σύμφωνα με την ενότητα Γ’ του ίδιου άρθρου του ιδίου νόμου ισχύει στις υποθέσεις στις οποίες η
φορολογική υποχρέωση γεννιέται από 23/4/2010 και μετά.
(5)
Όπως η παρ. 4 της ενότητας Α’ του άρθρου 26 αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 10 του Ν. 3091/2002 (ΦΕΚ Α’ 330/24-
12-2002)
και σύμφωνα με το άρθρο 30 του ιδίου νόμου ισχύουν από 1/1/2003 και μετά.
Η παρ. 4 της ενότητας Α’ του άρθρου 26 πριν την αντικατάστασή της είχε ως εξής:
«4.
Η απαλλαγή παρέχεται με τον όρο ότι η οικία ή το διαμέρισμα θα παραμείνει στην κυριότητα του κληρονόμου ή κληροδόχου για
μία τουλάχιστον πενταετία. Αν πριν από την πάροδο της πενταετίας μεταβιβασθεί η οικία ή το διαμέρισμα ή συσταθεί σε αυτό
οποιοδήποτε εμπράγματο δικαίωμα, εκτός από υποθήκη, ο κληρονόμος ή κληροδόχος έχει υποχρέωση, πριν από τη μεταβίβαση ή τη
σύσταση του εμπράγματου δικαιώματος, να υποβάλει δήλωση και να καταβάλει εφάπαξ ολόκληρο το ποσό του φόρου που αναλογεί
επιμεριστικά στην αξία του ακινήτου του χρόνου μεταβίβασης ή στο δηλούμενο τίμημα της μεταβίβασης, εφόσον αυτό είναι μεγαλύτερο
της αξίας του ακινήτου, εκτός εάν ο φόρος που αναλογεί στην αξία του ακινήτου κατά το χρόνο της κτήσης αιτία θανάτου είναι
μεγαλύτερος, οπότε καταβάλλεται ο μεγαλύτερος αυτός φόρος.
Πριν από την πάροδο πενταετίας απαγορεύεται να συνταχθεί συμβολαιογραφικό έγγραφο, με το οποίο να μεταβιβάζεται η κυριότητα ή
να συνιστώνται εμπράγματα δικαιώματα, εκτός από υποθήκη, σε οικία ή διαμέρισμα, που απαλλάχθηκε από το φόρο κληρονομιάς κατά
την παράγραφο 1 της ενότητας αυτής, αν δεν προσαρτηθεί από το συμβολαιογράφο, στο συμβόλαιο που θα συντάξει, βεβαίωση του
προϊσταμένου της αρμόδιας δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας ότι υποβλήθηκε δήλωση και καταβλήθηκε ολόκληρο το ποσό του
φόρου που επιμεριστικά αναλογεί στην αξία του μεταβιβαζόμενου ακινήτου.»
(6)
Όπως το προτελευταίο εδάφιο της παρ. 4 της ενότητας Α’ του άρθρου 26 προστέθηκε με την παρ. 12 του άρθρου 25 του
Ν.3842/2010 (ΦΕΚ Α’ 58/23-4-2010) και σύμφωνα με την ενότητα Γ’ του ίδιου άρθρου του ιδίου νόμου ισχύει στις υποθέσεις στις
οποίες η φορολογική υποχρέωση γεννιέται από 23/4/2010 και μετά.
(7)
Όπως η παρ. 6 της ενότητας Α’ του άρθρου 26 αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 10 του Ν. 3091/2002 (ΦΕΚ Α’ 330/24-
12-2002)
και σύμφωνα με το άρθρο 30 του ιδίου νόμου ισχύουν από 1/1/2003 και μετά.
Η παρ. 6 της ενότητας Α’ του άρθρου 26 πριν την αντικατάστασή της είχε ως εξής:
«6.
Στις περιπτώσεις των δύο προηγούμενων παραγράφων της ενότητας αυτής, αν η αξία που απαλλάχθηκε από το φόρο αποτελεί
τμήμα της συνολικής αξίας της οικίας ή του διαμερίσματος, ο κύριος και πρόσθετος φόρος επιβάλλονται στο τμήμα της αξίας που
προσδιορίζεται με βάση τη σχέση της αξίας που απαλλάχθηκε προς τη συνολική αξία του χρόνου απαλλαγής.»
(8)
Όπως η παρ. 7 της ενότητας Α’ του άρθρου 26 αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 10 του Ν. 3091/2002 (ΦΕΚ Α’ 330/24-
12-2002)
και σύμφωνα με το άρθρο 30 του ιδίου νόμου ισχύουν από 1/1/2003 και μετά.
Η παρ. 7 της ενότητας Α’ του άρθρου 26 πριν την αντικατάστασή της είχε ως εξής:
«7.
Προκειμένου για κτήση αιτία θανάτου οικίας ή διαμερίσματος που απαλλάσσεται από το φόρο κληρονομιάς κατά τις διατάξεις της
ενότητας αυτής, στην εμπρόθεσμη δήλωση κληρονομιάς που υποβάλλεται από τον υπόχρεο πρέπει να διατυπώνεται ρητά αίτημα για
απαλλαγή από το φόρο για απόκτηση πρώτης κατοικίας και να γίνεται ρητή μνεία ότι η οικία ή το διαμέρισμα δεν θα μεταβιβασθεί ή
επιβαρυνθεί με εμπράγματο δικαίωμα, εκτός από υποθήκη, για μια πενταετία από την απόκτηση του. Η ρητή αυτή μνεία πρέπει να
περιλαμβάνεται και στις πράξεις αποδοχής της κληρονομιάς ή κληροδοσίας.»
(9)
Όπως οι ενότητες Β’, Γ’, Δ’ και Ε’ του άρθρου 26 καταργήθηκαν με την παρ. 13 του άρθρου 25 του Ν.3842/2010 (ΦΕΚ Α’ 58/23-
4-2010)
και σύμφωνα με την ενότητα Γ’ του ίδιου άρθρου του ιδίου νόμου έπαψαν να ισχύουν στις υποθέσεις στις οποίες η
φορολογική υποχρέωση γεννιέται από 23/4/2010 και μετά.
Οι ενότητες Β’, Γ’, Δ’ και Ε’ του άρθρου 26 πριν την κατάργησή τους είχαν ως εξής:
«
Β. ΓΕΩΡΓΙΚΕΣ ΑΠΑΛΛΑΓΕΣ
1.
Οι αιτία θανάτου κτήσεις γεωργικής ή κτηνοτροφικής έκτασης, μαζί με τις εγκαταστάσεις που βρίσκονται πάνω σε αυτήν και
εξυπηρετούν αποκλειστικά την εκμετάλλευσή της, δεν φορολογούνται αν αθροιστικώς:
α) Οι κληρονόμοι ή κληροδόχοι είναι τέκνα (από νόμιμο γάμο, εξώγαμα έναντι της μητέρας, που αναγνωρίσθηκαν έναντι του πατέρα,
που νομιμοποιήθηκαν έναντι και των δύο συζύγων, θετά), σύζυγος, γονείς, αδελφοί ή εγγονοί του κληρονομουμένου.
β) Οι κληρονόμοι ή κληροδόχοι ασχολούνται προσωπικά και κατά κύριο επάγγελμα στη γεωργία ή κτηνοτροφία, ακόμα και αν αυτοί
χρησιμοποιούν επιβοηθητικώς τα μέλη της οικογένειάς τους ή τρίτα πρόσωπα. Η καταλληλότητα της έκτασης, με τις εγκαταστάσεις που
βρίσκονται πάνω σε αυτή, για γεωργική ή κτηνοτροφική εκμετάλλευση αποδεικνύεται με βεβαίωση της αρμόδιας υπηρεσίας του
Υπουργείου Γεωργίας, που εκδίδεται ατελώς και επισυνάπτεται στη δήλωση κληρονομιάς.