Page 173 - Φορολογίες - Περιουσιολόγιο Ακινήτων (Γ’ Έκδοση)

Φόρος Ακίνητης Περιουσίας (Φ.Α.Π.)
166
Ο Φ.Α.Π. νομικών προσώπων καταβάλλεται σε τρεις (3) ίσες διμηνιαίες δόσεις, από τις οποίες η
πρώτη με την υποβολή της εμπρόθεσμης δήλωσης, οι δε υπόλοιπες την τελευταία εργάσιμη για τις
δημόσιες υπηρεσίες ημέρα των διμήνων που ακολουθούν.
Δήλωση που υποβάλλεται χωρίς την ταυτόχρονη καταβολή της πρώτης δόσης, θεωρείται
απαράδεκτη και δεν παράγει έννομα αποτελέσματα.
Σε περίπτωση που η δήλωση υποβάλλεται εκπρόθεσμα, θα καταβάλλονται με την υποβολή της οι
ληξιπρόθεσμες κατά την ημερομηνία αυτή δόσεις. Το ποσό του πρόσθετου φόρου καταβάλλεται
ολόκληρο με την υποβολή της εκπρόθεσμης δήλωσης.
2.11
ΚΑΤΑΒΟΛΗ Φ.Α.Π. ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΡΟΣΩΠΩΝ
1.
Πρόσθετοι φόροι.
Για την επιβολή των πρόσθετων φόρων και προστίμων των νομικών προσώπων εφαρμόζονται
αναλόγως οι διατάξεις των παραγράφων 1, 4, 5, 6, 7 και 8 του άρθρου 1, καθώς και των άρθρων 2,
4, 9, 14,15, 22, 23
και 24 του Ν. 2523/1997, όπως ισχύουν.
Έτσι:
Όταν η δήλωση υποβληθεί εκπρόθεσμα, επιβάλλεται πρόσθετος φόρος που ορίζεται σε ποσοστό
1%,
επί του αναλογούντος φόρου.
Όταν υποβληθεί ανακριβής δήλωση, επιβάλλεται στον υπόχρεο πρόσθετος φόρος, που ορίζεται σε
ποσοστό 2%. Ανακριβής δήλωση θεωρείται η δήλωση στην οποία μεταξύ του φόρου που προκύπτει
με βάση τα όσα δηλώθηκαν με αυτή και του φόρου που καταλογίζεται υφίσταται διαφορά,
ανεξάρτητα από την αιτία στην οποία οφείλεται αυτή. Επίσης, σε περίπτωση ανακρίβειας των
περιγραφικών στοιχείων των ακινήτων στη φορολογία κεφαλαίου γενικά και ανεξάρτητα από το
σύστημα προσδιορισμού της φορολογητέας αξίας αυτών, η δήλωση θεωρείται πάντοτε ανακριβής.
Όταν δεν υποβληθεί καθόλου δήλωση, επιβάλλεται πρόσθετος φόρος, που ορίζεται σε ποσοστό
2,5%.
Στη φορολογία κεφαλαίου ως παράλειψη υποβολής δήλωσης θεωρείται η μη αναγραφή
περιουσιακών στοιχείων στη δήλωση που υποβλήθηκε.
2.12
ΠΡΟΣΘΕΤΟΙ ΦΟΡΟΙ – ΠΡΟΣΤΙΜΑ ΝΟΜΙΚΩΝ
ΠΡΟΣΩΠΩΝ
την ημερομηνία υποβολής της δήλωσης Φ.Α.Π., ως εξής:
Να δεχθεί την επιφύλαξη και να διαγράψει το ποσό της φορολογητέας ύλης για το οποίο έγινε η
επιφύλαξη.
Να απορρίψει την επιφύλαξη και να γνωστοποιήσει αυτό στο φορολογούμενο με ιδιαίτερη
ανακοίνωση την οποία θα του επιδώσει με απόδειξη. Στην περίπτωση αυτή, ο φορολογούμενος
δικαιούται να ζητήσει από το διοικητικό δικαστήριο, εντός 60 ημερών, τη διαγραφή του ποσού της
φορολογητέας ύλης για την οποία έγινε η επιφύλαξη.
Η επιφύλαξη δεν συνεπάγεται την αναστολή της βεβαίωσης και της είσπραξης του
αμφισβητούμενου φόρου. Όταν η επιφύλαξη γίνει δεκτή από τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. ή το
διοικητικό δικαστήριο, ενεργείται νέα εκκαθάριση του φόρου της δήλωσης και το επιπλέον ποσό
αυτού που βεβαιώθηκε ή καταβλήθηκε, εκπίπτει ή συμψηφίζεται με το φόρο που προκύπτει, όταν
αυτός είναι μεγαλύτερος από το φόρο που προέκυψε με βάση τα στοιχεία της δήλωσης. Σε κάθε άλλη
περίπτωση ο φόρος επιστρέφεται (σύμφωνα με την παράγραφο 9 του άρθρου 33 του Ν. 3842/2010).