ΚΒΣ(π.δ.186/1992) άρθρο 38- 40
Σαΐτης Κ. Ευθύμιος
2770
σαφής όμως η πρόθεση του νομοθέτη να περιορίσει τη δυνατότητα
εξωλογιστικού προσδιορισμού και μάλιστα μόνο σε σοβαρές παραβάσεις.
Τούτο άλλωστε καθίσταται σαφές και από την επανάληψη στο σημείο
αυτό του κανόνα που εφαρμόζόνταν και στο προϊσχύσαν σύμφωνα με
τον οποίο αποκλείονταν η απόρριψη των βιβλίων, εάν οι παρατυπίες ή
παραλείψεις, ανεξαρτήτως της σοβαρότητάς τους και της τυχόν
αδυναμίας ελέγχου την οποία δημιουργούσαν, οφείλονταν σε παραδρομή
ή συγγνωστή πλάνη.
ιι)
απαιτείται αδυναμία διενέργειας
όχι οποιωνδήποτε
ελεγκτικών επαληθεύσεων, αλλά
συγκεκριμένων επαληθεύσεων
, των
οποίων μάλιστα η έννοια γίνεται σαφέστερη, δεδομένου ότι ταυτίζονται με
το λογιστικό έλεγχο των φορολογικών υποχρεώσεων του επιτηδευματία.
ιιι)
τονίζεται εμφαντικώς
ότι ο λογιστικός έλεγχος των
φορολογικών υποχρεώσεων του επιτηδευματία πρέπει να είναι
αντικειμενικά αδύνατος
. Απορρίπτει επομένως η νέα διάταξη την
υποστηριζόμενη άποψη ότι εξαιρετικά δυσχερής έλεγχος, λόγω όγκου
εγγραφών ή άλλων αιτίων, ισοδυναμεί με αδυναμία.
ιν) Απαιτείται οι συγκεκριμένες ελεγκτικές επαληθεύσεις, οι οποίες
καθίστανται αδύνατες κατά τα προαναφερθέντα,
να προσδιορίζονται με
πλήρη αιτιολογία
και κατά ποσό και δεν αρκεί η γενική αιτιολογία η
οποία επιβάλλετο από τις γενικές αρχές που ίσχυαν επί των δυσμενών
διοικητικών πράξεων, η οποία κατά το παρελθόν εθεωρείτο επαρκής και
η οποία ενίοτε μπορούσε να υποκατασταθεί από τη δικαστική κρίση. Ήδη
η εξειδικευμένη αιτιολογία αποτελεί απαίτηση του νόμου και επομένως
πρέπει να δίδεται ιδιαίτερη βαρύτητα σ' αυτήν.
ν) Απαιτείται η αδυναμία διενέργειας των συγκεκριμένων
ελεγκτικών επαληθεύσεων, να αναφέρεται
σε οικονομικά μεγέθη
των
βιβλίων και στοιχείων
μεγάλης έκτασης
σε σχέση με τα μεγέθη των
βιβλίων και στοιχείων.
β)Με το δεύτερο εδάφιο (πρόταση) της ίδιας παραγράφου (11)
προβλέπεται ότι οι φορολογικές υποθέσεις, στις οποίες με βάση τις
διατάξεις του π.δ.99/1977, είχαν κριθεί τα βιβλία και στοιχεία
επιτηδευματία ως ανεπαρκή και εκκρεμούσαν είτε ενώπιον της
Επιτροπής του άρθρου 109 του ν.1892/1990 είτε ενώπιον των
∆ιοικητικών Πρωτοδικείων και δεν είχαν συζητηθεί μέχρι τη δημοσίευση
του Κώδικα (ημερομηνία δημοσίευσης 26.5.1992),
επανακρίνονται
από
τον αρμόδιο προϊστάμενο ∆.Ο.Υ. με βάση τις διατάξεις του νέου Κώδικα.
Η διάταξη αυτή αποτελεί αυτονόητη συνέπεια της εφαρμογής της γενικής
αρχής, κατά την οποία επιεικέστερες διατάξεις πρέπει να καταλαμβάνουν
και τις εκκρεμείς υποθέσεις. Η αυτή αρχή, όπως και η αρχή της ισότητας
επέβαλε και την επανάκριση από τον προϊστάμενο της αρμόδιας ∆.Ο.Υ.
των φορολογικών υποθέσεων, για τις οποίες εκδόθηκε ήδη φύλλο
ελέγχου φορολογίας εισοδήματος και προσδιορίσθηκαν εξωλογιστικά τα
αποτελέσματα ύστερα από απόρριψη των βιβλίων, εφόσον δεν έχουν