Το έγγραφο προστέθηκε επιτυχώς!

Το έγγραφο προστέθηκε επιτυχώς στα αγαπημένα σας! Μπορείτε να το δείτε κάνοντας click εδώ.

Το έγγραφο υπάρχει ήδη!

Το έγγραφο υπάρχει ήδη στα αγαπημένα σας. Μπορείτε να το δείτε κάνοντας click εδώ.

Σφάλμα

Η εισαγωγή δεν μπορεί να ολοκληρωθεί.

Αποθήκευση σχολίου

Το σχόλιο σας αποθηκεύτηκε με επιτυχία!

Ανανέωση σχολίου

Το σχόλιο σας ανανεώθηκε με επιτυχία!

Αποστολή email

Το email σας στάλθηκε επιτυχώς!

Menu
Φόρτωση...

Αθήνα, 12 Φεβρουαρίου 2021
Αρ. Πρωτ. Μ-Δ: 40

Θέμα:

Για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων σε επιχειρήσεις - εκμεταλλεύσεις μεταλλευτικές, λιγνιτωρυχείων, ορυχείων, λατομείων, επεξεργασίας εμπλουτισμού ή μεταποίησης μεταλλευμάτων ορυκτών, μελετών και εκμετάλλευσης.

Προς:

1. Ομοσπονδία Μεταλλωρύχων Ελλάδος (Ο.Μ.Ε.), Αξαρλιάν (πρώην Λέκκα) 3-5, 105 63 Αθήνα

2. Σύνδεσμο Μεταλλευτικών Επιχειρήσεων (Σ.Μ.Ε.), Βασ. Γεωργίου Β΄ 10 & Ρηγίλλης, 106 74 Αθήνα

ΔΙΑΙΤΗΤΙΚΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΠΕΝΤ. 1/2021
Η ΠΕΝΤΑΜΕΛΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΔΙΑΙΤΗΣΙΑΙ ΤΟΥ Ο.ΜΕ.Δ. (του άρθρου 16 Α του Ν. 1876/1990)

Συνεδρίασε στην Αθήνα με έδρα τον Ο.ΜΕ.Δ., την Τετάρτη 30 Δεκεμβρίου 2020, ώρα 12:00 με την εξής σύνθεση: α) Μαρίνα Παπαδοπούλου, Σύμβουλος Επικρατείας (Πρόεδρος), β) Καλλιόπη Πανά, Αρεοπαγίτης, (παρέστη μέσω τηλεδιάσκεψης), γ) Χαράλαμπος Μπρισκόλας, Νομικός Σύμβουλος του Κράτους, δ) Μίρκα Καζιτόρη, Διαιτητής Ο.ΜΕ.Δ., (παρέστη μέσω τηλεδιάσκεψης), και ε) Ελένη Κουτσιμπού, Διαιτητής Ο.ΜΕ.Δ., (τακτικά μέλη).

Θέμα της συζήτησης ήταν η εξέταση της υπ΄ αριθμ. Μ-Δ: 198/002ΕΦ/10.7.2020 εφέσεως της Ομοσπονδίας Μεταλλωρύχων Ελλάδος (Ο.Μ.Ε.), κατά της υπ΄ αριθμ. 4/2020 Διαιτητικής Απόφασης της Τριμελούς Επιτροπής Διαιτησίας «Για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων σε επιχειρήσεις - εκμεταλλεύσεις μεταλλευτικές, λιγνιτωρυχείων, ορυχείων, λατομείων, επεξεργασίας εμπλουτισμού ή μεταποίησης μεταλλευμάτων ορυκτών, μελετών και εκμετάλλευσης».

Κατά τη συνεδρίαση παρέστησαν: Εκ μέρους της Ομοσπονδίας Μεταλλωρύχων Ελλάδος (Ο.Μ.Ε.) ο Χαράλαμπος Σμυρνιώτης και Νικόλαος Ρουκλιώτης νομικός σύμβουλος (με φυσική παρουσία), Κωνσταντίνος Σαμαράς και Δημήτρης Περπατόρης νομικός σύμβουλος (μέσω τηλεδιάσκεψης). Εκ μέρους του Συνδέσμου Μεταλλευτικών Επιχειρήσεων (Σ.Μ.Ε.) ο Χρήστος Καβαλόπουλος (μέσω τηλεδιάσκεψης).

Η Πενταμελής Επιτροπή Διαιτησίας μετά τη συζήτηση της υποθέσεως στις 30.12.2020, έλαβε υπόψη τα υπομνήματα που κατέθεσαν τα μέρη εντός της χορηγειθείσας προθεσμίας (15.1.2021), προχώρησε σε διάσκεψη στις 27 Ιανουαρίου 2021 και κατέληξε στα εξής:

1. Όπως προκύπτει από την εκκαλουμένη και τα λοιπά έγγραφα της διαδικασίας, στις 30.7.2018, ο «Σύνδεσμος Μεταλλευτικών Επιχειρήσεων (Σ.Μ.Ε.)» και η «Ομοσπονδία Μεταλλωρύχων Ελλάδος (Ο.Μ.Ε.)» υπέγραψαν Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, με ισχύ από 10.3.2017 έως 10.3.2019, η οποία καθόριζε τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων σε επιχειρήσεις μεταλλευτικές, λιγνιτωρυχείων, ορυχείων, επεξεργασίας, εμπλουτισμού ή μεταποίησης μεταλλευμάτων ορυκτών, μελετών και εκμετάλλευσης. Ενόψει της λήξης της ισχύος της εν λόγω ΣΣΕ, η Ο.Μ.Ε. υπέβαλε την από 5.3.2019 πρόσκληση προς την εργοδοτική πλευρά (Σ.Μ.Ε.), για έναρξη διαπραγματεύσεων προκειμένου να υπογραφεί νέα συλλογική σύμβαση εργασίας, εν συνεχεία δε, θεωρώντας ότι οι διαπραγματεύσεις είχαν αποτύχει, υπέβαλε στις 22.4.2019 ενώπιον του Ο.ΜΕ.Δ. αίτηση μεσολάβησης. Στις 29.4.2019, έληξε η θητεία του Διοικητικού Συμβουλίου του Ο.ΜΕ.Δ., χωρίς να οριστεί μεσολαβητής και να προχωρήσει η διαδικασία μεσολάβησης. Παράλληλα, συνεχιζόταν η προσπάθεια για επίλυση της διαφοράς απ ευθείας μεταξύ των μερών, η πλευρά όμως των εργαζομένων θεωρώντας ότι οι εργοδότες επεδείκνυαν κακόπιστη συμπεριφορά κατά τις διαπραγματεύσεις, προσήλθαν σε πανελλαδική στάση εργασίας στις 13.6.2019. Κατόπιν αυτού, υπεγράφη στις 13.6.19 πρακτικό συμφιλίωσης κατά τα οριζόμενα στο αρθρ. 13 Ν. 1876/1990 , εν συνεχεία δε, ο ΣΜΕ υπέβαλε αντιπρόταση σχετικά με το περιεχόμενο της ΣΣΕ. Μετά τη δημοσίευση του Ν. 4635/2019 (Α΄ 167/30.10.2019), και την χορηγηθείσα με αυτόν παράταση της θητείας του Διοικητικού Συμβουλίου του Ο.ΜΕ.Δ., ορίστηκε μεσολαβητής που κάλεσε τα μέρη σε κατ΄ ιδίαν ακρόαση και συζητήσεις. Η εργοδοτική όμως πλευρά προέβαλε το επιχείρημα ότι οι διαπραγματεύσεις συνεχίζονταν και επομένως η ανωτέρω αίτηση μεσολάβησης είχε υποβληθεί προώρως και ως εκ τούτου απαραδέκτως, κατόπιν δε αυτού, η μεσολαβήτρια, αντί να υποβάλει πρόταση μεσολάβησης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 15 παρ. 6 του Ν. 1876/1990 [όπως ισχύει μετά την τροποποίηση της με το άρθρο 15 παρ. 2 του Ν. 4549/2018 (Α 105)], διαπίστωσε με την από 23.1.2020 έκθεση, την περαίωση της διαδικασίας λόγω άρνησης της εργοδοτικής πλευράς. Στις 6.3.2020 η Ο.Μ.Ε. προσέφυγε μονομερώς στη διαιτησία, υποβάλλοντας σχετική αίτηση διαιτησίας, σύμφωνα με το νομοθετικό καθεστώς που ίσχυε κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης μεσολάβησης (22.4.2019). Η αίτηση απορρίφθηκε με την ήδη προσβαλλόμενη υπ΄ αριθμ. 4/2020 απόφαση της Τριμελούς Επιτροπής Διαιτησίας, με την αιτιολογία ότι, εφόσον η εν λόγω αίτηση διαιτησίας υπεβλήθη μετά την έναρξη ισχύος του νόμου 4635/2019, καταλαμβάνεται από το νόμο αυτό που τροποποίησε το ν. 1876/90 και περιόρισε δραστικά τη δυνατότητα μονομερούς προσφυγής στη διαιτησία, δεδομένου δε ότι δεν συνέτρεχαν εν προκειμένω οι προϋποθέσεις που θέτει ο νέος νόμος, η αίτηση κρίθηκε απορριπτέα ως απαράδεκτη.

2. Με την υπό κρίση έφεση, όπως αναπτύχτηκε με το υπόμνημα και κατά την αυτοπρόσωπη παράσταση των εκπροσώπων των εργαζομένων, η Ο.Μ.Ε. στρέφεται κατά της παραπάνω κρίσης προβάλλοντας ότι αφενός παραβιάζει το νόμο και αφετέρου στερείται επαρκούς αιτιολογίας, δεδομένου ότι κρίσιμος χρόνος για την εφαρμογή του ισχύοντος νομοθετικού καθεστώτος ήταν πράγματι ο χρόνος υποβολής της αίτησης μεσολάβησης (22.4.2019). Τούτο διότι, κατά το νόμο, η διαδικασία ενώπιον του Ο.ΜΕ.Δ. είναι ενιαία, δεδομένου ότι προϋπόθεση για την προσφυγή στη διαιτησία αποτελεί η αποτυχία της διαδικασίας μεσολάβησης. Προβάλλεται ειδικότερα ότι η συλλογική διαφορά έχει ήδη συγκροτηθεί εννοιολογικά ως προς τα κρίσιμα στοιχεία της κατά το χρόνο της υποβολής της αίτησης για μεσολάβηση και παραμένει η ίδια μέχρι να λυθεί στα πλαίσια του Ο.ΜΕ.Δ., ως εκ τούτου, δεν είναι δυνατόν να κατατμηθεί. Κατόπιν αυτών, κατά τα προβαλλόμενα, αφού η αίτηση για μεσολάβηση είχε υποβληθεί προ της ενάρξεως ισχύος του νέου νόμου 4635/2019, η σχετική διαφορά ήταν ήδη εκκρεμής κατά τη δημοσίευση τούτου, μη υπάρχουσας δε σχετικής μεταβατικής ρύθμισης, δεν μπορούσε να καταληφθεί από το νέο καθεστώς, και επομένως, εφαρμοστέος ήταν ο Ν. 1876/1990 (αρθρ. 16) ως είχε προ της τροποποιήσεως του με τον τελευταίο νόμο. Κρίσιμο, εξάλλου, κατά την εκκαλούσα είναι το - μη αξιολογηθέν από την εκκαλουμένη -στοιχείο της εν προκειμένω καθυστέρησης της σχετικής διαδικασίας μεσολάβησης και διαιτησίας εξαιτίας της κακόπιστης και παρελκυστικής τακτικής της εργοδοτικής πλευράς, αλλά και εξαιτίας της Διοίκησης του Ο.ΜΕ.Δ. που δεν θέλησε να προχωρήσει στον ορισμό μεσολαβητή, λόγω της επικείμενης λήξης της θητείας του Διοικητικού του Συμβουλίου. Ενόψει αυτών, η εκκαλούσα ζητεί την εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως και περαιτέρω την αναπομπή της υπόθεσης στην Τριμελή Επιτροπή για να κρίνει την υπόθεση κατ΄ ουσία ενώ στην περίπτωση που η παρούσα Επιτροπή κρίνει την υπόθεση κατ΄ ουσία, ζητεί την απ΄ ευθείας υιοθέτηση από αυτήν των όρων της τελευταίας από 30.7.2018 ΣΣΕ. Αντιθέτως, ο Σ.Μ.Ε. ισχυρίζεται ότι οι νέες διατάξεις καταλαμβάνουν όλες τις συλλογικές διαφορές για τις οποίες δεν έχει ακόμη εκδοθεί διαιτητική απόφαση και κατά μείζονα λόγο τις διαφορές για τις οποίες δεν είχε υποβληθεί ακόμη η αίτηση προσφυγής στη διαιτησία.

3. Όπως έχει ήδη κριθεί [ΔΑ ΠΕΝΤ. 1/2020 (Π.Κ. Υπ. Εργασίας και Κοιν. Υποθέσεων: 4/17.8.2020) και ΔΑ ΠΕΝΤ. 3/2020(Π.Κ. Υπ. Εργασίας και Κοιν. Υποθέσεων: 6/28.12.2020), ο νόμος, εφόσον δεν προβλέπεται ρητώς το αντίθετο, ορίζει για το μέλλον (ΑΚ αρθρ.2) καταλαμβάνει δε τις διαφορές που ανακύπτουν μετά την έναρξη της ισχύος του. Κατόπιν αυτού, οι ουσιαστικές ρυθμίσεις του Ν. 4635/2019. Ο οποίος δεν περιέχει μεταβατικές διατάξεις, δεν εφαρμόζονται στις αιτήσεις διαιτησίας που είχαν υποβληθεί πριν από τις 30.10.2019, ημερομηνία δημοσιεύσεως του την ΕτΚ. Στην παρούσα όμως υπόθεση τίθεται περαιτέρω το ζήτημα αν η συλλογική διαφορά μπορεί να θεωρηθεί εκκρεμής ενώπιον του διαιτητικού οργάνου ήδη από της υποβολής της σχετικής αίτησης μεσολάβησης. Κατά την κρίση της Επιτροπής, ο Ν. 1876/1990 διακρίνει τις δυο διαδικασίες της μεσολάβησης και της διαιτησίας, τις οποίες ρυθμίζει με διαφορετικές διατάξεις [αρθρ. 15 και 16-16Α- αντιστοίχως] και υπό διαφορετικές την κάθε μια προϋποθέσεις, ενώ οι μεσολαβητές και οι διαιτητές αποτελούν δυο αυτοτελή σώματα (αρθρ. 17 παρ. 8). Η συλλογική διαφορά μπορεί να λήξει σε οποιοδήποτε από τα δυο στάδια με την υπογραφή ΣΣΕ, κατά τη διαδικασία. Εξάλλου η προηγούμενη προσφυγή στη μεσολάβηση τίθεται ως προαπαιτούμενο μόνον για τη μονομερή προσφυγή στη διαιτησία η οποία θεωρείται ως «έσχατο και επικουρικό μέσο επίλυσης συλλογικών διαφορών», ενώ η προσφυγή στη διαιτησία με συμφωνία των μερών μπορεί να χωρήσει ανεξαρτήτως προσφυγής στη μεσολάβηση (βλ. αρθρ.16 παρ. 1 και 2). Τις δυο διαδικασίες φαίνεται να διακρίνει και ο Ν. 4549/2018 (Α 105), που ορίζει στις μεταβατικές του διατάξεις (αρθρ. 15 παρ. 5), ότι οι τροποποιήσεις που επέφερε στο Ν. 1876/1990, «δεν εφαρμόζονται σε εκκρεμείς κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου αιτήσεις μεσολάβησης και αιτήσεις προσφυγής στη διαιτησία». Κατόπιν αυτών, αφού εν προκειμένω, η αίτηση προσφυγής στη διαιτησία κατατέθηκε μετά την έναρξη ισχύος του νέου νόμου 4635/2019, η κρινόμενη διαφορά κατέστη εκκρεμής ενώπιον της διαιτησίας από αυτό το χρονικό σημείο και εφαρμοστέες είναι πλέον οι διατάξεις του νόμου αυτού που άλλωστε, αφορούν ειδικότερα τη διαδικασία της διαιτησίας, ανεξαρτήτως αν η αίτηση για μεσολάβηση είχε κατατεθεί υπό το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς. Περαιτέρω, το πραγματικό γεγονός της τυχόν καθυστέρησης της διαδικασίας μεσολάβησης δεν μπορεί να μεταβάλει τον παραπάνω κανόνα περί εφαρμοστέων διατάξεων, διότι η κατά περίπτωση λύση θα δημιουργούσε ανασφάλεια δικαίου. Εξάλλου, το γεγονός ότι κατά την προηγηθείσα εν προκειμένω, διαδικασία μεσολάβησης, δεν κοινοποιήθηκε κατά παράβαση των διατάξεων του αρθρ. 15 παρ. 6 του Ν. 1876/1990 (15 παρ. 2 ν. 4549/2018) αιτιολογημένη πρόταση μεσολάβησης, ενώ η υπόθεση δεν εξετάστηκε κατ΄ ουσία από την Τριμελή Επιτροπή, θα καθιστούσε, σε κάθε περίπτωση, αδύνατη την κατ΄ ουσία εξέταση της το πρώτον από την παρούσα Επιτροπή, όπως ζητείται επικουρικώς από την εκκαλούσα. Κατόπιν αυτών η κρινόμενη έφεση πρέπει να απορριφθεί.

4. Σύμφωνα όμως με τη γνώμη που υποστήριξαν τα μέλη της Επιτροπής Καζιτόρη και Κουτσιμπού, για τον προσδιορισμό του νομοθετικού καθεστώτος που εφαρμόζεται κάθε φορά στην όλη διαδικασία μεσολάβησης και διαιτησίας κρίσιμος είναι ο χρόνος υποβολής της συλλογικής διαφοράς σε μεσολάβηση με την υποβολή αίτησης μεσολάβησης. Αυτή η ερμηνεία της έλλειψης μεταβατικής διάταξης στο νόμο που άρχισε να ισχύει κατά τη διάρκεια της διαιτησίας στηρίζεται στα ακόλουθα δεδομένα:

- Ο νόμος ρυθμίζει τη διαδικασία μεσολάβησης και διαιτησίας ενώπιον του Ο.ΜΕ.Δ. ως ενιαία διαδικασία επίλυσης συλλογικών διαφορών, με δύο στάδια, όπως προκύπτει από α) τις διατάξεις του άρθρου 16 που ορίζουν ως προϋπόθεση προσφυγής στη διαιτησία την προηγούμενη προσφυγή στη μεσολάβηση και β) τη ρύθμιση (αρθρ. 16 παρ. 8 Ν. 1876/1990) που ορίζει ότι η απόφαση της διαιτησίας ισχύει από την επομένη της υποβολής της αίτησης για μεσολάβηση.

- Η βασική αρχή λειτουργίας του Ο.ΜΕ.Δ., που είναι η προσπάθεια επίτευξης σύγκλισης και συμφωνίας των μερών της συλλογικής διαφοράς, επιβάλλει η καταβολή αυτής της προσπάθειας επί μακρύ, ενδεχομένως, χρονικό διάστημα να μην επιφέρει αποτελέσματα ως προς τον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου.

- Η ως άνω βασική αρχή λειτουργίας του Ο.ΜΕ.Δ. επιβάλλει τα μέρη να γνωρίζουν και να νοιώθουν ασφαλή ότι οι εφαρμοστέοι κανόνες δικαίου δεν θα μεταβληθούν, επειδή η όλη προσπάθεια και διαδικασία διαρκεί ενδεχομένως επί μακρύ χρονικό διάστημα.

- Αν η προσπάθεια των μεσολαβητών αλλά και των διαιτητών να οδηγήσουν τα μέρη της συλλογικής διαφοράς σε συμφωνία οδηγούσε σε ενδεχόμενο εφαρμογής νέου νομοθετικού καθεστώτος, το οποίο ενδεχομένως θα θεσπισθεί κατά την εξέλιξη της όλης διαδικασίας επίλυσης της συλλογικής διαφοράς, θα καθιστούσε τα μέρη της συλλογικής διαφοράς επιφυλακτικά και θα περιόριζε την εμπιστοσύνη των μερών της συλλογικής διαφοράς στην προσπάθεια των μεσολαβητών και διαιτητών.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την κρινόμενη έφεση.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 30 Δεκεμβρίου 2020.

Ημερομηνία Κατάθεσης στον Ο.ΜΕ.Δ.: 11 Φεβρουαρίου 2021

Αποστολή εγγράφου με mail
* Email παραλήπτη
Email αποστολέα
Ονοματεπώνυμο αποστολέα
Θέμα
Σχόλια
Να συμπεριληφθούν τα σχόλια της επιστημονικής ομάδας
Να συμπεριληφθούν τα προσωπικά σας σχόλια

Εκτύπωση εγγράφου

Αποστολή άρθρου με mail
* Email παραλήπτη
Email αποστολέα
Ονοματεπώνυμο αποστολέα
Θέμα
Σχόλια
Να συμπεριληφθούν τα σχόλια της επιστημονικής ομάδας
Να συμπεριληφθούν τα προσωπικά σας σχόλια
Εκτύπωση άρθρου
Να συμπεριληφθούν τα σχόλια της επιστημονικής ομάδας
Να συμπεριληφθούν τα προσωπικά σας σχόλια
Προσθήκη στο ευρετήριο
Εισάγετε τον τίτλο: