Το έγγραφο προστέθηκε επιτυχώς!

Το έγγραφο προστέθηκε επιτυχώς στα αγαπημένα σας! Μπορείτε να το δείτε κάνοντας click εδώ.

Το έγγραφο υπάρχει ήδη!

Το έγγραφο υπάρχει ήδη στα αγαπημένα σας. Μπορείτε να το δείτε κάνοντας click εδώ.

Σφάλμα

Η εισαγωγή δεν μπορεί να ολοκληρωθεί.

Αποθήκευση σχολίου

Το σχόλιο σας αποθηκεύτηκε με επιτυχία!

Ανανέωση σχολίου

Το σχόλιο σας ανανεώθηκε με επιτυχία!

Αποστολή email

Το email σας στάλθηκε επιτυχώς!

Menu
Φόρτωση...

Απόφαση 690 / 2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1 Πολιτικό Τμήμα

Θέμα :

Σχετικά με τον υπολογισμό των επιδομάτων εορτών προς τους εργαζόμενους αμειβόμενους με εργόσημο

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Στυλιανή Γιαννούκου, Χαράλαμπο Μαχαίρα και Σοφία Καρυστηναίου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 24η Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Π. Π. του Ι., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου δικηγόρου Ιωάννη (Γιάγκου) Λαμπίρη, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: H. K., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξούσιας δικηγόρου Βασιλικής Κουλούρη, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-11-2014 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Σπάρτης.

Εκδόθηκε η 99/2015 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και κατόπιν ασκήσεως εφέσεως η 127/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20-5-2016 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Εισηγητής ορίσθηκε ο Αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη της αναιρεσίβλητης στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ.1 και 2 της ΚΥΑ 19040/1981, όλοι οι μισθωτοί, που αμείβονται με μισθό ή με ημερομίσθιο, δικαιούνται από τους πάσης φύσεως εργοδότες τους: α) επίδομα εορτών Χριστουγέννων ίσο με ένα μηνιαίο μισθό για τους αμειβόμενους με μισθό ή με 25 ημερομίσθια για τους αμειβόμενους με ημερομίσθιο και β) επίδομα εορτών Πάσχα, ίσο με μισό μηνιαίο μισθό για τους αμειβόμενους με μισθό ή με 15 ημερομίσθια για τους αμειβόμενους με ημερομίσθιο. Τα επιδόματα αυτά καταβάλλονται στο ακέραιο, εφ"" όσον η σχέση εργασίας του δικαιούχου με τον υπόχρεο εργοδότη διήρκεσε ολόκληρη τη χρονική περίοδο για μεν το επίδομα εορτών Πάσχα, από 1 Ιανουαρίου μέχρι 30 Απριλίου, για δε το επίδομα εορτών Χριστουγέννων, από 1 Μαΐου μέχρι 31 Δεκεμβρίου. Για μικρότερα χρονικά διαστήματα, καταβάλλεται ανάλογο κλάσμα. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ.9 της ίδιας ΚΥΑ, τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα του προσωπικού που απασχολείται για την εξυπηρέτηση του οίκου του εργοδότη (βοηθοί, θαλαμηπόλοι, παιδαγωγοί, κηπουροί, μάγειροι κλπ) υπολογίζονται βάσει των σε χρήμα μόνο καταβαλλόμενων σε κάθε ένα μηνιαίων αποδοχών. Ειδικά για τις οικιακές βοηθούς, ανεξάρτητα από την ηλικία τους, τα επιδόματα αυτά δεν μπορούν να είναι κατώτερα του 10πλάσιου για το επίδομα Χριστουγέννων και του 8πλάσιου για το επίδομα Πάσχα του γενικού κατωτάτου ορίου ημερομισθίου, μειούμενα ανάλογα για απασχόληση μικρότερη των χρονικών περιόδων που ορίζονται στην παρ.2 του άρθρου 1 της ως άνω ΚΥΑ. Από τις διατάξεις αυτές, συνδυαζόμενες με εκείνες του Ν. 3863/2010 για την αμοιβή με εργόσημο, συνάγεται ότι το ελάχιστο ποσό επιδόματος Χριστουγέννων και Πάσχα, που προσδιορίζεται στο τελευταίο εδάφιο και συνδέεται με το γενικό κατώτατο όριο ημερομισθίου, αναφέρεται μόνο σε όσους απασχολούνται περιστασιακά σε πλείονες του ενός εργοδότες και όχι σε εκείνους που εργάζονται αποκλειστικά σε έναν εργοδότη, για τους οποίους ισχύουν οι γενικές ρυθμίσεις του άρθρου 1 παρ.1 και 2 της ΚΥΑ 19040/1981.

2. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Σπάρτης, κρίνοντας σε δεύτερο βαθμό επί των αξιώσεων της εναγούσης, εκεί εφεσιβλήτου - αντεκκαλούσης και ήδη αναιρεσίβλητης οικιακής βοηθού να λάβει εκ μέρους του εναγομένου, εκεί εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος εργοδότη αυτής τα κατά νόμο δικαιούμενα ποσά για δώρα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και επίδομα αδείας του ενδίκου χρονικού διαστήματος, δέχθηκε τα εξής ουσιώδη: Ότι η ενάγουσα είχε προσληφθεί από τον εναγόμενο κατά το μήνα Δεκέμβριο του έτους 2009, προκειμένου να προσφέρει σ"" αυτόν, που είναι ολικά ανάπηρος, υπηρεσίες οικόσιτης οικιακής βοηθού, με πλήρη απασχόληση, επί 24ώρου βάσεως. Ότι ως αντάλλαγμα των υπηρεσιών της ενάγουσας είχε συμφωνηθεί μισθός 400 ευρώ μηνιαίως. Ότι η ενάγουσα αποχώρησε οικειοθελώς από την εργασία της περί το τέλος του έτους 2013. Ότι κατά το χρονικό διάστημα της απασχόλησής της ο εναγόμενος παρέλειψε την προς αυτήν καταβολή του δώρου εορτών και του επιδόματος αδείας. Ότι για μεν το επίδομα αδείας, η ενάγουσα εδικαιούτο το 1/2 του μηνιαίου μισθού της για κάθε έτος απασχόλησης και συνολικώς, για τα έτη 2010, 2011, 2012 και 2013 (4 έτη επί 200 ευρώ ετησίως=) 800 ευρώ. Ότι για το δώρο Χριστουγέννων, η ενάγουσα εδικαιούτο το 10πλάσιο του γενικού κατωτάτου ορίου ημερομισθίου, ήτοι για το έτος 2010 ευρώ 330,40, το έτος 2011 ευρώ 335,70, το έτος 2012 ευρώ 261,80 και το έτος 2013 ευρώ 261,80 και συνολικώς 1.189,70 ευρώ. Ότι για το δώρο Πάσχα, η ενάγουσα εδικαιούτο το 8πλάσιο του γενικού κατωτάτου ορίου ημερομισθίου, ήτοι για το έτος 2010 ευρώ 264,32, το έτος 2011 ευρώ 268,56, το έτος 2012 ευρώ 209,44 και το έτος 2013 ευρώ 209,44 και συνολικώς 951,76 ευρώ. Μετά τις παραδοχές αυτές, το Μονομελές Πρωτοδικείο Σπάρτης απέρριψε την έφεση του ενάγοντος ως ουσιαστικά αβάσιμη, έκανε δεκτή την αντέφεση της ενάγουσας, εξαφάνισε την τότε εκκαλουμένη 99/2015 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Σπάρτης και έκανε και πάλι εν μέρει δεκτή την ένδικη αγωγή, επιδικάζοντας το συνολικό ποσό των 2.941,46 ευρώ (που είναι κατά τι μεγαλύτερο από το πρωτοδίκως επιδικασθέν). Με την κρίση αυτή, το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε τις διατάξεις που αναφέρονται στην προηγούμενη σκέψη και ρυθμίζουν τον τρόπο υπολογισμού των επιδομάτων εορτών προς τους εργαζόμενους μισθωτούς. Διότι αν και με πλήρη και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία δέχθηκε ότι η ενάγουσα εργαζόταν αποκλειστικά σε έναν εργοδότη και αμειβόταν με μηνιαίο μισθό, δεν υπολόγισε τα δώρα εορτών σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ.1 της ΚΥΑ 19040/1981 (ένας μισθός για το δώρο Χριστουγέννων, μισός μισθός για το δώρο Πάσχα), αλλά σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ.9 της ίδιας ΚΥΑ και το ν. 3863/2010 (10πλάσιο του γενικού κατωτάτου ορίου ημερομισθίου για το επίδομα Χριστουγέννων και 8πλάσιο αυτού για το επίδομα Πάσχα). Επομένως, ο πρώτος από τους λόγους της αιτήσεως, με τον οποίο επισημαίνεται η παραβίαση αυτή και προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 αρ.1 ΚΠολΔ, θα μπορούσε να θεωρηθεί βάσιμος. Ο δεύτερος από τους λόγους της αιτήσεως, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 αρ.6 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος, διότι, όπως έχει ήδη εκτεθεί, ουδεμία έλλειψη παρατηρείται στην αιτιολογία της.

3. Γενική προϋπόθεση όχι μόνο του παραδεκτού, αλλά της ευδοκίμησης παντός αιτήματος παροχής δικαστικής προστασίας είναι η διαπίστωση αμέσου εννόμου συμφέροντος (ΚΠολΔ 68) υπέρ του αιτούντος. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως ήδη αναφέρθηκε, επιδικάσθηκε τελεσίδικα υπέρ της ενάγουσας και σε βάρος του εναγομένου το συνολικό ποσό των 2.941,46 ευρώ. Εάν το δικαστήριο της ουσίας είχε εφαρμόσει τις προσήκουσες διατάξεις, θα είχε επιδικάσει 800 ευρώ για επίδομα αδείας, 1.600 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων και 800 ευρώ για δώρο Πάσχα, ήτοι συνολικώς το ποσό των 3.200 ευρώ. Από τη σύγκριση των δύο μεγεθών καθίσταται εμφανές ότι επιδικάσθηκε ποσό μικρότερο του πράγματι οφειλομένου. Ως εκ τούτου, ελλείπει το έννομο συμφέρον του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος προς ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις, σύμφωνα με το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20-5-2016 αίτηση περί αναιρέσεως της 127/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 4η Απριλίου 2017.

Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 2α Μαΐου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Αποστολή εγγράφου με mail
* Email παραλήπτη
Email αποστολέα
Ονοματεπώνυμο αποστολέα
Θέμα
Σχόλια
Να συμπεριληφθούν τα σχόλια της επιστημονικής ομάδας
Να συμπεριληφθούν τα προσωπικά σας σχόλια

Εκτύπωση εγγράφου

Αποστολή άρθρου με mail
* Email παραλήπτη
Email αποστολέα
Ονοματεπώνυμο αποστολέα
Θέμα
Σχόλια
Να συμπεριληφθούν τα σχόλια της επιστημονικής ομάδας
Να συμπεριληφθούν τα προσωπικά σας σχόλια
Εκτύπωση άρθρου
Να συμπεριληφθούν τα σχόλια της επιστημονικής ομάδας
Να συμπεριληφθούν τα προσωπικά σας σχόλια
Προσθήκη στο ευρετήριο
Εισάγετε τον τίτλο: