Το έγγραφο προστέθηκε επιτυχώς!

Το έγγραφο προστέθηκε επιτυχώς στα αγαπημένα σας! Μπορείτε να το δείτε κάνοντας click εδώ.

Το έγγραφο υπάρχει ήδη!

Το έγγραφο υπάρχει ήδη στα αγαπημένα σας. Μπορείτε να το δείτε κάνοντας click εδώ.

Σφάλμα

Η εισαγωγή δεν μπορεί να ολοκληρωθεί.

Αποθήκευση σχολίου

Το σχόλιο σας αποθηκεύτηκε με επιτυχία!

Ανανέωση σχολίου

Το σχόλιο σας ανανεώθηκε με επιτυχία!

Αποστολή email

Το email σας στάλθηκε επιτυχώς!

Menu
Φόρτωση...
ΕΡΓΑΤΙΚΑ

Α.Π. (434/2011) Τμ. Β2 Πολ.
Προεδρεύων: Μ.ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΟΥΔΗΣ, Αντιπρόεδρος
Εισηγητής: ΑΝΤ. ΑΘΗΝΑΙΟΣ, Αρεοπαγίτης

Θέμα:

Δεν επιτρέπεται η μεταφορά των ημερών της ετήσιας με αποδοχές άδειας σε επόμενα ημερολογιακά έτη ούτε με συμφωνία εργοδότη και εργαζομένου.

Με συνέπεια να είναι ανίσχυρη τέτοια συμφωνία και ο εργοδότης να είναι υποχρεωμένος από το τέλος του επόμενου έτους να καταβάλει σε αυτόν τις αντίστοιχες προς τις μέρες αυτές αποδοχές αδείας με προσαύξηση κατά 100% , ενώ απαγορεύεται η αντικατάσταση της άδειας με χρηματική αποζημίωση εντός του κρίσιμου ημερολογιακού έτους

Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 28,§ 1 του Συντάγματος, 1,§1 και 3, εδ. β, 5, §1 του α.ν. 539/1945, 1§1 στοιχ. ε` της υπ` αρ. 52/1936 Διεθνούς Συμβάσεως "Περί κανονικών κατ` έτος αδειών µετ` αποδοχών" η οποία κυρώθηκε µε το Ν.2081/1952, 3 του ν.δ. 3755/1957, µε το οποίο προστέθηκε στην § 1, του άρθρου 5 του α.ν.539/1945, δεύτερο εδάφιο, προκύπτει ότι η εξαίρεση των εργαζομένων σε επιχειρήσεις κοινής ωφελείας από τις διατάξεις του α.ν. 539/1945, υπό την προϋπόθεση ότι οι σχετικοί κανονισμοί των επιχειρήσεων αυτώνδίνουν το δικαίωμα για ετήσια άδεια µε αποδοχές, διάρκειας τουλάχιστον ίσης προς εκείνη της άδειας που προβλέπεται από τον α.ν. 539/1945,που αναφέρθηκε παραπάνω, δεν επεκτείνεται και στην αυτοτελή και ανεξάρτητη από τις ρυθμίσεις του νόμου αυτού πρόβλεψη της κύρωσης που θεσπίζεται µε το άρθρο 3, του Ν.Δ. 3755/1957, η οποία έχει τη μορφή αστικής ποινής και αφορά στην υποχρέωση του εργοδότη, ο οποίος αρνήθηκε την χορήγηση στον εργαζόμενο της νόμιμης κατ` έτος αδείας του, μέχρι τη λήξη του αντίστοιχου έτους, να καταβάλει στον εργαζόμενο τις αντίστοιχες αποδοχές των ημερών αδείας,προσαυξημένεςκατά ποσοστό 100%.

Ακόμη, από τις ίδιες ως άνω διατάξεις, σε συνδυασμό με τη διάταξη της § 1 του άρθρου 4 του ίδιου ως άνω α.ν. 539/1945, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 3 § 15 του Ν.4504/1966, με την οποία ορίζεται ότι "Η χρονική περίοδος χορηγήσεως της αδείας κανονίζεται μεταξύ εργοδότου και μισθωτού, του πρώτου υποχρεουμένου να χορηγήσει την αιτηθείσα άδεια το πολύ εντός διμήνου από της υπό του δευτέρου διατυπώσεως της σχετικής αιτήσεως. Πάντως, το ήμισυ τουλάχιστον των κατ` έτος, εν εκάστη επιχειρήσει, δικαιουμένων αδείας δέον να ικανοποιώνται εντός του από 1ης Μαΐου μέχρι 30ης Σεπτεμβρίου χρονικού διαστήματος.

Η κατά τα ανωτέρω απαιτουμένη αίτησις σκοπεί μόνο εις τον προσδιορισμόν των χρονικών ορίων, εντός των ο ποίων υφίσταται υποχρέωσις δια την χορήγησιν της αδείας και δεν αποτελεί τυπικήν προϋπόθεσιν δια την υπό του μισθωτού, κατά τας διατάξεις του παρόντος νόμου, άσκησιν του εις άδειαν μετ` αποδοχών δικαιώματος αυτού, του εργοδότου υποχρεουμένου όπως, προ της λήξεως του ημερολογιακού έτους, παράσχει την άδειαν έστω και αν δεν εζητήθη αυτή υπό του μισθωτού", προκύπτει σαφώς, ότι δεν επιτρέπεται, ούτε με συμφωνία μεταξύ του εργαζόμενου και του εργοδότη, η μεταφορά των ημερών της προαναφερόμενης ετήσιας άδειας του τελευταίου, που δεν του χορηγήθηκαν από τον εργοδότη στο επόμενο ή στα μεθεπόμενα έτη, με συνέπεια να είναι ανίσχυρη τέτοια συμφωνία και ο εργοδότης ο οποίος δεν χορήγησε πλήρη την κανονική άδεια στο μισθωτό του, κατά τη διάρκεια του έτους που αυτή αφορά, να είναι υποχρεωμένος, από το τέλος του αντίστοιχου έτους να καταβάλει σ` αυτόν τις αντίστοιχες προς τις ημέρες αυτές αποδοχές αδείας με προσαύξηση κατά 100%, μη δυνάμενος να εκπληρώσει τη συγκεκριμένη υποχρέωσή του προς το μισθωτό με τη χορήγηση σ` αυτόν των παραπάνω ημερών αδείας και το συμψηφισμό αυτών προς το ανύπαρκτο σύνολο συσσωρευμένων ημερών άδειας περασμένων ετών, που δεν του χορηγήθηκαν, ενώ η ως άνω προσαύξηση 100% αφορά μόνον στις αποδοχές και όχι και στο επίδομα αδείας, αφού ο νόμος αναφέρεται ρητά στις αποδοχές αδείας και όχι στο επίδομα (Ολ. Α.Π. 32/2005), η δε προβλεπόμενη στην §1, του άρθρου 4 του ανωτέρω α.ν 539/1945, όπως αυτός συμπληρώθηκε με το άρθρο 3§,15 του ν. 4504/1966, υποβολή αίτησης του μισθωτού προς χορήγηση της αδείας του, το πολύ εντός διμήνου από την ημέρα υποβολής της, αποσκοπεί μόνο στον προσδιορισμό των χρονικών ορίων, μέσα στα οποία υπάρχει η υποχρέωση του εργοδότη να χορηγήσει αυτή και δεν αποτελεί τυπική προϋπόθεση για την άσκηση από τον εργαζόμενο του σχετικού δικαιώματός του λήψεως αυτής.

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 3,174,680, 679 του Α.Κ., μ` εκείνες των άρθρων 8 του ν.2112/1920, όπως ερμηνεύθηκε αυθεντικά με το άρθρο 11, του Α.Ν.537/1936, 2 § 1, 3 § 1 και 25 § 2 του Ν.3239/1955 και 5 § 5 του αναφερόμενου και παραπάνω α.ν 539/1945, συνάγεται σαφώς ότι είναι ανίσχυρη η δήλωση του μισθωτού με την οποία παραιτείται από τις ελάχιστες νόμιμες αποδοχές του. Η ακυρότητα αυτή αφορά στα ελάχιστα όρια των μισθών και αποζημιώσεων των εργαζομένων που προβλέπονται από το νόμο, τις ΕΣΣΕ ή άλλες κανονιστικές διατάξεις. Εξάλλου, η υπ` αριθ. 93/104/ΕΚ Οδηγία εκδόθηκε µε βάση το άρθρο 118, Α της Συνθήκης Ε.Κ. (τα άρθρα 117 έως 120 της Συνθήκης Ε.Κ. έχουν αντικατασταθεί από τα άρθρα 136 Ε.Κ. έως 143 Ε.Κ.) και καθορίζει, σύμφωνα µε το άρθρο 1, παράγραφος 1, τις στοιχειώδεις προδιαγραφές ασφάλειας και υγείας, όσον αφορά την οργάνωση του χρόνου εργασίας.

Το τμήμα ΙΙ της Οδηγίας προβλέπει τα μέτρα που υποχρεούνται να λαμβάνουν τα κράτη µέλη, ώστε κάθε εργαζόμενος να διαθέτει ελάχιστη περίοδο ημερήσιας και εβδομαδιαίας ανάπαυσης, καθώς και ετήσια άδεια µετ` αποδοχών. Ρυθμίζει επίσης το χρόνο διαλείμματος και την ανώτατη εβδομαδιαία διάρκεια εργασίας. Όσον αφορά την ετήσια άδεια, το άρθρο 7 της οδηγίας ορίζει τα εξής

"1.Τα κράτη µέλη θεσπίζουν τα αναγκαία μέτρα ώστε να παρέχεται σε όλους τους εργαζόμενους ετήσια άδεια µετ` αποδοχών διάρκειας τουλάχιστον τεσσάρων εβδομάδων, σύμφωνα µε τους όρους που προβλέπουν οι εθνικές νομοθεσίες ή και πρακτικές για την απόκτηση του σχετικού δικαιώματος και τη χορήγηση της άδειας.

2. Η ελάχιστη περίοδος ετήσιας άδειας µετ` αποδοχών μπορεί να αντικαθίσταται από χρηματική αποζημίωση µόνο σε περίπτωση τερματισμού της εργασιακής σχέσης". Το άρθρο 17 της οδηγίας προβλέπει την ευχέρεια παρεκκλίσεων, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, από διάφορες διατάξεις της οδηγίας αυτής, χωρίς να αναφέρει σχετικώς το άρθρο 7. Η Οδηγία καταργήθηκε και αντικαταστάθηκε από τις 2 Αυγούστου 2004 από την Οδηγία 2003/ 88/ΕΚ της 4ης Νοεμβρίου 2003, σχετικά µε ορισμένα στοιχεία της οργάνωσης του χρόνου εργασίας (ΕΕL 299, σελ. 9). Το άρθρο 7 της Οδηγίας παρέμεινε αμετάβλητο. Ταυτόσημη είναι και η σχετική πρόβλεψη του άρθρου 7, παρ. 2 του Π.Δ. 88/1999, µε το οποίο η άνω οδηγία ενσωματώθηκε στο εσωτερικό µας δίκαιο, σύμφωνα µε την οποία η ελάχιστη περίοδος ετήσιας αδείας µετ` αποδοχών μπορεί να αντικατασταθεί από χρηματική αποζημίωση, µόνο σε περίπτωση τερματισμού της εργασιακής σχέσης.

Από τη σαφή γραμματική διατύπωση, αλλά και από το πνεύμα και το σκοπό των παραπάνω διατάξεων, δηλαδή τόσο του άρθρου 7, παρ.2 της Οδηγίας 93/104/ΕΚ, όσο και του άρθρου 7, παρ. 2 του Π.Δ 88/1999, συνάγεται ότι η απαγόρευση της αντικατάστασης της ετήσιας άδειας με χρηματική αποζημίωση που θεσπίζει η διάταξη αυτή, αναφέρεται στο ημερολογιακό έτος, εντός του οποίου υποχρεούται ο εργοδότης σε χορήγηση της άδειας και έχει ως σκοπό να εξασφαλίσει στο μισθωτό την ανάπαυση και την ανανέωση των δυνάμεων του, κάθε έτος, για το προβλεπόμενο χρονικό διάστημα, δεν μπορεί, δε, να συναχθεί από τη συγκεκριμένη διάταξη συμπέρασμα ότι στην περίπτωση που δεν χορηγηθεί η άδεια μέχρι τη λήξη του έτους στο οποίο αφορά, ο μισθωτός έχει υποχρέωση να δεχτεί την αυτούσια χορήγησή της σε επόμενο έτος, σωρευτικά με την άδεια του έτους εκείνου, μη δικαιούμενος να ζητήσει την προβλεπόμενη από τις ανωτέρω διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας αποζημίωση, λόγω μη χορηγήσεως της αδείας.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 5, παρ. 1 εδ. δεύτερο του αυτού νόμου, το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 3 του ν.δ 3755/57, "Επιφυλασσομένων των διατάξεων της κειμένης νομοθεσίας, εργοδότης αρνούμενος την χορήγησιν εις μισθωτόν αυτού της νομίμου κατ` έτος αδείας του, υποχρεούται όπως άμα τη λήξει του έτους καθ` ο δικαιούται αδείας ο μισθωτός, και μετά προηγουμένην διαπίστωσιν της παραλείψεως ταύτης υπό οργά νου του Υπουργείου Εργασίας, καταβάλη εις αυτόν τας αντιστοίχους αποδοχάς των ημερών αδείας ηυξημένας κατά 100%".

Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι, για τη θεμελίωση του δικαιώματος άδειας του μισθωτού δεν απαιτείται η υποβολή σχετικής αιτήσεως (έγγραφης ή προφορικής), όμως, για τη θεμελίωση της αξιώσεώς του προς λήψη της ανωτέρω κατά 100% προσαυξήσεως, που έχει το χαρακτήρα ποινής, απαιτείται υπαιτιότητα του εργοδότη, έστω και σε βαθμό ελαφράς αμέλειας, η οποία υπάρχει όταν ο μισθωτός ζήτησε την άδεια και ο εργοδότης δεν τη χορήγησε. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, το Εφετείο δέχθηκε τα παρακάτω:

Ο ενάγων προσελήφθη το έτος 1989 ως έκτακτος υπάλληλος με την ιδιότητα του Προσωπικού Ασφαλείας, από την εναγομένη, η οποία, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 1, παρ. 2 του Ν.4468/ 1960, όπως τροποποιήθηκε με το ΠΔ 360/1991 και με τους Ν. 1914/1990 και 1947/1991, εξήλθε μεν από το "Δημόσιο Τομέα", πλην όμως εξακολουθεί να ανήκει στην κατηγορία των επιχειρήσεων κοινής ωφέλειας. Από το έτος 1991 ο ενάγων μονιμοποιήθηκε, αφού εντάχθηκε στο τακτικό προσωπικό της εναγομένης στη κατηγορία ΓΥ/3 (Προσωπικό Ασφαλείας) στο μισθολογικό κλιμάκιο 10 της βαθμίδας δ` του άρθρου 4 παρ.4,αρ.2 του Γενικού Κανονισμού Καταστάσεως Προσωπικού της εναγομένης (Κ.Κ.Π/ Δ.Ε.Η), που θεσπίστηκε με την από 4-10-1973 ΕΣΣΕ, σύμφωνα με την § 5, του άρθρου 7, του Ν.3239/1955,που δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ Β 1274/1973 και κυρώθηκε με το άρθρο 2 του Ν.Δ/τος 210/1974 και επομένως έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου, όπως τροποποιήθηκε με την § 3 του Κεφαλαίου Α` της από 28-2-1990 ΕΣΣΕ, που κυρώθηκε με την Απόφαση του Υπουργού Εργασίας, η οποία δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ. Β`277.

Έκτοτε δε εξελίχθηκε στους βαθμούς της υπηρεσιακής ιεραρχίας. Σύμφωνα δε με το άρθρο 12 παρ.2 και 3 του ως άνω Κανονισμού της ΔΕΗ, σε συνδυασμό με τ` αναφερόμενα στα προσκομιζόμενα από την εναγομένη έγγραφα εκδόσεώς της με στοιχεία ΣΟΔΙΔ ΠΙ (1990), παρ. Δ 20.7 και ΜΟΔ 8-3/14-3-1996, προκύπτει ότι ο ενάγων δικαιούταν να λάβει είκοσι πέντε (25) ημέρες άδειας αναψυχής για καθένα των ετών 2002, 2003 και 2004,οι οποίες έπρεπε, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα πρόταση της παρούσας, να του χορηγηθούν έως την 1-1-2003,1-1-2004 και 1-1-2005, αντίστοιχα. Αποδεικνύεται δε από τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται παραπάνω, ότι ο ενάγων με σχετικές έγγραφες αιτήσεις του είχε ζητήσει και λάβει από την εναγομένη συνολικά δέκα πέντε (15) ημέρες άδειας αναψυχής στο επίδικο χρονικό διάστημα από 23-8-2003 έως 31-8-2003 και από 14-3-2005 έως 27-3-2005. Όπως δε προκύπτει από τα υπ` αριθμούς ΔΑΠΝ 5962/28-32003 και ΔΑΠΝ 29469/17-12 -2004 έγγραφα, που ο ενάγων παραδεκτά επικαλέστηκε και προσκόμισε στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και με τον ίδιο τρόπο επαναπροσκομίζει και ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, ο ίδιος είχε ζητήσει να εγκριθεί από την εναγομένη η μεταφορά του υπολοίπου ή και ολόκληρης της σχετικής άδειας του, του έτους 2002 (25 ημέρες) στο έτος 2003, των ετών 2003 (25 ημέρες), 2004 (25 ημέρες) και το υπόλοιπο της αδείας του έτους 2002 (18 ημέρες) στο έτος 2005. Και στα δύο παραπάνω έγγραφα (αιτήσεις-δηλώσεις) ο ενάγων δήλωσε ανεπιφύλακτα ότι θα λάβει αυτούσιες τις άδειες των αντιστοίχων ετών και ότι σε καμία περίπτωση δεν προτίθεται να ζητήσει την καταβολή των αναλόγων αποδοχών του.

Οι αιτήσεις δε αυτές του ενάγοντος έγιναν δεκτές από την εναγομένη, όπως συνομολογείται από την ίδια και μεταφέρθηκαν οι αναφερόμενες σ` αυτές ημέρες αδείας του στα αντίστοιχα έτη.Σύμφωνα, όμως, με όσα εκτέθηκαν στις νομικές σκέψεις της παρούσας, η ως άνω προβλεπόμενη από τον α.ν. 539/1945 και τις Σ.Σ.Ε. των αντιστοίχων ετών ετήσια (κανονική) άδεια, έπρεπε να χορηγείται στον ενάγοντα οπωσδήποτε μέσα στο έτος το οποίο αφορούσε, µη επιτρεπομένης, ούτε μετά από συμφωνία μεταξύ του τελευταίου και της εναγομένης-εργοδότριάς του, της μεταφοράς είτε ολόκληρης, είτε μέρους της στο επόμενο ή σε μεθεπόμενα έτη.

Συνεπώς, η γενόμενη μεταφορά των παραπάνω ημερών άδειας αναψυχής[παραλείπεται το κείμενο].

Αποστολή εγγράφου με mail
* Email παραλήπτη
Email αποστολέα
Ονοματεπώνυμο αποστολέα
Θέμα
Σχόλια
Να συμπεριληφθούν τα σχόλια της επιστημονικής ομάδας
Να συμπεριληφθούν τα προσωπικά σας σχόλια

Εκτύπωση εγγράφου

Αποστολή άρθρου με mail
* Email παραλήπτη
Email αποστολέα
Ονοματεπώνυμο αποστολέα
Θέμα
Σχόλια
Να συμπεριληφθούν τα σχόλια της επιστημονικής ομάδας
Να συμπεριληφθούν τα προσωπικά σας σχόλια
Εκτύπωση άρθρου
Να συμπεριληφθούν τα σχόλια της επιστημονικής ομάδας
Να συμπεριληφθούν τα προσωπικά σας σχόλια
Προσθήκη στο ευρετήριο
Εισάγετε τον τίτλο: