Το ερώτημα σας υποβλήθηκε επιτυχώς

Το ερώτημα σας υποβλήθηκε επιτυχώς στον Komvos, μπορείτε να το δείτε κάνοντας click ~TOPIC_ID~.

Επιστημονικός κόμβος

Το ερώτημα έχει ήδη υποβληθεί στον Επιστημονικό Κόμβο του e-forologia.
Για να το διαβάσετε πατήστε ~TOPIC_ID~.

Επιστημονικός κόμβος

Το ερώτημα σας έχει υποβληθεί με επιτυχία στον Επιστημονικό Κόμβο του e-forologia.
Για να το διαβάσετε πατήστε ~TOPIC_ID~.

Menu

Ιστορικό ερωτήματος

κλείσιμο

Ποιο είναι το πρόστιμο επί μη έκδοσης φορολογικού στοιχείου αξίας, επί πράξης υποκείμενης σε Φ.Π.Α.;

Τακτικός φορολογικός έλεγχος σε εμπορική επιχείρηση για τις χρήσεις 2018-2021 ανακάλυψε 100 αποδείξεις οι οποίες δεν εκδόθησαν συνολικής αξίας περίπου 10.000 ευρώ. Οι αποδείξεις εκδίδονται μέσω προγράμματος ERP και τα εμπορεύματα αποστέλλονται μέσω εταιρείας courier.Κάποιες από τις αποδείξεις επιβαρύνονται με ΦΠΑ και κάποιες όχι.Η εταιρεία τηρεί απλογραφικό σύστημα.

Μπορείτε παρακαλώ να αναφέρετε το ύψος του προστίμου που προβλέπεται;



1. Σύμφωνα με το άρθρο 58Α του Ν. 4987/4.11.2022 (Κωδικοποιημένος σύμφωνα με το Ν.5092/2024), με θέμα «Κύρωση Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας», σχετικά με τα «Πρόστιμα για παραβάσεις σχετικές με τον φόρο προστιθέμενης αξίας», ορίζεται ότι: «Για παραβάσεις σχετικές με τον φόρο προστιθέμενης αξίας οι οποίες διαπιστώνονται κατόπιν ελέγχου, επιβάλλονται τα ακόλουθα πρόστιμα:

1. Σε περίπτωση μη έκδοσης φορολογικού στοιχείου ή έκδοσης ή λήψης ανακριβούς στοιχείου για πράξη που επιβαρύνεται με ΦΠΑ, επιβάλλεται πρόστιμο πενήντα τοις εκατό (50%) επί του φόρου που θα προέκυπτε από το μη εκδοθέν στοιχείο ή επί της διαφοράς, αντίστοιχα.

Το πρόστιμο αυτό δεν μπορεί να είναι κατώτερο,  αθροιστικά ανά φορολογικό έλεγχο , των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ, σε περίπτωση που ο φορολογούμενος είναι υπόχρεος τήρησης απλογραφικού λογιστικού συστήματος και των πεντακοσίων (500) ευρώ, σε περίπτωση που ο φορολογούμενος είναι υπόχρεος τήρησης διπλογραφικού λογιστικού συστήματος».

 

2. Περαιτέρω, μετά την ισχύ του Ν. 5104/2024 (νέος ΚΦΔ), σχετικά με την επιβολή των προστίμων σε μη έκδοση στοιχείων, ισχύουν οι διατάξεις των παρ. 5 και 6 του άρθρου 57 του ΚΦΔ. Σε αυτές αναφέρεται: «5. Σε πρόσωπο που ασκεί επιχειρηματική δραστηριότητα και δεν εκδίδει λογιστικά αρχεία ή εκδίδει ή λαμβάνει ανακριβή λογιστικά αρχεία (παραστατικά), για πράξεις που δεν επιβαρύνονται με Φόρο Προστιθέμενης Αξίας (Φ.Π.Α.), επιβάλλεται πρόστιμο πεντακοσίων (500) ευρώ ανά φορολογικό έλεγχο, αν είναι υπόχρεο τήρησης απλογραφικού λογιστικού συστήματος και χιλίων (1.000) ευρώ ανά φορολογικό έλεγχο, αν είναι υπόχρεο τήρησης διπλογραφικού λογιστικού συστήματος.
Ειδικά σε πρόσωπο που δεν υποβάλλει ή υποβάλλει ανακριβή στοιχεία αναφορικά με τις υποχρεώσεις του κατά την παρ. 8 του άρθρου 62 του ν. 4170/2013 (Α' 163), επιβάλλεται πρόστιμο δύο χιλιάδων πεντακοσίων (2.500) ευρώ.
6. Σε πρόσωπο που ασκεί επιχειρηματική δραστηριότητα και δεν εκδίδει παραστατικά πώλησης (φορολογικά στοιχεία) ή εκδίδει ή λαμβάνει ανακριβή στοιχεία για πράξεις που επιβαρύνονται με Φ.Π.Α., επιβάλλεται πρόστιμο πενήντα τοις εκατό (50%) επί του φόρου που θα προέκυπτε από το μη εκδοθέν στοιχείο ή επί της διαφοράς, αντίστοιχα. Το πρόστιμο αυτό δεν μπορεί να είναι κατώτερο, αθροιστικά ανά φορολογικό έλεγχο, των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ, σε περίπτωση που ο φορολογούμενος είναι υπόχρεος τήρησης απλογραφικού λογιστικού συστήματος, και των πεντακοσίων (500) ευρώ, σε περίπτωση που ο φορολογούμενος είναι υπόχρεος τήρησης διπλογραφικού λογιστικού συστήματος. Σε περίπτωση υποτροπής, επιβάλλεται πρόστιμο σε ποσοστό εκατό τοις εκατό (100%) επί του φόρου που θα προέκυπτε από το μη εκδοθέν στοιχείο ή επί της διαφοράς, αντίστοιχα, το οποίο δεν μπορεί να είναι κατώτερο, αθροιστικά ανά φορολογικό έλεγχο, των πεντακοσίων (500) ευρώ, αν ο φορολογούμενος είναι υπόχρεος τήρησης απλογραφικού λογιστικού συστήματος και των χιλίων (1.000) ευρώ, σε περίπτωση που ο φορολογούμενος είναι υπόχρεος τήρησης διπλογραφικού λογιστικού συστήματος. Σε περίπτωση κάθε νέας υποτροπής, επιβάλλεται πρόστιμο σε ποσοστό διακόσια τοις εκατό (200%) επί του φόρου που θα προέκυπτε από το μη εκδοθέν στοιχείο ή επί της διαφοράς, αντίστοιχα,  το οποίο δεν μπορεί να είναι κατώτερο, αθροιστικά ανά φορολογικό έλεγχο, των χιλίων (1.000) ευρώ, σε περίπτωση που ο φορολογούμενος είναι υπόχρεος τήρησης απλογραφικού λογιστικού συστήματος και των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ, σε περίπτωση που ο φορολογούμενος είναι υπόχρεος τήρησης διπλογραφικού λογιστικού συστήματος».

 

Στο πλαίσιο ισχύς του Ν. 4174/2013 και Ν.4987/2022 είχε εκδοθεί η  ΠΟΛ. 1026/12/2/2018 εγκύκλιο διαταγή με θέμα «Παροχή οδηγιών και διευκρινίσεων αναφορικά με την επιβολή κυρώσεων για παραβάσεις του άρθρου 54 του Ν. 4174/2013 (ΚΦΔ) και λοιπές περιπτώσεις παραβάσεων».

 

3. Σύμφωνα με τα ανωτέρω και τα ερωτήματά σας, θεωρούμε ότι:

1. Επί μη έκδοσης φορολογικών στοιχείων (ΑΛΠ), η μη έκδοση των οποίων ανευρίσκεται μετά από φορολογικό έλεγχο, τα δε φορολογικά στοιχεία εμπεριέχουν Φ.Π.Α., επιβάλλονται ανά φορολογικό έτος, αθροιστικά ανά φορολογικό έλεγχο,  τα πρόστιμα της  παρ. 6 του άρθρου 57 του Ν.5104/2024 (ΚΦΔ).

2. Σε περίπτωση που τα μη εκδοθέντα φορολογικά στοιχεία είναι εκτός πεδίου εγαρμογής Φ.Π.Α., επιβάλλονται τα πρόστιμα της παρ . 5 του ίδιου άρθρου 57, ανάλογα εά ν τηρούνται απλογραφικά ή διπλογραφικά βιβλία αντίστοιχα, ανά φορολογικό έλεγχο, ανεξαρτήτως του πλήθους και της αξίας των στοιχείων.

Τα πρόστιμα της παρ.6 του άρθρου 57 του Ν5104/2024 (ΚΦΔ) αφορούν μόνο τον ΦΠΑ; Η φορολογική διοίκηση υπολογίζει και φόρο εισοδήματος μαζί με πρόστιμα και προσαυξήσεις και εάν ναι με ποιο τρόπο;
1. Η παράγραφος 6 του άρθρου 57 του ΚΦΔ (Ν.5104/2024), εφαρμόζεται  μόνο στη  φορολογία του ΦΠΑ. Μάλιστα, εφόσον η Φορολογική Διοίκηση επιβάλλει το πρόστιμο αυτό, τότε δεν θα επιβληθεί το πρόστιμο της παρ. 2 του άρθρου 54 του ΚΦΔ το οποίο αναφέρεται σε ανακριβείς δηλώσεις ΦΠΑ ή το πρόστιμο της παρ. 6 του άρθρου 53 του ΚΦΔ σε περίπτωση μη υποβολής αρχικής δήλωσης ΦΠΑ.

Ο καταλογισμός του φόρου εισοδήματος (καθόσον αναφέρεστε σε παρελθούσα χρήση), επιβάλλεται από τις γενικές διατάξεις της φορολογίας εισοδήματος. Αναφορικά με το πρόστιμο επί του φόρου εισοδήματος, αυτό προκύπτει από την παρ. 6 του άρθρου 53, σε περίπτωση μη υποβολής αρχικής δήλωσης ΦΠΑ και από την παρ. 1 του άρθρο 54 του ΚΦΔ περί ανακριβούς δήλωσης που αφορά περιπτώσεις υποβολής αρχικής δήλωσης φόρου εισοδήματος.

2. Επομένως, στην περίπτωσή με δεδομένο ότι για τα έτη 2018 – 2021 έχετε υποβάλλει αρχικές δηλώσεις φόρου εισοδήματος και ΦΠΑ, για μεν:

α) Το εισόδημα έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 54 του ΚΦΔ περί προστίμου επί της διαφοράς φόρου.

Η παράγραφος 1 του άρθρου 54 του ΚΦΔ αναφέρει ότι, το πρόστιμο αυτό, όταν η φορολογική δήλωση είναι ανακριβής και το ποσό του φόρου που προκύπτει με βάση τη φορολογική δήλωση υπολείπεται του ποσού του φόρου που προκύπτει με βάση διορθωτικό προσδιορισμό φόρου που πραγματοποιήθηκε από τη Φορολογική Διοίκηση, ο φορολογούμενος υπόκειται σε πρόστιμο επί της διαφοράς φόρου που προκύπτει προς καταβολή ως εξής:
α) δέκα τοις εκατό (10%) του ποσού της διαφοράς, εάν το εν λόγω ποσό ανέρχεται σε ποσοστό από πέντε τοις εκατό (5%) έως είκοσι τοις εκατό (20%) του φόρου που προκύπτει με βάση τη φορολογική δήλωση,
β) είκοσι πέντε τοις εκατό (25%) του ποσού της διαφοράς, αν το εν λόγω ποσό υπερβαίνει το ποσοστό είκοσι τοις εκατό (20%) και ανέρχεται σε ποσοστό έως πενήντα τοις εκατό (50%) του φόρου που προκύπτει με βάση τη φορολογική δήλωση,
γ) πενήντα τοις εκατό (50%) του ποσού της διαφοράς, αν το εν λόγω ποσό υπερβαίνει σε ποσοστό το πενήντα τοις εκατό (50%) του φόρου που προκύπτει με βάση τη φορολογική δήλωση.

β) Στη φορολογία του ΦΠΑ, εφαρμογή έχουν, η παρ. 6  και 7 του άρθρου 57 του ΚΦΔ. Όμως, κατά τον καταλογισμό του ΦΠΑ, στην Διορθωτική Πράξη Προσδιορισμού του φόρου, δεν θα πρέπει να υπολογισθεί το πρόστιμο της παραγράφου 2 του άρθρου 54 του ΚΦΔ που αναφέρεται στο 50% επί της διαφοράς φόρου, καθόσον αυτό ήδη καταλογίσθηκε με την Πράξη Προστίμου της παρ. 6 του άρθρου 57 του ΚΦΔ. Η παράγραφος 2 του άρθρου 54 του ΚΦΔ, αναφέρει ότι, «Ειδικά για ανακριβείς δηλώσεις Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (Φ.Π.Α.) του άρθρου 38 ή του άρθρου 47α του Κώδικα Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (ν. 2859/2000, Α' 248) ή δηλώσεις παρακρατούμενου φόρου, επιβάλλεται πρόστιμο ίσο με ποσοστό πενήντα τοις εκατό (50%) επί της διαφοράς».

Copyright © Epsilon Net | Όροι Χρήσης