629
1.
Εάν μετά την επίδοσιν της δηλώσεως ματαιωθή η υπογραφή του συμβολαίου μεταβιβάσεως, ο
καταβληθείς φόρος επιστρέφεται.
2.
Εάν η μεταβίβασις, υπό αναβλητικήν ή διαλυτικήν αίρεσιν, ματαιωθή, συνεπεία ατονίας της
αναβλητικής ή εξόδου της διαλυτικής αιρέσεως, επιστρέφεται το ήμισυ του καταβληθέντος φόρου.
3.
Εάν γίνη η εξώνησις του ακινήτου εντός της ταχθείσης συμβατικής προθεσμίας, δεν επιβάλλεται
φόρος μεταβιβάσεως διά την νέαν ταύτην μεταβίβασιν, επιστρέφεται δε και το ήμισυ του
καταβληθέντος φόρου μεταβιβάσεως κατά την κατάρτισιν του, επί τω όρω της εξωνήσεως,
συνταγέντος συμβολαίου.
4. (1)
Εάν εντός τεσσάρων ετών από της καταρτίσεως του οριστικού συμβολαίου μεταβιβάσεως
ακυρωθή τούτο ένεκεν ελαττώματος αφορώντος εις τας νομικάς σχέσεις του πωλητού προς το
ακίνητον ή ένεκεν άλλων εξαιρετικών λόγων, δεν επιβάλλεται φόρος μεταβιβάσεως διά την
ακύρωσιν, ο δε επί της αρχικής μεταβιβάσεως φόρος περιορίζεται εις το ήμισυ του αναλογούντος
τοιούτου επί της αγοραίας αξίας του ακινήτου. Τυχόν επί πλέον καταβληθείς ή βεβαιωθείς φόρος
επιστρέφεται ή εκπίπτεται κατά περίπτωσιν.
5.
Εάν εντός δύο ετών από της καταρτίσεως του οριστικού συμβολαίου μεταβιβάσεως της
περιπτώσεως της παραγρ. 1 του άρθρου 2 του παρόντος δεν πραγματοποιηθή η ανέγερσις της
πολυκατοικίας ή του διαμερίσματος είτε η συμπλήρωσις των αγορασθέντων εν ημιτελή καταστάσει
κτισμάτων, ο φόρος μεταβιβάσεως περιορίζεται επί της αξίας του οικοπέδου και των μέχρι της
συμπληρώσεως της διετίας ανεγερθέντων κτισμάτων, το δε τυχόν επί πλέον καταβληθέν ποσόν
φόρου μεταβιβάσεως επιστρέφεται.
6.
Διά την επιστροφήν του φόρου επί των περιπτώσεων των προηγούμενων παραγράφων
απαιτείται αίτησις του δικαιούχου προς τον αρμόδιον διά τον φόρον της μεταβιβάσεως Οικον. Έφορον,
ήτις δέον να υποβληθή: Α) εντός έτους από της επιδόσεως της δηλώσεως είς την περίπτωσιν της
ματαιώσεως της υπογραφής του συμβολαίου μεταβιβάσεως και Β) εντός εκατόν είκοσι (120) ημερών
από της ημέρας: α) της ατονίας ή εξόδου της αιρέσεως, β) της ενεργείας της εξωνήσεως, γ) της
ακυρώσεως του συμβολαίου και δ) της συμπληρώσεως της προθεσμίας της παραγράφου 5 του
παρόντος άρθρου.
Μετά την πάροδον των προθεσμιών τούτων παραγράφεται το δικαίωμα προς επιστροφήν του
καταβληθέντος φόρου.
7. (2)
Εάν η πράξις μεταβιβάσεως δεν μετεγράφη εις τα οικεία βιβλία μεταγραφών ένεκα
παρεμβληθέντος νομικού κωλύματος περί την μεταγραφήν και ακυρωθή αύτη εντός έτους από της
συντάξεώς της δικαστικώς, δεν επιβάλλεται φόρος μεταβιβάσεως δια την ακύρωσιν και επιστρέφεται
ο κατά την κατάρτισιν του ακυρουμένου συμβολαίου καταβληθείς φόρος μεταβιβάσεως. Δια την
επιστροφήν του φόρου απαιτείται συν τη αιτήσει τη προβλεπομένη υπό της παρ. 6 του άρθρ. 16 του
ρηθέντος Νόμου να υποβληθή βεβαίωσις ότι δεν μετεγράφη η αρχική πράξις και ότι επί του δια
ταύτης μεταβιβαζομένου ακινήτου υφίστατο νομικόν ελάττωμα, ως και δικαστική απόφασις
ακυρώσεως της πράξεως.
Άρθρον 16.
(1)
Όπως η παρ. 4 του άρθρου 16 του Ν. 1521/1950, ο οποίος κυρώθηκε με το Ν. 1587/1950, αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του
άρθρου 47 του Ν. 542/1977 (ΦΕΚ Α΄ 41/14-2-1977) και σύμφωνα με το άρθρο 84 του ιδίου νόμου ισχύει από 14/2/1977 και μετά.
Η παρ. 4 του άρθρου 16 του Ν. 1521/1950 πριν την αντικατάστασή της είχε ως εξής:
Παρατηρήσεις - Προϊσχύσουσες Διατάξεις άρθρου 16
Οι παρατηρήσεις ακολουθούν αύξουσα αρίθμηση κατ’ άρθρο