Page 630 - Φορολογίες - Περιουσιολόγιο Ακινήτων (Γ’ Έκδοση)

623
1.
Ο Οικον. Έφορος ενεργεί έλεγχον της δηλώσεως του φόρου μεταβιβάσεως, αναθέτων την
εκτίμησιν της αξίας του μεταβιβασθέντος ακινήτου ή του πραγματικού δικαιώματος επί του ακινήτου
ή του πλοίου είς τους κατά την κρίσιν του καταλλήλους οικονομικούς ή ετέρους δημοσίου
υπαλλήλους ή είς υπαλλήλους της Εθνικής Κτηματικής Τράπεζης ή είς μηχανικούς κλπ., οίτινες
υποχρεούνται, εντός χρονικού διαστήματος ουχί πέραν των 10 ημερών, να υποβάλωσιν είς τον Οικον.
Έφορον το πόρισμά των. Υπό του Οικον. Εφόρου δύναται να διαταχθή και η ενέργεια
πραγματογνωμοσύνης, εφαρμοζομένων αναλόγως των σχετικών διατάξεων του νόμου 1641/1919
περί φορολογίας των κληρονομιών κλπ.
Ο Οικον. Έφορος δικαιούται να προσδιορίση αξίαν μείζονα ή ελάσσονα της καθορισθείσης υπό των
εκτιμητών, αναγράφων λεπτομερώς είς το τέλος της εκθέσεως εκτιμήσεως τα στοιχεία, εφ΄ ών βασίζει
την κρίσιν του ταύτην.
2.
Επί τη βάσει του πορίσματος της προηγούμενης παραγράφου καταρτίζεται φύλλον ελέγχου, το
οποίον κοινοποιείται είς τον υπόχρεων ή είς τον πληρεξούσιόν του, εν περιπτώσει δε θανάτου του
υποχρέου κοινοποιείται είς τους κληρονόμους αυτού.
3.
Ο Οικονομικός Έφορος δεν δικαιούται διά νεωτέρου φύλλου ελέγχου να αυξήση την
καθορισθείσαν, διά του πρώτου φύλλου ελέγχου αξίαν, του ακινήτου ή του πραγματικού
δικαιώματος επί του ακινήτου ή του πλοίου.
Εξαιρετικώς δύναται ο Οικον. Έφορος να κοινοποιήση νέον φύλλον ελέγχου με ηυξημένην αξίαν
οσάκις ο εκτιμητής ή ο Οικον. Έφορος, επί τη βάσει της εκθέσεως του οποίου κατηρτίσθη το αρχικόν
φύλλον ελέγχου, ετιμωρήθη πειθαρχικώς διά βαρείαν αμέλειαν ή δόλον κατά την εκτίμησιν ταύτην.
Άρθρον 10.
1.
Κατά του φύλλου ελέγχου, εφ΄ όσον δι΄ αυτού προσδιορίζεται ως αξία του μεταβιβασθέντος
ακινήτου κλπ., ή ως φόρος επ΄ αυτής ποσόν μεταλύτερον του δηλωθέντος κλπ. έχει δικαίωμα
ενστάσεως ο υπόχρεως ή οι κληρονόμοι του.
2.
Διαρκούσης της προθεσμίας προς άσκησιν ενστάσεως ο υπόχρεως δικαιούται να ζητήση παρά
του αρμοδίου Οικον. Εφόρου την συμβιβαστικήν επίλυσιν της διαφοράς.
Επιτευχθείσης της συμβιβαστικής επιλύσεως της διαφοράς συντάσσεται σχετική πράξις επί του
φύλλου ελέγχου, ήτις υπογράφεται υπό του Οικον. Εφόρου και του υποχρέου, ο οποίος μέχρι και της
επομένης της υπογραφής της πράξεως υποχρεούται να υποβάλη συμπληρωματικήν δήλωσιν και να
καταβάλη την επί πλέον διαφοράν του φόρου μετά της προσαυξήσεως της προβλεπομενής υπό του
δευτέρου εδαφίου της παραγράφου 1 του άρθρου 9 του παρόντος.
Εν περιπτώσει μη καταβολής της επί πλέον διαφοράς του φόρου κλπ., ματαιούται η συμβιβαστική
επίλυσις της υποθέσεως και συνεχίζεται περαιτέρω η τακτική διαδικασία.
3.
Αί διατάξεως του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται αναλόγως και επί της περιπτώσεως διανομής
ακινήτου μεταξύ των συγκυρίων των κλπ.
Άρθρον 11.