Page 627 - Φορολογίες - Περιουσιολόγιο Ακινήτων (Γ’ Έκδοση)

620
περιορισμό ότι το συνολικό ποσό του φόρου δεν είναι μικρότερο των τριακοσίων (300) ευρώ εκτός
της τελευταίας. (9)
Η πρώτη δόση καταβάλλεται μέχρι την τελευταία εργάσιμη, για τις δημόσιες υπηρεσίες, ημέρα του
επόμενου από τη βεβαίωση μήνα και η δεύτερη μέχρι την τελευταία εργάσιμη, για τις δημόσιες
υπηρεσίες. ημέρα του μήνα που ακολουθεί.
(1)
Όπως το δεύτερο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 8 του Ν. 1521/1950, ο οποίος κυρώθηκε με το Ν. 1587/1950, καταργήθηκε με
την παρ. 4 του άρθρου 47 του Ν. 814/1978 (ΦΕΚ Α΄ 144/3-9-1978) και σύμφωνα με το άρθρο 75 του ιδίου νόμου έπαψε να ισχύει
από 3/9/1978 και μετά.
Το δεύτερο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 8 του Ν. 1521/1950 πριν την κατάργησή του είχε ως εξής:
«
Προκειμένου περί αναγκαστικής απαλλοτριώσεως, διά την οποίαν η προσωρινώς ή οριστικώς καθορισθείσα αποζημίωσις έχει
παρακατατεθή εις το Ταμείον Παρακαταθηκών και Δανείων, ο φόρος μεταβιβάσεως παρακρατείται υπό τούτου και αποδίδεται εις το
Δημόσιον ταυτοχρόνως με την πληρωμήν του δικαιούχου.»
(2)
Όπως η παρ. 2 του άρθρου 8 του Ν. 1521/1950, ο οποίος κυρώθηκε με το Ν. 1587/1950, προστέθηκε με την παρ. 1 του άρθρου
1
του Ν. 329/1974 (ΦΕΚ Α΄ 56/5-3-1974) και σύμφωνα με το άρθρο 3 του ιδίου νόμου ισχύει από 1/5/1974 και μετά.
(3)
Όπως η παρ. 3 του άρθρου 8 του Ν. 1521/1950, ο οποίος κυρώθηκε με το Ν. 1587/1950, αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του
άρθρου 70 του Ν. 1041/1980 (ΦΕΚ Α΄ 75/2-4-1980) και σύμφωνα με το άρθρο 106 του ιδίου νόμου ισχύει από 2/4/1980 και μετά.
η παρ. 3 του άρθρου 8 του Ν. 1521/1950 πριν την αντικατάστασή της είχε ως εξής:
«3.
Ο βαρυνόμενος, κατά τας διατάξεις του παρόντος, διά του φόρου επί της τυχόν υπαρχούσης διαφοράς μεταξύ αγοραίας αξίας και
τιμήματος του μεταβιβαζόμενου ακινήτου, δύναται, εντός διμήνου ανατρεπτικής προθεσμίας από της ημερομηνίας παραλαβής της
δηλώσεως να επιδώση συμπληρωματική δήλωσιν φόρου μεταβιβάσεως ακινήτων, σύμφωνον προς την υπό του Οικον. Εφόρου
προσδιορισθείσαν αξίαν και να καταβάλη ταυτοχρόνως τον αναλογούντα επ' αυτής φόρον, άνευ προσθέτου τοιούτου.
Εις την περίπτωσιν ταύτην και υπό τον όρον ότι άπαντα τα εν τη δηλώσει προβλεπόμενα στοιχεία τυγχάνουν ειλικρινή, η μεταβίβασις
περαιούται οριστικώς ως ειλικρινής.»
(4)
Όπως η παρ. 4 του άρθρου 8 του Ν. 1521/1950, ο οποίος κυρώθηκε με το Ν. 1587/1950, προστέθηκε με την παρ. 1 του άρθρου
1
του Ν. 329/1974 (ΦΕΚ Α΄ 56/5-3-1974) και σύμφωνα με το άρθρο 3 του ιδίου νόμου ισχύει από 1/5/1974 και μετά.
(5)
Όπως η παρ. 5 του άρθρου 8 του Ν. 1521/1950, ο οποίος κυρώθηκε με το Ν. 1587/1950, προστέθηκε με την παρ. 1 του άρθρου
1
του Ν. 329/1974 (ΦΕΚ Α΄ 56/5-3-1974) και σύμφωνα με το άρθρο 3 του ιδίου νόμου ισχύει από 1/5/1974 και μετά.
(6)
Όπως η παρ. 6 του άρθρου 8 του Ν. 1521/1950, ο οποίος κυρώθηκε με το Ν. 1587/1950, αντικαταστάθηκε με την παρ. 7 του
άρθρου 30 του Ν. 2648/1998 (ΦΕΚ Α΄ 238/22-10-1998) και σύμφωνα με το άρθρο 48 του ιδίου νόμου ισχύει από την πρώτη του
μεθεπόμενου μήνα από τη δημοσίευση του Ν. 2648/1998 στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (1/12/1998) και μετά.
Η παρ. 6 του άρθρου 8 του Ν. 1521/1950 πριν την αντικατάστασή της είχε ως εξής:
«6.
Τα υπό του Οίκον. Εφόρου, εντός του οικείου οίκον. έτους ή εις χρόνον μεταγενέστερον της λήξεως αυτού, βεβαιούμενα ποσά
φόρου, φορολογικών προσαυξήσεων και προστίμων, επί τη βάσει:
α) δηλώσεως υποβαλλομένης, κατόπιν εξωδίκου λύσεως της διαφοράς,
β) φύλλου ελέγχου καταστάντος οριστικού λόγω μη ασκήσεως ενδίκου μέσου, ή
γ) συμβιβασμού ενώπιον φορολογικού δικαστηρίου, καταβάλλονται εις οκτώ (8) ίσας μηνιαίας δόσεις, της πρώτης καταβαλλομένης
εντός του επομένου από της βεβαιώσεως μηνός. Τα βάσει αποφάσεως φορολογικού δικαστηρίου βεβαιούμενα ποσά φόρου κλπ.,
καταβάλλονται εις τέσσαρας ίσας μηνιαίας δόσεις, της πρώτης καταβαλλομένης εντός του επομένου από της βεβαιώσεως μηνός.»
(7)
Όπως το πρώτο εδάφιο της περίπτωσης α΄ της παρ. 6 του άρθρου 8 του Ν. 1521/1950, ο οποίος κυρώθηκε με το Ν. 1587/1950,
αντικαταστάθηκε με την παρ. 4 του άρθρου 13 του Ν. 2948/2001 (ΦΕΚ Α΄ 242/19-10-2001) και σύμφωνα με το άρθρο 28 του ιδίου
νόμου ισχύει από 1/1/2002 και μετά.
Το πρώτο εδάφιο της περίπτωσης α΄ της παρ. 6 του άρθρου 8 του Ν. 1521/1950 πριν την αντικατάστασή του είχε ως εξής:
«
Με βάση φύλλο ελέγχου που έγινε οριστικό λόγω μη άσκησης ή εκπρόθεσμης άσκησης προσφυγής, καταβάλλεται σε έξι (6) ίσες
μηνιαίες δόσεις με τον περιορισμό ότι κάθε δόση δεν είναι μικρότερη των εκατό χιλιάδων (100.000) δραχμών εκτός της τελευταίας.»
(8)
Όπως το πρώτο εδάφιο της περίπτωσης β΄ της παρ. 6 του άρθρου 8 του Ν. 1521/1950, ο οποίος κυρώθηκε με το Ν. 1587/1950,
αντικαταστάθηκε με την παρ. 5 του άρθρου 13 του Ν. 2948/2001 (ΦΕΚ Α΄ 242/19-10-2001) και σύμφωνα με το άρθρο 28 του ιδίου
νόμου ισχύει από 1/1/2002 και μετά.
Το πρώτο εδάφιο της περίπτωσης β΄ της παρ. 6 του άρθρου 8 του Ν. 1521/1950 πριν την αντικατάστασή του είχε ως εξής:
«
Μετά τη διοικητική επίλυση της διαφοράς και την καταβολή του ενός πέμπτου (1/5), το υπόλοιπο καταβάλλεται σε έξι (6) ίσες μηνιαίες
δόσεις, με τον περιορισμό ότι κάθε δόση δεν είναι μικρότερη των εκατό χιλιάδων (100.000) δραχμών, εκτός της τελευταίας.»
(9)
Όπως το πρώτο εδάφιο της περίπτωσης γ΄ της παρ. 6 του άρθρου 8 του Ν. 1521/1950, ο οποίος κυρώθηκε με το Ν. 1587/1950,
αντικαταστάθηκε με την παρ. 6 του άρθρου 13 του Ν. 2948/2001 (ΦΕΚ Α΄ 242/19-10-2001) και σύμφωνα με το άρθρο 28 του ιδίου
Παρατηρήσεις - Προϊσχύσουσες Διατάξεις άρθρου 8
Οι παρατηρήσεις ακολουθούν αύξουσα αρίθμηση κατ’ άρθρο