507
1.
Για κτήματα που έχουν κηρυχθεί αναγκαστικά απαλλοτριωτέα μέσα σε μία πενταετία από την
κτήση αυτών και εφόσον αυτά εξακολουθούν να ανήκουν στο δικαιούχο της κτήσης είτε στους κατά
κληρονομιά ή κληροδοσία διαδόχους αυτού, γίνεται νέα εκκαθάριση του φόρου σύμφωνα με τα
οριζόμενα στο άρθρο 100. Κατά την εκκαθάριση αντί της αξίας του κτήματος λαμβάνεται το τίμημα
της απαλλοτρίωσης που οριστικά έχει προσδιορισθεί. Σε αυτό προστίθεται ανάλογη αξία για την
κάρπωση του κτήματος από το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου μέχρι το χρόνο κατά τον
οποίο ο κληρονόμος ή κληροδόχος ή οι ως άνω διάδοχοί τους στερήθηκαν τη νομή τους. Η αξία
αυτής υπολογίζεται όπως η επικαρπία για ορισμένο χρόνο, με βάση την αξία του κτήματος κατά το
χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου. Δεν προστίθεται τέτοια αξία, αν το κτήμα, κατά την
περίοδο από το θάνατο του κληρονομουμένου μέχρι το χρόνο κατά τον οποίο στερήθηκαν τη νομή
του οι πιο πάνω δικαιούχοι, ήταν απρόσοδο.
Ο φόρος που οφείλεται στην ανωτέρω περίπτωση, είναι αυτός που προκύπτει από τη νέα
εκκαθάριση, ο οποίος πάντως δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερος από το φόρο που αναλογεί στην αξία
του κτήματος κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου. Ο επιπλέον φόρος που βεβαιώθηκε
εκπίπτει ή επιστρέφεται αυτός που καταβλήθηκε.
2.
Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται ανάλογα και για περιουσιακά
στοιχεία, τα οποία συνεπεία καταστροφής από θεομηνία (σεισμό, πλημμύρα κ.λπ.) ή από πολεμικό
γεγονός έχουν υποστεί μείωση της αξίας τους κατά ποσοστό 50% τουλάχιστον κατά το χρόνο γένεσης
της φορολογικής υποχρέωσης και εφόσον μεταξύ του χρόνου αυτού και του βίαιου γεγονότος που
επέφερε την καταστροφή δεν παρήλθε πενταετία.
Στην περίπτωση αυτή αντί του τιμήματος της προηγούμενης παραγράφου, λαμβάνεται υπόψη ως
φορολογητέα αξία η αξία του περιουσιακού στοιχείου κατά το χρόνο της γένεσης της φορολογικής
υποχρέωσης, όπως αυτό διαμορφώθηκε μετά το βίαιο συμβάν, με την προσθήκη της αξίας της
κάρπωσης και της τυχόν αποζημίωσης που οφείλεται από την καταστροφή, σύμφωνα με την
προηγούμενη παράγραφο.
3. (1)
Για εισηγμένες στο χρηματιστήριο μετοχές, ομολογίες, ιδρυτικούς και λοιπούς γενικά τίτλους
των εμπορικών εταιριών, δημόσια χρεόγραφα ή άλλες τέτοιας φύσης αξίες, εφόσον, μέσα στην
προθεσμία υποβολής της οικείας δήλωσης, η αξία αυτών έχει υποστεί μείωση κατά 50% τουλάχιστον
και εξακολουθούν να ανήκουν στον δικαιούχο της κτήσης είτε στους κατά κληρονομιά ή κληροδοσία
διαδόχους αυτού, γίνεται νέα εκκαθάριση του φόρου, σύμφωνα με το άρθρο 100 του παρόντος, με
βάση το μέσο όρο της τιμής των πωλήσεων που έχουν πραγματοποιηθεί μέσα στο τελευταίο, πριν
από τη λήξη της προθεσμίας υποβολής της δήλωσης, εξάμηνο. Ο επιπλέον φόρος που βεβαιώθηκε
εκπίπτεται ή επιστρέφεται αυτός που καταβλήθηκε. Η παρούσα διάταξη εφαρμόζεται σε υποθέσεις,
για τις οποίες η φορολογική υποχρέωση γεννήθηκε από την 1η Ιανουαρίου 2000 μέχρι 31
Δεκεμβρίου 2002.
Άρθρο 18. Περιουσιακά στοιχεία που έχουν απαλλοτριωθεί ή
έχουν υποστεί ζημιές μετά την κτήση
(1)
Όπως η παρ. 3 του άρθρου 18 προστέθηκε με την παρ. 3 του άρθρου 11 του Ν. 3091/2002 (ΦΕΚ Α΄ 330/24-12-2002) και
σύμφωνα με την ίδια παράγραφο του ίδιου άρθρου εφαρμόζεται σε υποθέσεις, για τις οποίες η φορολογική υποχρέωση γεννήθηκε
από την 1η Ιανουαρίου 2000 μέχρι 31 Δεκεμβρίου 2002.
Παρατηρήσεις - Προϊσχύσουσες Διατάξεις άρθρου 18
Οι παρατηρήσεις ακολουθούν αύξουσα αρίθμηση κατ’ άρθρο