1%
επί του αναλογούντος φόρου.
Όταν υποβληθεί ανακριβής δήλωση, επιβάλλεται στον υπόχρεο πρόσθετος φόρος, που ορίζεται σε
ποσοστό 2%. Ανακριβής δήλωση θεωρείται η δήλωση, στην οποία μεταξύ του φόρου που προκύπτει
με βάση τα όσα δηλώθηκαν με αυτή και του φόρου που καταλογίζεται υφίσταται διαφορά,
ανεξάρτητα από την αιτία στην οποία οφείλεται αυτή. Επίσης, σε περίπτωση ανακρίβειας των
περιγραφικών στοιχείων των ακινήτων στη φορολογία κεφαλαίου γενικά και ανεξάρτητα από το
σύστημα προσδιορισμού της φορολογητέας αξίας αυτών, η δήλωση θεωρείται πάντοτε ανακριβής.
Όταν δεν υποβληθεί καθόλου δήλωση, επιβάλλεται πρόσθετος φόρος, που ορίζεται σε ποσοστό
2,5%.
Στη φορολογία κεφαλαίου, ως παράλειψη υποβολής δήλωσης θεωρείται η μη αναγραφή
περιουσιακών στοιχείων στη δήλωση που υποβλήθηκε.
Με την παράγραφο 1 του άρθρου 26 του ν. 3943/2011, τα ποσοστά των πρόσθετων φόρων δεν
μπορούν να υπερβούν το ποσοστό του 60% για την υποβολή εκπρόθεσμης δήλωσης και το ποσοστό
120%
για την υποβολή ανακριβούς δήλωσης ή μη υποβολής δήλωσης. Τα ποσοστά αυτά
εφαρμόζονται σε όσες δηλώσεις υποβάλλονται εκπρόθεσμα μετά την 31η Μαρτίου 2011 καθώς και
για φύλλα ελέγχου και πράξεις προσδιορισμού που εκδίδονται μετά την 31η Μαρτίου 2011.
Πρόσθετος φόρος δεν επιβάλλεται εφόσον ο φορολογούμενος ακολούθησε τις εγκυκλίους του
Υπουργείου των Οικονομικών ή έγγραφες θέσεις της αρμόδιας φορολογικής αρχής, αναφορικά με τη
φορολογική του υποχρέωση. Ο φορολογούμενος δεν μπορεί να επικαλεσθεί τις άνω εγκυκλίους ή
έγγραφα, εφόσον δόθηκε από το Σ.Τ.Ε. αντίθετη ερμηνεία στις σχετικές διατάξεις της φορολογικής
νομοθεσίας. Στην περίπτωση αυτή η φορολογική αρχή επιβάλλει πρόσθετο φόρο μετά την ανάκληση
των πιο πάνω εγκυκλίων ή εγγράφων.
2.
Αυτοτελές πρόστιμο άρθρου 4 Ν. 2523/1997.
Τα πρόσωπα που παραβαίνουν τις υποχρεώσεις τους, που απορρέουν από την κείμενη φορολογική
νομοθεσία, υπόκεινται για κάθε παράβαση σε πρόστιμο, που ορίζεται από 117 ευρώ, μέχρι 1.170
ευρώ. Το πρόστιμο αυτό επιβάλλεται στις περιπτώσεις που δεν προβλέπεται η επιβολή πρόσθετου
φόρου ή δεν προκύπτει ποσό φόρου για καταβολή.
3.
Πρόστιμο άρθρου 16 Ν.3634/2008.
Στα νομικά πρόσωπα, τα οποία δεν υπέβαλαν αρχικές δηλώσεις ενιαίου τέλους ακινήτων μετά από
παρέλευση τριών μηνών από την καταληκτική προθεσμία υποβολής της δήλωσης, επιβάλλεται
αυτοτελές πρόστιμο που ορίζεται σε χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ. Ως χρονικό σημείο αφετηρίας για
την επιβολή του προστίμου αυτού λαμβάνεται η επόμενη ημέρα εκείνης κατά την οποία έληξε η
προθεσμία υποβολής της δήλωσης, σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 12 του
Ν.3634/2008, όπως ισχύει. Σε περίπτωση που έχει δοθεί παράταση με απόφαση του Υπουργού
Οικονομίας και Οικονομικών κατ’ εξουσιοδότηση του νόμου, ως κατά νόμο προθεσμία λογίζεται αυτή
της παράτασης. Το πρόστιμο επιβάλλεται με απόφαση του προϊσταμένου της αρμόδιας Δημόσιας
Οικονομικής Υπηρεσίας, στην οποία γίνεται σύντομη περιγραφή της παράβασης και η οποία
καταχωρείται και κοινοποιείται αρμοδίως. Σε διοικητική επίλυση της διαφοράς ή δικαστικό
συμβιβασμό, το πρόστιμο της παραγράφου αυτής περιορίζεται στο ένα τρίτο (1/3) αυτού. Για τη
διοικητική επίλυση της διαφοράς, τη βεβαίωση και την καταβολή του προστίμου εφαρμόζονται
ανάλογα οι διατάξεις του Ν. 2523/1997, όπως ισχύουν. Σε περίπτωση αποδεδειγμένης ανυπαρξίας
της παράβασης το πρόστιμο διαγράφεται. Η πράξη διαγραφής πρέπει να περιέχει πλήρη και ειδική
αιτιολογία για την ανυπαρξία της παράβασης. Το πρόστιμο αυτό επιβάλλεται ανεξάρτητα από την
Ενιαίο Τέλος Ακινήτων (Ε.Τ.ΑΚ.)
314