Κ.Β.Σ.(π.δ.186/1992) άρθρο 1,2
Σαΐτης Κ. Ευθύμιος
86
προσώπων που μεσολαβούν στην προώθηση των πωλήσεων σε ιδιώτες
– καταναλωτές, να εκδίδονται τα φορολογικά στοιχεία ως εξής:
Για τις πραγματοποιούμενες λιανικές πωλήσεις, με τον τρόπο που
περιγράφεται ανωτέρω, οι εταιρίες διάθεσης των προϊόντων θα εκδίδουν
δελτία αποστολής – αποδείξεις λιανικής πώλησης (συνενωμένο
στοιχείο)
, στο όνομα κάθε πελάτη - καταναλωτή, κατ’ εφαρμογή των
διατάξεων των άρθρων 11 (παρ.1) και 13 (παρ.1) του Κ.Β.Σ., όπου
μπορεί να αναφέρεται (προαιρετικά) και το όνομα του αντιπροσώπου –
πωλητή.
Σημειώνεται, όσον αφορά τα παραπάνω εκδιδόμενα συνενωμένα
στοιχεία (∆.Α. – Α.Λ.Π.) ότι, μπορεί να παρατηρείται εύλογη ολιγοήμερη
χρονική απόκλιση μεταξύ της αναγραφόμενης ημερομηνίας έκδοσης του
στοιχείου και της ημερομηνίας παράδοσης αυτού στον πελάτη –
καταναλωτή, λόγω του τρόπου διάθεσης των υπόψη προϊόντων
(συνήθως αποστέλλονται στον αντιπρόσωπο, ο οποίος στη συνέχεια τα
διανέμει στους πελάτες, σε εύλογο χρονικό διάστημα μίας έως δύο
ημερών), γεγονός που δεν καθιστά, κατ’ αρχήν, ανεπίκαιρο το εκδοθέν
φορολογικό στοιχείο, δεδομένου ότι αυτό ως συνοδευτικό των αγαθών,
σύμφωνα με το άρθρο 11 παρ.5 (τρία τελευταία εδάφια) του Κ.Β.Σ.,
μπορεί να συνοδεύει τα αγαθά μέχρι την παράδοσή τους στον τελικό
παραλήπτη - καταναλωτή.
Οι εταιρίες που διαθέτουν λιανικώς τα προϊόντα τους μέσω
αντιπροσώπων, με το σύστημα της κατ’ οίκον επίδειξης (dealers), για τις
καταβαλλόμενες προς τους αντιπροσώπους προμήθειες, υποχρεούνται
στην έκδοση
αποδείξεων δαπανών
, σύμφωνα με τις διατάξεις της
παρ.1 του άρθρου 15 του Κώδικα αυτού, με την προϋπόθεση ότι οι
υπόψη
αντιπρόσωποι
(φυσικά
πρόσωπα
–
περιστασιακά
απασχολούμενοι) δεν έχουν την ιδιότητα του επιτηδευματία από άλλη
αιτία και επιπρόσθετα, εφόσον το σύνολο των ετησίων ακαθαρίστων
αμοιβών τους από δικαιούμενες προμήθειες δεν υπερβαίνει, κατ’ ανώτατο
όριο, το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ ετησίως.
Μετά τον ανωτέρω περιορισμό
καταργείται
η ευχέρεια έκδοσης
εκκαθαρίσεων προς τους αντιπροσώπους (dealers), ανεξαρτήτως ύψους
αμοιβών, που είχε παρασχεθεί με την ∆ιαταγή 1039700/389/24.6.1992.
Αυτονόητο είναι ότι, σε περίπτωση που ο αντιπρόσωπος –
πωλητής έχει την ιδιότητα του επιτηδευματία από άλλη αιτία ή επειδή
υπερβαίνει το όριο που τίθεται με την παρούσα για το ύψος των ετήσιων
αμοιβών του, για τις δικαιούμενες προμήθειες υποχρεούται στην έκδοση
Τιμολογίου Παροχής Υπηρεσιών
(Τ.Π.Υ.), προς την εταιρία διάθεσης
των προϊόντων.
Τέλος, για τις καταβαλλόμενες προμήθειες προς τους
αντιπροσώπους – πωλητές, που δεν έχουν την ιδιότητα του
επιτηδευματία και έχουν εκδοθεί αποδείξεις δαπανών, η εταιρία που
διαθέτει τα προϊόντα της με τον τρόπο που προαναφέρεται, υποχρεούται
στην υποβολή
συγκεντρωτικών καταστάσεων
«προμηθευτών», με τον