Ν.2523/1997 άρθρο 5,9
Σαΐτης Κ. Ευθύμιος
2934
οριζόμενων στην παρ. 4 του άρθρου 5 του ν.2523/1997. (εγγ.1031648/
187/14.3.2008).
ΠΡΟΣΟΧΗ!!! Εφόσον, μετά τη διενέργεια του προσήκοντος
ελέγχου, διαπιστωθεί ότι, ο επιτηδευματίας (φυσικό ή νομικό πρόσωπο)
έχει παύσει οριστικά τις εργασίες του
(συναλλαγές του) σε
συγκεκριμένο χρονικό σημείο στο παρελθόν, γίνεται δηλαδή αποδεκτή
η
εκπρόθεσμη
δήλωση διακοπής
των εργασιών του σε χρήση για την
οποία έχει ήδη
παραγραφεί το δικαίωμα του ∆ημοσίου
να επιβάλει
φόρο και παρήλθε ο χρόνος υποχρεωτικής διαφύλαξης των βιβλίων και
στοιχείων, βάσει των συνδυασμένων διατάξεων των άρθρων 21 παρ.2
και 39 παρ.3 του Κ.Β.Σ., συνάγεται ότι
δεν μπορούν να βεβαιωθούν
παραβάσεις
του Κ.Β.Σ. και να επιβληθούν τα αντίστοιχα πρόστιμα για
απώλεια βιβλίων, στοιχείων, δικαιολογητικών εγγραφής φορολογικών
ταμειακών μηχανών κ.λπ. για τη χρήση αυτή.
Αυτονόητο είναι ότι εφόσον
μεταγενέστερα προκύψουν
στοιχεία και δεδομένα
που αποδεικνύουν ότι, σε χρόνο μετά τη
διακοπή των εργασιών, κατά τον οποίο δεν έχει παραγραφεί το
δικαίωμα του ∆ημοσίου για επιβολή φόρου, ο επιτηδευματίας έχει
προβεί σε οποιαδήποτε συναλλακτική δραστηριότητα που σχετίζεται με
το επιτήδευμα το οποίο έχει διακόψει, η σχετική υπόθεση μπορεί
να
αναβιώσει
φορολογικά βάσει των διατάξεων της παρ.2 του άρθρου 68
του ν.2238/1994 και να επιβληθούν τα πρόστιμα για παραβάσεις του
Κ.Β.Σ. Κάθε άλλη θέση της ∆ιοίκησης για το ως άνω θέμα παύει να
ισχύει από την έκδοση της παρούσας. (εγκ.ΠΟΛ1153/5.11.2010).
5.8.52. Απώλεια λόγω κλοπής, φορολογικού μηχανισμού
εκμεταλλευτών Ε∆Χ αυτοκινήτων που εντάσσονται στο
ειδικό καθεστώς απόδοσης ΦΠΑ.
Τόσο για την
απώλεια φορολογικού μηχανισμού
όσο και για
την κλοπή αυτού, ισχύουν αναλόγως οι ίδιες οδηγίες που έχουν δοθεί
στις ∆.Ο.Υ. για μη επιβολή προστίμων και για τις περιπτώσεις μη
διαφύλαξης στοιχείων (αφού και οι μηχανισμοί ενταμιεύουν τα
φορολογικά δεδομένα στοιχείων), όταν από τα πραγματικά περιστατικά
αποδεικνύεται στη φορολογική αρχή από το φορολογούμενο ότι η
δήλωση απώλειας φορολογικού μηχανισμού λόγω ανωτέρας βίας, δεν
είναι πρόσχημα και σε συνδυασμό με τα αποδεικτικά στοιχεία που θα
προσκομίσει (π.χ. εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης, εκθέσεις αστυνομικής
αρχής κ.λπ.) να προκύπτει ότι επέδειξε τη δέουσα επιμέλεια για τη
φύλαξη τους, αλλά παρά τα μέτρα που είχε λάβει, το γεγονός δεν
μπόρεσε να αποτραπεί.
Το πότε υπάρχει ανωτέρα βία είναι θέμα πραγματικό και
κρίνεται από τα πραγματικά περιστατικά και τα προαναφερόμενα
αποδεικτικά στοιχεία που θα προσκομίσει ο φορολογούμενος στον
Προϊστάμενο της ∆.Ο.Υ., στον οποίο ανήκει και η αρμοδιότητα εξέτασης
και εκτίμησης των πραγματικών αυτών περιστατικών.