ΚΒΣ(π.δ.186/1992) άρθρο 30
Σαΐτης Κ. Ευθύμιος
2625
Οι πιο πάνω παραλείψεις αποτελούν λόγο ανακρίβειας των
βιβλίων για τις χρήσεις που αρχίζουν από 22/12/2006 και μετά. Για τις
χρήσεις που λήγουν μέχρι την ημερομηνία αυτή αποτελούν λόγο
ανεπάρκειας των βιβλίων.
Παράδειγμα:
Το έτος 2009 διαπιστώνεται από τον τακτικό έλεγχο μη διαφύλαξη
των καταστάσεων της ποσοτικής καταχώρισης των αποθεμάτων των
χρήσεων 1.7.2005 – 30.6.2006, 1.7.2006 – 30.6.2007 και 1.7.2007–
30.6.2008. Σύμφωνα με τις διατάξεις της περίπτωσης α΄ της παραγράφου
3 του άρθρου 30 και της περίπτωσης θ΄ της παραγράφου 4 του ίδιου
άρθρου η παράλειψη αυτή αποτελεί λόγο ανεπάρκειας των βιβλίων των
χρήσεων 1.7.2005 – 30.6.2006 και 1.7.2006 – 30.6.2007 και λόγο
ανακρίβειας των βιβλίων της χρήσης 1.7.2007 – 30.6.2008.
Για να κριθούν τα βιβλία ως ανακριβή, εκτός από την ύπαρξη των
παραπάνω περιπτώσεων (παρατυπιών και παραλείψεων),
απαιτείται,
ως αναγκαία προϋπόθεση οι πράξεις ή οι παραλείψεις αυτές να είναι
μεγάλης έκτασης σε σχέση με τα οικονομικά μεγέθη των βιβλίων.
(εγκ.1016853/103/ΠΟΛ1024/15.2.2007).
Εάν, για παράδειγμα διαπιστωθεί η μη έκδοση τριών (3)
αποδείξεων λιανικής πώλησης αγαθών αξίας 90 ευρώ και η μη εμφάνιση
των εσόδων αυτών στα βιβλία, σε ετήσιο σύνολο 50.000 αποδείξεων
λιανικής πώλησης με συνολική αξία 1.500.000 ευρώ είναι μικρής έκτασης.
Όταν όμως υφίσταται πρόθεση του επιτηδευματία για
απόκρυψη φορολογητέας ύλης τότε δεν γίνεται λόγος για κρίση και
σύγκριση των πράξεων ή παραλείψεων
με τα οικονομικά μεγέθη των
βιβλίων. Έτσι, η πρόθεση και μόνο του επιτηδευματία είναι αρκετή ώστε
να κριθούν τα βιβλία και στοιχεία του ως ανακριβή.
Λέγοντας πρόθεση
εννοούμε
την συνειδητή και ηθελημένη πράξη ή παράλειψη του
επιτηδευματία για απόκρυψη φορολογητέας ύλης. Σημειώνεται ότι το
βάρος της απόδειξης της πρόθεσης φέρει ο προϊστάμενος της ∆.Ο.Υ., και
κατ' επέκταση τα ελεγκτικά όργανα, εξετάζοντας τα πραγματικά
περιστατικά κάτω από τα οποία έγιναν οι πράξεις ή οι παραλείψεις και
ειδικότερα αν αυτές απέβλεπαν μεθοδευμένα ή συνειδητά στη μη
εκπλήρωση των φορολογικών υποχρεώσεων. Έτσι, η υποτροπή ή η
συχνότητα μιας πράξης ή παράλειψης μπορεί να θεωρηθεί ως πρόθεση
του επιτηδευματία. Για παράδειγμα η μη λήψη φορολογικού στοιχείου
αξίας (τιμολόγιο προμηθευτή), για την οποία παράλειψη είχε τιμωρηθεί ο
επιτηδευματίας οριστικά και σε προγενέστερο χρόνο μέσα στην ίδια
χρήση (υποτροπή), έχει ως αποτέλεσμα τη μη εμφάνιση αγορών και
γενικότερα τη μη εκπλήρωση των φορολογικών υποχρεώσεων. Επίσης,
οι συνεχείς μη εκδόσεις αποδείξεων λιανικής πώλησης έχουν ως
αποτέλεσμα την απόκρυψη φορολογητέας ύλης.
Ακόμη και μεμονωμένη πράξη μπορεί να θεωρηθεί ότι έχει το
στοιχείο της πρόθεσης εξετάζοντάς την κάτω από τις συνθήκες ή τις