Page 1173 - e-book saitis kvs

Basic HTML Version

ΚΒΣ (π.δ.186/1992) άρθρο 12
Σαΐτης Κ. Ευθύμιος
1168
ή άλλου στοιχείου που επέχει θέση τιμολογίου και το αργότερο μέχρι τη
15η του επόμενου μήνα από αυτόν κατά τον οποίο γεννήθηκε η
φορολογική υποχρέωση (ημερομηνία πραγματοποίησης της παράδοσης
των αγαθών).
4. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι εφόσον συντρέχουν οι
οριζόμενες προϋποθέσεις και σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 36
του Κώδικα Φ.Π.Α., ο πωλητής (Έλληνας εντολέας) οφείλει να δηλώσει
την αποστολή των αγαθών σε επιτηδευματία άλλου κράτους-μέλους, ως
ενδοκοινοτική παράδοση και να περιλάβει την αξία που αναγράφεται στο
εκδοθέν φορολογικό στοιχείο βάσει των όσων αναλυτικά εκτέθηκαν από
τη ∆/νση Βιβλίων και Στοιχείων, στους οικείους κωδικούς της περιοδικής
δήλωσης, του ανακεφαλαιωτικού πίνακα ενδοκοινοτικών παραδόσεων και
της δήλωσης INTRASTAT (εφόσον υπερβαίνει το κατώφλι εξομοίωσης),
σε χρόνο σύμφωνα με τα οριζόμενα ανωτέρω.
5. Επειδή πολλές φορές στην πράξη συμβαίνει η αξία πώλησης
των αγαθών να τροποποιείται με βάση την απόδοση του λογαριασμού
(δίκην εκκαθάρισης) που εκδίδεται από τον επιτηδευματία του άλλου
κράτους-μέλους (εντολοδόχος) σε χρόνο μεταγενέστερο της υποβολής
της περιοδικής δήλωσης από τον Έλληνα με την οποία δηλώνεται η
ενδοκοινοτική παράδοση, θα πρέπει στις περιπτώσεις αυτές να εκδίδεται
συμπληρωματικό ή πιστωτικό ως προς την αξία τιμολόγιο, στις οικείες
προθεσμίες που τάσσονται από τον Κ.Β.Σ. Η αναγραφόμενη σ΄ αυτά αξία
μειώνει ή αυξάνει την αξία των ενδοκοινοτικών παραδόσεων της
προβλεπόμενης από τον Κώδικα Φ.Π.Α. φορολογικής περιόδου.
Αντίστοιχες διορθώσεις (αύξηση ή μείωση) θα πρέπει να γίνονται
ανάλογα και στους σχετικούς Ανακεφαλαιωτικούς Πίνακες ενδοκοινοτικών
παραδόσεων.
ΙΙΙ. ∆ΙΕΥΘΥΝΣΗ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ ΕΙΣΟ∆ΗΜΑΤΟΣ
1. Με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 30 του Κ.Φ.Ε.
ως ακαθάριστο εισόδημα από την άσκηση εμπορικής επιχείρησης
θεωρείται το σύνολο των πάσης φύσεως εσόδων της επιχείρησης από τις
κάθε είδους συναλλαγές αυτής, που έχουν σχέση με την επαγγελματική
της δραστηριότητα γενικά, καθώς και κάθε κέρδος που προκύπτει κατά
την επιδίωξη του σκοπού της.
2. Κατόπιν των ανωτέρω προκύπτει, ότι μία ελληνική επιχείρηση,
που αποστέλλει εμπορεύματα σε επιχείρηση της αλλοδαπής προκειμένου
αυτή να τα πωλήσει για λογαριασμό της, για τον προσδιορισμό των
ακαθαρίστων εσόδων της λαμβάνει υπόψη της το σύνολο των οριστικών
πωλήσεων που πραγματοποιήθηκαν στη χρήση που προέκυψαν και
βάσει των παραστατικών που αναφέρονται στην παράγραφο 6 του
Κεφαλαίου Ι του παρόντος (τιμολογίων πωλήσεων προς την αλλοδαπή
εταιρεία καθώς και πιστωτικά τιμολόγια που εξέδωσε σε περίπτωση
επιστροφής αγαθών). (εγκ.1081466/431/ΠΟΛ1110/28.7.2008).