16/01/23 | Αρχική > Αρθρογραφία > Επώνυμες Σκέψεις

Χρηματιστήριο: Ζητούνται περισσότερες επενδυτικές επιλογές – Οι πιθανοί καταλύτες

Ένα από τα πολύ σημαντικά ζητήματα που αφορούν το Χρηματιστήριο της Αθήνας και ευρύτερα την εγχώρια κεφαλαιαγορά είναι ο περιορισμένος αριθμός των επενδυτικών επιλογών που προσφέρονται στους υποψήφιους επενδυτές, καθώς:

· Ο αριθμός των εισηγμένων εταιρειών έχει μειωθεί περίπου κατά 50% μέσα στην τελευταία εικοσαετία. Η δραστική αυτή μείωση του αριθμού των εισηγμένων εταιρειών οφείλεται σε παράγοντες όπως: α) Η διακοπή λειτουργίας λόγω των δυσεπίλυτων οικονομικών προβλημάτων που εμφάνισαν αρκετές επιχειρήσεις, με αποτέλεσμα τη διαγραφή τους από το ΧΑ β) Η οικειοθελής αποχώρηση πολλών εταιρειών μέσα από τη διαδικασία της δημόσιας πρότασης προς τους μετόχους μειοψηφίας.

· Πολλές εταιρείες εξ’ αυτών διακρίνονται για ένα ή και περισσότερα από τα εξής τρία χαρακτηριστικά: Ιδιαίτερα μικρό μέγεθος, αρνητικές οικονομικές επιδόσεις, πολύ περιορισμένη μετοχική διασπορά και εμπορευσιμότητα.

Κατά τα τελευταία χρόνια είχαμε αρκετές αποχωρήσεις εισηγμένων εταιρειών (πχ Newsphone, Καραμολέγκος, Ευρωπαϊκή Πίστη, Πλαίσιο, Byte Computer που απορροφήθηκε από άλλη εισηγμένη) και κάποιες εισαγωγές νέων εταιρειών που επικεντρώνονται στους κλάδους των ακινήτων (κυρίως Ανώνυμες Εταιρείες Επενδύσεων Ακίνητης Περιουσίας) και της πληροφορικής.

Σύμφωνα με παράγοντες του χώρου, υπάρχουν τέσσερεις σημαντικοί λόγοι για τους οποίους οι εισαγωγές νέων εταιρειών στο χρηματιστήριο είναι λίγες και οι αποχωρήσεις περισσότερες.

Ο πρώτος λόγος αφορά την βαθιά οικονομική κρίση που έπληξε την ελληνική οικονομία και δεν μπορούσε να αφήσει ανεπηρέαστη και την εγχώρια κεφαλαιαγορά. Μέσα σε ένα τέτοιο περιβάλλον, υπήρχε μεγάλη δυσκολία άντλησης κεφαλαιακών πόρων από το ευρύ επενδυτικό κοινό, καθώς το ρίσκο ήταν υψηλό και οι οικονομικές επιδόσεις των εταιρειών μειωμένες.

Ο δεύτερος λόγος που ερμηνεύει την μείωση του αριθμού των εισηγμένων εταιρειών είναι ο εντονότατος ανταγωνισμός από τα κάθε λογής funds, τα οποία -λόγω και της ιδιαίτερα επεκτατικής πολιτικής των Κεντρικών Τραπεζών- γέμισαν με ρευστότητα. Αντί λοιπόν μια ελληνική επιχείρηση να προσπαθήσει να αντλήσει κεφάλαια από το περιορισμένο ευρύ επενδυτικό κοινό και μάλιστα μέσα από μακρόχρονες και γραφειοκρατικές διαδικασίες, μπορεί -κάτω από προϋποθέσεις- ευκολότερα και φτηνότερα να αποκτήσει στρατηγικό επενδυτή ένα από τα τόσα υπάρχοντα funds του εσωτερικού, ή του εξωτερικού.

Ένας τρίτος λόγος είναι οι εξαγορές εισηγμένων Ομίλων, με τους νέους ιδιοκτήτες να επιλέγουν να επιλέγουν τελικά την έξοδό τους από το ΧΑ (ενδεικτικά παραδείγματα αυτά των εταιρειών Ευρωπαϊκή Πίστη, Forthnet, Στέλιος Κανάκης, ΕΛΤΡΑΚ, Κρητών Άρτος, Byte Computer, Γ.Ε. Δημητρίου, κ.α.).

Τέλος, η Ελλάδα -κινούμενη παράλληλα με σχετικές Οδηγίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης- ακολουθεί σειρά διατάξεων για τις εισηγμένες εταιρείες (πχ νόμος περί Εταιρικής Διακυβέρνησης) οι οποίες συνεπάγονται κάποια επιπλέον έξοδα για τις μικρότερες κυρίως επιχειρήσεις του ΧΑ. Από την άλλη πλευρά βέβαια, παρατίθενται τα επιχειρήματα ότι η Εταιρική Διακυβέρνηση δεν είναι έξοδο αλλά επένδυση και ότι σε λίγα χρόνια θα πρέπει το σύνολο σχεδόν των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων να ακολουθούν κανόνες Εταιρικής Διακυβέρνησης, είτε είναι εισηγμένες στο χρηματιστήριο, είτε όχι.

Ζητείται αντιστροφή τάσης

Πώς όμως θα μπορούσε να αναστραφεί η παρατηρούμενη τάση συρρίκνωσης της εγχώριας χρηματιστηριακής αγοράς;

Όπως όλοι συμφωνούν, προϋπόθεση ανάταξης της εγχώριας κεφαλαιαγοράς αποτελεί η επίτευξη ικανοποιητικών ρυθμών ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας σε μεσομακροπρόθεσμο επίπεδο, καθώς χρηματιστήριο και οικονομία λειτουργούν σε μεγάλο βαθμό ως συγκοινωνούντα δοχεία. Τα κονδύλια του Ταμείου Ανάκαμψης και γενικότερα η αύξηση των επενδύσεων θα μπορούσαν να συντελέσουν προς τη συγκεκριμένη κατεύθυνση. Το ευχάριστο είναι ότι λόγω των οικονομικών εξελίξεων των τελευταίων ετών, πολλές εισηγμένες εταιρείες έχουν καταφέρει να ενισχύσουν τις οικονομικές τους επιδόσεις και τις διαγραφόμενες προοπτικές τους, ιδιαίτερα σε κλάδους όπως είναι η πληροφορική, οι κατασκευές, τα μέταλλα, τα ακίνητα και η ενέργεια.

Πέραν αυτής της γενικότερης θεώρησης, παράγοντες της αγοράς οι οποίοι θεωρούν πως θα μπορούσαν αρκετά γεγονότα μέσα στην επόμενη διετία να συντελέσουν προς τη θετική κατεύθυνση, δρώντας ως καταλύτες. Ένα από αυτά είναι η λήψη «επενδυτικής βαθμίδας» από τους διεθνείς οίκους αξιολόγησης σε ότι αφορά το δημόσιο χρέος της χώρας. Μια τέτοια εξέλιξη θεωρείται πολύ πιθανή να γίνει πράξη μέσα στο 2023.

Ένας δεύτερος σημαντικός καταλύτης θα μπορούσε να είναι η επιτυχής ολοκλήρωση της αποεπένδυσης του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας από τις συστημικές τράπεζες μέσα στους επόμενους 12 έως 18 μήνες. Το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας κατέχει σήμερα το 40,39% της Εθνικής Τράπεζας, το 27% της Τράπεζας Πειραιώς, το 9% της Alpha bank και το 1,4% της Eurobank. Στο βαθμό που το όλο εγχείρημα «τρέξει» και ολοκληρωθεί με επιτυχία, το Ελληνικό Δημόσιο θα εισπράξει σημαντικό ύψος χρημάτων, το οποίο θα κατευθυνθεί προκειμένου να περιορίσουν το χρέος της χώρας. Επιπρόσθετα όμως, οι συστημικές τράπεζες θα αποκτήσουν νέους και «ποιοτικούς» μετόχους, με ό,τι αυτό σημαίνει: α) Για τη δυνατότητα μιας ενδεχόμενης μελλοντικής κεφαλαιακής στήριξής τους με αναπτυξιακό προσανατολισμό β) Για τη διασπορά και τη συναλλακτική δραστηριότητα των μετοχών τους στο Χρηματιστήριο της Αθήνας. Στην πράξη, η αποεπένδυση του ΤΧΣ θα οδηγήσει σε μια νέα προσέλκυση σημαντικού ύψους επενδυτικών κεφαλαίων στη χώρα, κυρίως από το εξωτερικό.

Επιπλέον, η κυβέρνηση αναμένεται να φέρει προς ψήφιση πριν τις επερχόμενες εκλογές, φορολογικά κίνητρα που στόχο έχουν να ενισχύουν την ελκυστικότητα του Χρηματιστηρίου της Αθήνας, σύμφωνα και με τις πρωθυπουργικές εξαγγελίες στα πλαίσια της Διεθνούς Έκθεσης Θεσσαλονίκης τον Σεπτέμβριο του 2022. Όπως λέγεται, θα ψηφιστεί η μείωση του τέλους επί των πωλήσεων μετοχών στο 0,1% από το τρέχον 0,2%, ο μηδενισμός των φόρων επί των τόκων των εταιρικών ομολόγων (στο 15% σήμερα), καθώς και η ευνοϊκότερη φορολογική μεταχείριση εξόδων που σχετίζονται με την Εταιρική Διακυβέρνηση. Πάντως, παράγοντες της χρηματιστηριακής αγοράς θεωρούν πως τα κίνητρα θα έπρεπε να είναι σαφώς περισσότερα από τα προαναφερθέντα.

Επίσης, ένα από τα «στοιχήματα» που πρέπει να κερδηθούν είναι η μετάταξη της ελληνικής χρηματιστηριακής αγοράς από τις «αναδυόμενες» στις «αναπτυγμένες» διεθνείς κεφαλαιαγορές, πράγμα που θα μπορούσε να σημάνει την προσέλκυση περισσότερων και ποιοτικότερων ξένων θεσμικών χαρτοφυλακίων. Κάτι τέτοιο θα ήταν ευχής έργον να υλοποιηθεί μέσα στην επόμενη διετία, υπό την προϋπόθεση βέβαια που η χώρα εκπληρώσει μια σειρά από οικονομικά και «τεχνικά» κριτήρια.



comments powered by Disqus
* Παρακαλούμε τα σχόλια να μην είναι σε greeklish. Σχόλια με υβριστικό ή προσβλητικό περιεχόμενο θα διαγράφονται χωρίς προειδοποίηση.
Χρηματιστήριο, Επενδυτικές Διέξοδοι