08/11/22 | Αρχική > Αρθρογραφία > Επώνυμες Σκέψεις

Μπορεί να πέσει ο πληθωρισμός και πόσο;

Μια από τις κυριότερες συζητήσεις που επικρατούν τόσο στην Ελλάδα, όσο και στο εξωτερικό είναι το πότε και κατά πόσο θα μπορούσε να μειωθεί το ύψος του πληθωρισμού, καθώς από μια τέτοια εξέλιξη επηρεάζονται τόσο το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών, όσο και οι αποτιμήσεις σε μια σειρά περιουσιακών στοιχείων, όπως για παράδειγμα είναι οι μετοχές, τα ομόλογα, τα αμοιβαία κεφάλαια και σε κάποιο βαθμό τα ακίνητα. Από το ύψος του πληθωρισμού επίσης, θα εξαρτηθεί και το κατά πόσο οι Κεντρικές Τράπεζες σε ΗΠΑ και Ευρωζώνη θα ανεβάσουν περαιτέρω το ύψος των βασικών τους επιτοκίων.

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή, διευκρινίζοντας ότι ως πληθωρισμό θεωρούμε τον Δείκτη Τιμών Καταναλωτή, ο οποίος μετρά το ποσοστό μεταβολής ενός καλαθιού προϊόντων και υπηρεσιών σε μια συγκεκριμένη περίοδο. Αν δηλαδή το συγκεκριμένο καλάθι προϊόντων-υπηρεσιών (το οποίο θεωρητικά αντιπροσωπεύει τη μέση κατανομή των δαπανών σε μια οικονομία) που τιμολογείτο 100 ευρώ πέρυσι, ανεβεί φέτος στα 110 ευρώ και το 2023 στα 115 ευρώ, τότε: Ο φετινός πληθωρισμός θα διαμορφωθεί στο 10% και ο πληθωρισμός του 2023 στο 4,5% (115 προς 110) και άρα μπορεί να έχουμε ταυτόχρονα μια νέα αύξηση των τιμών και μια υποχώρηση του πληθωρισμού.

Τα τελευταία δεδομένα

Ο πληθωρισμός στην Ελλάδα (βλέπε στοιχεία παρατιθέμενου πίνακα) υποχώρησε τον Οκτώβριο σε μονοψήφιο επίπεδο μετά από αρκετούς μήνες διψήφιων επιδόσεων, ενώ στην Ευρωζώνη διαμορφώθηκε στο 10,7%.

Αν και το περιβάλλον είναι ιδιαίτερα αβέβαιο και εύκολα μεταβαλλόμενο, οι τελευταίες εξελίξεις δείχνουν να κινούνται προς την επιθυμητή κατεύθυνση. Για παράδειγμα, η τιμή του φυσικού αερίου στις διεθνείς αγορές από τα 346 ευρώ στα τέλη Αυγούστου υποχώρησε στα τέλη Οκτωβρίου λίγο κάτω από τα 100 ευρώ, με αποτέλεσμα οι τιμές της ενέργειας να έχουν ακολουθήσει πτωτική πορεία τον Οκτώβριο, η οποία θα συνεχιστεί τουλάχιστον και μέσα στο Νοέμβριο.

Παράλληλα θα πρέπει να συνεκτιμήσουμε ότι κατά το πρώτο τετράμηνο του 2022 -λόγω και της κήρυξης του πολέμου στην Ουκρανία- είχαμε παρατηρήσει τιμές ρεκόρ τόσο για την τιμή του φυσικού αερίου, όσο και για τις τιμές των βασικότερων εμπορευμάτων, όπως για παράδειγμα το αλουμίνιο, ο χάλυβας, το βαμβάκι, κ.λπ. Σήμερα, οι τιμές αυτές κυμαίνονται σε σαφώς χαμηλότερα επίπεδα και σε περίπτωση που δεν αυξηθούν -και πόσο μάλλον αν μειωθούν περαιτέρω- τότε αναμένεται να δούμε μια σαφή πληθωριστική αποκλιμάκωση μέσα στο πρώτο μισό του 2023, όπου η βάση σύγκρισης θα είναι πολύ υψηλότερη σε σχέση με την τρέχουσα.

Μια τέτοια πρόβλεψη -η οποία με δεδομένες τις έντονες αβεβαιότητες μοιάζει περισσότερο με ευχή- έχουν κάνει τόσο η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, όσο και η ελληνική κυβέρνηση στα πλαίσια του Προσχεδίου του Προϋπολογισμού για το 2023. Ειδικότερα, ο μέσος πληθωρισμός για την Ευρωζώνη προβλέπεται στο 4% για το 2023 και για την Ελλάδα στο 3%, με το ΑΕΠ της χώρας να εκτιμάται ότι θα κλείσει με +2,1% αποφεύγοντας την ύφεση.

Οι προκλήσεις

Ακόμη όμως και αν δεν δούμε κάποια πρόσθετη αναταραχή στο διεθνές ενεργειακό και γεωπολιτικό μέτωπο, η αποκλιμάκωση του πληθωρισμού σε επίπεδο Ελλάδας και Ευρωζώνης ούτε άμεση θα είναι, ούτε τόσο εύκολη. Και γι’ αυτό θα πρέπει να συνεκτιμηθούν αρκετοί σημαντικοί παράγοντες μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονται:

Πρώτον, το φαινόμενο του πληθωρισμού στον κόσμο δεν προήλθε μόνο από την εκτίναξη του ενεργειακού κόστους, ούτε μόνο ως παρενέργεια της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία. Αντίθετα, ιδίως στις ΗΠΑ, ένα σημαντικό τμήμα του πληθωρισμού είναι αποτέλεσμα των επεκτατικών νομισματικών και δημοσιονομικών πολιτικών που υιοθέτησαν κατά τα τελευταία χρόνια τόσο οι Κεντρικές Τράπεζες (FED και ΕΚΤ) όσο και οι κυβερνήσεις στις δύο άκρες του Ατλαντικού ωκεανού. Για παράδειγμα, όλοι συζητούσαν το 2020 το κατά πόσο θα δημιουργούσε αν στο μέλλον πληθωρισμό οι πολιτικές στήριξης που υιοθετήθηκαν για τη στήριξη των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων κατά τη διάρκεια της πανδημίας. Θυμίζουμε επίσης την πολιτική των αρνητικών επιτοκίων της ΕΚΤ, ή τα τεράστια προγράμματα δημοσίων επενδύσεων στις ΗΠΑ, τόσο επί Τράμπ, όσο και επί Μπάιντεν. Οι Κεντρικές Τράπεζες βέβαια, έχουν αρχίσει να «μαζεύουν» την επεκτατική νομισματική πολιτική τους και να ανεβάζουν σημαντικά τα επιτόκια.

Δεύτερον, ένα τμήμα του πληθωρισμού οφείλεται στα προβλήματα στην εφοδιαστική αλυσίδα, τα οποία δεν αναμένεται να λυθούν τουλάχιστον έως και το τέλος του 2023.

Τρίτον, ακόμη και αν δούμε μια αποκλιμάκωση στο κόστος της ενέργειας και των πρώτων υλών, υπάρχουν άλλες κατηγορίες κόστους οι οποίες θα αυξηθούν όπως πχ οι αμοιβές του προσωπικού και τα έξοδα χρηματοδότησης λόγω της ανόδου των επιτοκίων.

Τέταρτο, παρατηρείται πάντα μια χρονική υστέρηση κάποιων μηνών μέχρις ότου οι μειώσεις στο κόστος της ενέργειας να μεταφερθεί στο… ράφι των super markets και των άλλων εμπορικών καταστημάτων. Για παράδειγμα, πολύ δύσκολα οι εταιρείες θα ανταποκριθούν άμεσα σε μειώσεις τιμών, όταν οι ίδιες είναι φορτωμένες με αγορές υψηλότερου κόστους. Επίσης, για να καλλιεργηθεί ένα κλίμα αποκλιμάκωσης των τιμών θα πρέπει να πειστούν οι επιχειρήσεις ότι η μείωση του κόστους στο ρεύμα δεν είναι περιστασιακή και βραχύβια, αλλά έχει περισσότερο μακροπρόθεσμα χαρακτηριστικά. Θα χρειαστούν λοιπόν κάποιοι επιπλέον μήνες, προκειμένου να εμπεδωθεί ένα ευρύτερο κλίμα αποπληθωρισμού στην οικονομία, χωρίς ενδιάμεσες αναταράξεις και έντονες αυξομειώσεις στις τιμές της ενέργειας και των λοιπών commodities.

Τέλος, κανείς δεν μπορεί να παραβλέψει και το γεγονός ότι οι τιμές των προϊόντων γρήγορα αυξάνονται και αργότερα υποχωρούν, καθώς αρκετές επιχειρήσεις είτε θα θελήσουν να «κλείσουν τις πληγές» του 2022, είτε ακόμη και να επωφεληθούν από την όλη αναταραχή που προκλήθηκε.

Σε κάθε περίπτωση, η αποκλιμάκωση του πληθωρισμού αποτελεί μια δύσκολη και επίπονη άσκηση. Πάντως, από την πλευρά του ο διοικητής της Τραπέζης της Ελλάδος Γιάννης Στουρνάρας σε πρόσφατη παρέμβασή του εμφανίστηκε συγκρατημένα αισιόδοξος για την πορεία του πληθωρισμού, αναφέροντας μεταξύ άλλων ότι η ΕΚΤ έχει θέσει ως μακροπρόθεσμο στόχο για τον πληθωρισμό το 2%, ότι καθ’ όλη τη διάρκεια του προηγούμενου έτους οι προσδοκίες για τον πληθωρισμό παρέμειναν σταθεροποιημένες και πως «οι πιο μακροπρόθεσμες προσδοκίες για τον πληθωρισμό, με βάση το επιτόκιο των συμφωνιών ανταλλαγής που συνδέονται με τον πληθωρισμό μετά από πέντε έτη και για ορίζοντα πέντε ετών, διαμορφώθηκαν κατά μέσο όρο στο 2,1% φέτος και 2,2% τον περασμένο μήνα».


Ελλάδα: Πορεία πληθωρισμού το 2022

Ιούνιος

12%

Ιούλιος

11,5%

Αύγουστος

11,4%

Σεπτέμβριος

12,1%

Οκτώβριος

9,8%

Πηγή: ΕΛΣΤΑΤ



comments powered by Disqus
* Παρακαλούμε τα σχόλια να μην είναι σε greeklish. Σχόλια με υβριστικό ή προσβλητικό περιεχόμενο θα διαγράφονται χωρίς προειδοποίηση.
ΕΛΣΤΑΤ, Πληθωρισμός