09/09/22 | Αρχική > Αρθρογραφία > Επώνυμες Σκέψεις

Οικονομία και επενδύσεις σε περιβάλλον υψηλού πληθωρισμού και αυξανόμενων επιτοκίων

Πολλές είναι οι συζητήσεις κατά το τελευταίο χρονικό διάστημα, για το κατά πόσο ένας συνδυασμός υψηλού πληθωρισμού και ανοδικών επιτοκίων θα μπορούσαν να επηρεάσουν τη διεθνή και την ελληνική οικονομία και πόσο.

Αν και υπάρχουν πολύ διαφορετικές τοποθετήσεις μεταξύ των ανά τον κόσμο αναλυτών, όλοι συμφωνούν πως οι επιδράσεις είναι δύο κατηγοριών: Πρώτον, οι άμεσες και δεύτερον οι έμμεσες. Οι περισσότεροι επίσης συμφωνούν στο ότι -ειδικότερα για την Ελλάδα- μεγαλύτερες θα είναι οι επιπτώσεις από τις έμμεσες παρενέργειες (πχ σε περίπτωση μιας ύφεσης στην Ευρώπη, υποχώρηση ελληνικών εξαγωγών και μείωση των τουριστικών μας εσόδων) παρά από τις άμεσες. Άρα λοιπόν, το μεγάλο στοίχημα εστιάζεται στο αν ο συνδυασμός πληθωρισμού και υψηλότερων επιτοκίων θα επηρεάσει σε τόσο μεγάλο βαθμό το Α.Ε.Π. ώστε να οδηγήσει σε ύφεση.

Ας δούμε όμως μερικές από τις επιπτώσεις από το συνδυασμό πληθωρισμού και υψηλότερων επιτοκίων στην Ελλάδα.

Δημόσιο χρέος: Ήδη, η αύξηση των επιτοκίων είναι ορατή και η Ελλάδα θα χρειαζόταν -θεωρητικά με βάση τα τρέχοντα δεδομένα- να πληρώσει επιτόκιο πάνω από 4% για να δανειστεί για διάρκεια δέκα ετών. Αυτό σε συνδυασμό με ένα πολύ υψηλό δείκτη δημόσιου χρέους προς Α.Ε.Π. προκαλεί… πονοκέφαλο.

Από την άλλη πλευρά όμως, το μεγαλύτερο κομμάτι του δημόσιου χρέους είναι κλεισμένο με χαμηλά και σταθερά επιτόκια, οπότε η αύξηση του κόστους χρηματοδότησης για τα επόμενα χρόνια θα είναι περιορισμένη. Επίσης, αν η χώρα μας διατηρήσει το Α.Ε.Π. της σε θετικό πρόσημο, τότε ο δείκτης δημοσίου χρέους προς Α.Ε.Π. θα υποχωρήσει σημαντικά.

Πώς θα μπορούσε να συμβεί αυτό; Για παράδειγμα, ας δεχτούμε κατά προσέγγιση ότι ο δείκτης δημόσιου χρέους προς Α.Ε.Π. προσεγγίζει το 200%, καθώς το δημόσιο χρέος κυμαίνεται κοντά στα 400 δισ. και το Α.Ε.Π. κοντά στα 200 δισ. ευρώ.
Άρα, με βάση τα στοιχεία του 2021:

Δημόσιο χρέος προς Α.Ε.Π. = (400/200) x 100 = 200%


Το 2022 το δημόσιο χρέος θα μπορούσε να αυξηθεί γύρω στα 410-415 δις εξ' αιτίας
των τόκων και του πρωτογενούς δημόσιου ελλείμματος.
Από την άλλη πλευρά όμως το Α.Ε.Π. σε τρέχουσες τιμές θα αυξηθεί περίπου
κατά 15% (+5% λόγω της αναμενόμενης αποπληθωρισμένης ανάπτυξης και +10%
λόγω του πληθωρισμού). Άρα θα φτάσει γύρω στα 230 δισ. ευρώ. Σε μια τέτοια περίπτωση:


Δημόσιο χρέος προς Α.Ε.Π. = (415/230) x 100 = 180%

Κόστος δανεισμού επιχειρήσεων: Το μεγαλύτερο τμήμα των επιχειρηματικών δανείων είναι κυμαινόμενο και έχει τη μορφή «EURIBOR συν περιθώριο» όπου το περιθώριο (spread) εξαρτάται από την πιστοληπτική ικανότητα κάθε επιχείρησης. Ήδη, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα βρίσκεται σε μια πορεία σταδιακής αύξησης του EURIBOR, με αποτέλεσμα να διογκωθεί το μέσο κόστος δανεισμού των περισσότερων επιχειρήσεων.

Πάντως, υπάρχουν επιχειρήσεις που έχουν καταφέρει για ένα ποσοστό των δανείων τους να μην επιβαρυνθούν με αυξημένο χρηματοοικονομικό κόστος, καθώς:

α) Έχουν συνάψει ομολογιακά δάνεια, στα οποία έχουν κλειδώσει χαμηλά επιτόκια για αρκετά ακόμη χρόνια.

β) Έχουν προβεί έγκαιρα στην απόκτηση Interest Rate Swaps, προϊόντων μέσω των οποίων έχουν κλειδώσει το EURIBOR για συγκεκριμένο αριθμό ετών. Όσες επιχειρήσεις έπραξαν κάτι τέτοιο μέσα στο 2021 κατάφεραν να αποφύγουν μεγάλο τμήμα των αυξημένων χρηματοοικονομικών δαπανών, πλην όμως η διάθεση των προϊόντων αυτών στις μέρες μας γίνεται έναντι υψηλού (και ενδεχομένως ασύμφορου, ανάλογα και με το πώς θα εξελιχθούν οι καταστάσεις) κόστους.

Σε κάθε περίπτωση, αρκετές εταιρείες θα επιδιώξουν να αντιμετωπίσουν την υπόθεση των αυξημένων επιτοκίων, μέσα από τη μείωση του δανειακού τους ανοίγματος προς τις τράπεζες και τις κεφαλαιαγορές.

Επενδύσεις: Το παράδοξο του 2021 και του 2022 έως σήμερα, είναι πως ο πολύ υψηλός πληθωρισμός δεν συνδυάστηκε με αύξηση των καταθετικών επιτοκίων στις τράπεζες, τα οποία ουσιαστικά παρέμειναν σε μηδενικά -ή έστω οριακά- επίπεδα. Αυτό σημαίνει πως οι καταθέτες -ακόμη και οι προθεσμιακοί- έχουν βιώσει το τελευταίο δωδεκάμηνο μια υποχώρηση στην πραγματική (αποπληθωρισμένη) αξία των αποταμιεύσεών τους πάνω από 10%! Ακόμη και αν δούμε τους επόμενους μήνες τα καταθετικά επιτόκια να ανεβαίνουν, το πιθανότερο σενάριο είναι πως για το ορατό μέλλον οι πραγματικές αποδόσεις των καταθέσεων θα διατηρηθούν σε αρνητικό επίπεδο.

Αντίθετα, με τα επιτόκια των τραπεζικών καταθέσεων, τα επιτόκια των ομολογιακών εκδόσεων προσαρμόστηκαν ανοδικά και όποτε συμβαίνει αυτό υποχωρούν οι τρέχουσες τιμές των ομολόγων στη δευτερογενή αγορά. Έτσι, οι κάτοχοι εταιρικών ομολόγων στο Χρηματιστήριο της Αθήνας έχουν υποστεί φέτος μια μέση απώλεια της τάξεως του 6% παρά την είσπραξη αξιοσημείωτου επιτοκίου, ενώ ακόμη μεγαλύτερη ζημία κατέγραψαν οι κάτοχοι κρατικών ομολόγων, αλλά και των μεριδιούχων σε Ομολογιακά Αμοιβαία Κεφάλαια. Από την άλλη πλευρά, οι νέες τοποθετήσεις σε ομόλογα απολαμβάνουν υψηλότερους τόκους.

Από τις εξελίξεις αναμφίβολα, δεν έμειναν ανεπηρέαστες ούτε και οι τιμές των μετοχών στα χρηματιστήρια (ο Γενικός Δείκτης του Χρηματιστηρίου της Αθήνας έχει υποχωρήσει λιγότερο σε σύγκριση με τις άλλες κεφαλαιαγορές) και αυτό για αρκετούς -θεωρητικούς τουλάχιστον- λόγους:

Πρώτον, η αύξηση του πληθωρισμού περιορίζει το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών, με ό,τι αρνητικό αυτό μπορεί να σημάνει για την πορεία της ζήτησης στην οικονομία και τα εταιρικά κέρδη.

Δεύτερον, η αύξηση των επιτοκίων επιδρά αρνητικά στα εταιρικά κέρδη.

Και τρίτον, με δεδομένο ότι οι μετοχές αποτελούν ανταγωνιστικό επενδυτικό προϊόν με τις καταθέσεις και τα ομόλογα, όσο περισσότερο αυξάνονται τα επιτόκια (άρα οι αποδόσεις των για τα νέα ομόλογα) τόσο δυσχεραίνει η θέση των χρηματιστηριακών επενδυτών, όταν οι άλλοι παράγοντες διατηρούνται σταθεροί. Ενδεικτικό είναι πως η αύξηση των επιτοκίων οδηγεί τους χρηματιστηριακούς αναλυτές στο να μειώνουν -όταν οι άλλοι παράγοντες διατηρούνται σταθεροί- τις τιμές-στόχους των μετοχών τους.

Το σημείο-κλειδί

Σε κάθε περίπτωση, στην τρέχουσα συγκυρία μεγαλύτερη σημασία έχουν οι έμμεσες επιπτώσεις από το συνδυασμό υψηλού πληθωρισμού και αυξανόμενων επιτοκίων, συνδυασμός που συνδυάζεται και με το φόβο ενεργειακών ελλείψεων.

Τα μεγάλα ζητούμενα είναι: α) Θα εισέλθει η ευρωπαϊκή οικονομία σε ύφεση (αρνητική πορεία του Α.Ε.Π.) και αν ναι, για πόσο μεγάλο χρονικό διάστημα (για δύο τρίμηνα, ή για τρία έτη;) β) Κατά πόσο η ελληνική οικονομία θα μπορέσει να αμβλύνει τις αρνητικές επιπτώσεις μέσα από τα κονδύλια του Ταμείου Ανάκαμψης, ή μέσα από προσέλκυση περισσότερων επενδύσεων.



comments powered by Disqus
* Παρακαλούμε τα σχόλια να μην είναι σε greeklish. Σχόλια με υβριστικό ή προσβλητικό περιεχόμενο θα διαγράφονται χωρίς προειδοποίηση.
ΑΕΠ, Επενδύσεις, Δημόσιο χρέος, Μη εξυπηρετούμενα δάνεια