30/08/22 | Αρχική > Αρθρογραφία > Επώνυμες Σκέψεις

Τα ESG κριτήρια και οι ελληνικές επιχειρήσεις

Σύμφωνα με τον σχεδιασμό, από τη χρήση του 2024 όλες οι μεγάλες και οι (ανεξαρτήτως μεγέθους) εισηγμένες σε χρηματιστήρια, εταιρείες της Ευρωπαϊκής Ένωσης θα υποχρεωθούν πέρα από τις ετήσιες λογιστικές τους καταστάσεις που μέχρι σήμερα δημοσιεύουν, να εκδίδουν και μια ευρύτατη σειρά μη χρηματοοικονομικών στοιχείων, τα οποία:

· Θα δημοσιεύονται με βάση κοινά ευρωπαϊκά πρότυπα που θα ανακοινωθούν έως και το έτος 2023.

· Θα ελέγχονται από εξειδικευμένους ορκωτούς ελεγκτές -οι οποίοι σήμερα δεν υπάρχουν- αλλά και από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς.

· Οι μετρήσιμες αυτές επιδόσεις θα αξιολογούνται κάθε χρόνο από τους επενδυτές (προκειμένου να αγοράσουν ή να πουλήσουν μετοχές των εταιρειών), από τις τράπεζες (προκειμένου να συνεκτιμήσουν για τον αν θα πρέπει να χορηγήσουν δάνεια στα πλαίσια της βιώσιμης χρηματοδότησης -sustainable finance), από τους πελάτες, τους προμηθευτές, τις τοπικές κοινωνίες, κ.α..

Ήδη μέχρι τώρα έχουν οριστεί τα βασικά κριτήρια που αφορούν το σύνολο των μεγάλων επιχειρήσεων. Μέσα στο 2023 αναμένεται να προστεθούν τα ειδικά κριτήρια των μεγάλων εταιρειών ανάλογα με τον κλάδο δραστηριοποίησής τους, ενώ προς το τέλος του ίδιου έτους περιμένουμε τα ελάχιστα κριτήρια για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις.

Μιλάμε για την έλευση ενός νέου μοντέλου λειτουργίας των επιχειρήσεων, όπου πέρα από την λογιστική τους επίδοση (κέρδη ή ζημίες) και την αποδοτικότητα των ιδίων κεφαλαίων τους, θα συνεξετάζονται και άλλοι παράγοντες, όπως η επίδραση κάθε εταιρείας στο περιβάλλον και στην κοινωνία. Από την απόδοση των μετόχων στην οποία εστιάζουμε μέχρι σήμερα, θα βαδίσουμε προς την «απόδοση των συμμετόχων» (μέτοχοι, εργαζόμενοι, πελάτες, προμηθευτές, τοπικές κοινωνίες).

Ένα τέτοιο μοντέλο λειτουργίας των επιχειρήσεων φαντάζει ότι θα λειτουργεί σε βάρος των σημερινών μετόχων, ωστόσο τα πράγματα δεν είναι έτσι. Με βάση το νέο μοντέλο, οι επιχειρήσεις θα δώσουν μεγαλύτερη έμφαση στη διαφάνεια του τρόπου διοίκησής τους (με ό,τι αυτό σημαίνει για τους μετόχους μειοψηφίας), στην εκμετάλλευση μακροχρόνιων επιχειρηματικών ευκαιριών, αλλά και στον μετριασμό σημαντικών κινδύνων που μπορούν να προέλθουν από εξωτερικούς παράγοντες, όπως για παράδειγμα η κλιματική αλλαγή, η ψηφιοποίηση των οικονομιών, η εφοδιαστική αλυσίδα, η αλλαγή των καταναλωτικών προτιμήσεων, οι τριβές με τις τοπικές κοινωνίες, η φθορά του brand name, κ.λπ.

Από την άλλη πλευρά, όλη αυτή η διαδικασία απαιτεί για λογαριασμό των εταιρειών πολύ χρόνο από στελέχη που σήμερα σπανίζουν, αλλά και σημαντικό κόστος, προκειμένου μια εταιρεία να είναι σε θέση σε λίγα χρόνια από σήμερα να μπορεί να προσεγγίζει επενδυτές, να χρηματοδοτηθεί από τις τράπεζες και να δημιουργήσει «καλό όνομα» στους πελάτες και στους συνεργάτες της.

Τι θα ισχύει όμως για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις;

Με βάση το θεσμικό πλαίσιο, η προσαρμογή των μικρομεσαίων επιχειρήσεων στην Ευρωπαϊκή Ένωση θα είναι προαιρετική και τα κριτήρια που προβλέπεται να ανακοινωθούν μέσα στο 2023 θα είναι ελαστικότερα, στα πλαίσια της αρχής της αναλογικότητας.

Παρόλα αυτά, θα ήταν μεγάλο λάθος να νομίσει κάποιος ότι τελικά το ζήτημα της
«βιωσιμότητας» δεν αφορά τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Και αυτό γιατί οι μεγάλες εταιρείες θα πρέπει να δείχνουν -όπως αναφέρεται- τη «δέουσα επιμέλεια στην εφοδιαστική αλυσίδα», δηλαδή να διασφαλίζουν ότι τηρούνται οι συνθήκες βιώσιμης ανάπτυξης και στις εταιρείες (οποιουδήποτε μεγέθους, κλάδου και χώρα προέλευσης) από τις οποίες προμηθεύονται πρώτες ύλες και εμπορεύματα (θα λειτουργήσει δηλαδή, όπως περίπου ισχύει για τις πιστοποιήσεις τύπου ISO).

Άρα, οι μικρομεσαίες ελληνικές επιχειρήσεις θα πρέπει να υιοθετήσουν και αυτές τις αρχές βιώσιμης ανάπτυξης προκειμένου να μπορούν να συνεχίσουν να πωλούν προϊόντα και υπηρεσίες σε μεγαλύτερες εταιρείες (είτε της Ελλάδας, είτε της Ευρωπαϊκής Ένωσης), αλλά και για να μπορούν να λαμβάνουν δάνεια, καθώς οι τράπεζες θα λειτουργούν με τους κανόνες της «βιώσιμης χρηματοδότησης» (sustainable finance).

Το κόστος προσαρμογής μιας μικρομεσαίας επιχειρήσεις είναι αναλογικά πολύ μεγαλύτερο από αυτό μιας μεγάλης. Έτσι, προκειμένου η μετάβαση να γίνει ευκολότερη, η CSR Hellas προχώρησε στην πρωτοβουλία του «Ελληνικού Συμφώνου Βιώσιμης Ανάπτυξης», με βάση την οποίο θα υπάρχει σύνδεση μεταξύ μεγάλων και μικρών επιχειρήσεων, με τη λογική της συλλογικής δράσης και τη μεταφορά γνώσεων και καλών πρακτικών από τις μεγάλες προς τις μικρότερες, προκειμένου η μετάβαση να γίνει όσο το δυνατόν γρηγορότερα, ομαλότερα και με χαμηλότερο κόστος.

Πρόκληση ή ευκαιρία

Η διαδικασία και το κόστος μετάβασης μιας μικρομεσαίας εταιρείας δεν είναι καθόλου μικρό, καθώς εκτός των άλλων συνεπάγεται και μια ριζική αλλαγή του τρόπου λειτουργίας κάθε εταιρείας. Το όλο θέμα αφορά περισσότερο την Ελλάδα από τις χώρες του λεγόμενου Ευρωπαϊκού Βορρά, λόγω του πολύ μεγάλου αριθμού των μικρομεσαίων επιχειρήσεων που διαθέτει η χώρα μας σε σχέση με το εξωτερικό. Πέραν όμως αυτού, το θέμα καίει και τις μεγαλύτερες ελληνικές εταιρείες, καθώς έχουν ως προμηθευτές πολλές μικρομεσαίες εγχώριες επιχειρήσεις.

Μια ξενοδοχειακή μονάδα για παράδειγμα θα πρέπει να ανακοινώνει στοιχεία για το πώς αν τα κτίριά της και οι εν γένει εγκαταστάσεις της είναι «πράσινες» ή όχι, το πώς διαχειρίζεται τα απόβλητά της, το αν προμηθεύεται τοπικά τρόφιμα και πρώτες ύλες, το πώς ανταμείβει τους εργαζόμενούς της και αν τους εκπαιδεύει, κ.λπ.

Ο κίνδυνος είναι το να μην μπορέσουν οι ελληνικές μικρομεσαίες εταιρείες να ανταποκριθούν έγκαιρα στα νέα δεδομένα, οπότε πολλές από αυτές να βρεθούν εκτός μάχης, εξ’ αιτίας του ότι το μέσο μέγεθος των εταιρειών σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες είναι πολύ μεγαλύτερο.

Από την άλλη πλευρά ωστόσο, η βιώσιμη ανάπτυξη και τα συνεπαγόμενα ESG κριτήρια (Environment, Social, Governance, Περιβάλλον, Κοινωνία, Εταιρική Διακυβέρνηση) αποτελούν ένα νέο πεδίο δράσης και έτσι όποιες εταιρείες και όποιες χώρες καταφέρουν να προσαρμοστούν νωρίτερα και αποτελεσματικότερα, θα διεκδικήσουν ένα επιπλέον κομμάτι της πίτας σε μια αγορά που θα αναδιανεμηθεί.

Επιπλέον, θα πρέπει να τονιστεί ότι οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις θα πρέπει να ελέγχουν τη συμμόρφωση των προμηθευτών τους ανεξάρτητα από το αυτοί αποτελούν ευρωπαϊκές επιχειρήσεις ή όχι. Άρα, η υπόθεση των ESG κριτηρίων θα μπορούσε να αποτελέσει μια πρώτης τάξεως ευκαιρία για -μερική έστω- υποκατάσταση των ευρωπαϊκών προμηθειών από χώρες της Νοτιοανατολικής Ασίας προς όφελος των επιχειρήσεων της Γηραιάς Ηπείρου και γιατί όχι και της Ελλάδας, όπου αυτό είναι δυνατόν.



comments powered by Disqus
* Παρακαλούμε τα σχόλια να μην είναι σε greeklish. Σχόλια με υβριστικό ή προσβλητικό περιεχόμενο θα διαγράφονται χωρίς προειδοποίηση.
Ελληνικές επιχειρήσεις, ESG