12/07/22 | Αρχική > Αρθρογραφία > Επώνυμες Σκέψεις

Οι αποταμιευτές εν μέσω πληθωρισμού και αβεβαιότητας


Σαφή επιδείνωση έχει σημειώσει το περιβάλλον για τους αποταμιευτές, καθώς στο κοκτέιλ των ήδη μηδενικών καταθετικών επιτοκίων ακόμη και στις προθεσμιακές τοποθετήσεις, έρχονται να προστεθούν η εκτίναξη του πληθωρισμού σε διψήφια επίπεδα και η κατακόρυφη αύξηση του επενδυτικού ρίσκου.

Τρία πράγματα έχουν διαφοροποιήσει επί τα χείρω -και μάλιστα έντονα- την τρέχουσα κατάσταση για τους επενδυτές σε σχέση με το παρελθόν.

Πρώτον, κατά την τελευταία τετραετία όπου ουσιαστικά τα τραπεζικά επιτόκια (ακόμη και αυτά των προθεσμιακών καταθέσεων) ήταν μηδενικά -ή έστω οριακά- απουσίαζε πλήρως η λεγόμενη «απόδοση μηδενικού κινδύνου» (Risk Free Rate), δηλαδή η θετική απόδοση του αποταμιευτή που δεν επιθυμεί να αναλάβει κανένα επενδυτικό ρίσκο.

Δεύτερον, από την άνοιξη και ιδίως από το φθινόπωρο του 2021 οι αποταμιευτές βλέπουν τον πραγματικό πλούτο τους να ψαλιδίζεται από την επίδραση των έντονων πληθωριστικών πιέσεων. Με τον Δείκτη Τιμών Καταναλωτή να έχει ξεπεράσει πλέον το 12%, σημαίνει ότι η αγοραστική αξία των 100 ευρώ του 2021 έχει μειωθεί σήμερα στα 88 ευρώ.

Και τρίτον, έχει δημιουργηθεί ένα έντονα αβέβαιο διεθνές οικονομικό και γεωπολιτικό περιβάλλον, το οποίο δημιουργεί κινδύνους. Βέβαια, οι επενδυτές (και ιδίως αυτοί των μετοχών, των ομολόγων και των εμπορευμάτων) είναι συνηθισμένοι στο να αντιμετωπίζουν περιβάλλοντα υψηλού ρίσκου, ωστόσο κατά την τρέχουσα περίοδο η κατάσταση αβεβαιότητας «έχει χτυπήσει κόκκινο» με κορυφαίους Ευρωπαίους αξιωματούχους να αμφισβητούν ακόμη και την ικανότητα της Γηραιάς Ηπείρου να εξασφαλίσει τις απαραίτητες ποσότητες ενέργειας για τον επόμενο χειμώνα (τα περί επιπέδου τιμών, ας μην τα συζητήσουμε σε μια τέτοια περίπτωση).

Πώς όμως πρέπει να αντιδράσει ένας αποταμιευτής στο τρέχον περιβάλλον; Το μόνο βέβαιο είναι πως δεν έχει επιλογή αποφυγής του κινδύνου, καθώς ακόμη και αν συμβιβαστεί με τα μηδενικά επιτόκια των τραπεζικών καταθέσεων, θα βλέπει την πραγματική αξία των χρημάτων του να επηρεάζεται αρνητικά από τον πληθωρισμό. Άρα, λύσει χωρίς ανάληψη ρίσκου δεν μπορεί να υπάρξει.

Πρώτον, ο αποταμιευτής διατηρεί επί του παρόντος τα χρήματά του σε τραπεζικές καταθέσεις, με την προσδοκία (αναλαμβάνοντας και το σχετικό ρίσκο) ότι ο πληθωρισμός θα επιμείνει σε σημαντικό βαθμό και έτσι θα μπορέσει σε τρεις, έξι, ή δώδεκα μήνες να αγοράσει κρατικά ή εταιρικά ομόλογα σε χαμηλότερες αποτιμήσεις από τις σημερινές και έτσι να καρπωθεί μια αξιόλογη επιτοκιακή απόδοση (yield) για τα επόμενα χρόνια.

Ας υποθέσουμε ότι σήμερα ένα εταιρικό ομόλογο πενταετούς διάρκειας ενός αξιόπιστου Ομίλου με «κουπόνι» (ετήσιος τόκος) στο 3% διαπραγματεύεται στο «90» (10% κάτω από την αρχική του αξία). Τότε, ο αποταμιευτής προσδοκά πως η τιμή του συγκεκριμένου ομολόγου θα υποχωρήσει σε έξι μήνες πχ στο «85», οπότε θα το αγοράσει τότε σε χαμηλότερη τιμή. Σε μια τέτοια περίπτωση, καταβάλλοντας «85» θα εισπράττει κουπόνι «3» και στη λήξη του ομολόγου θα λάβει «100» (κεφαλαιακό κέρδος «15»).

Δεύτερον, ο επενδυτής προχωρεί σήμερα σε αγορές κρατικών και εταιρικών ομολόγων, είτε νεοεκδιδόμενων, είτε παλαιότερων εκδόσεων. Για παράδειγμα, εκδόθηκε πρόσφατα «πράσινο» εταιρικό γνωστού Ομίλου με κουπόνι που διαμορφώθηκε στο 4,7%. Επίσης, η μέση προσφερόμενη ετήσια απόδοση (yield) των δεκαετών τίτλων του ελληνικού δημοσίου βρίσκεται κοντά στο 3,3%-3,5%. Παράλληλα, μια ευρεία σειρά εισηγμένων στο Χρηματιστήριο της Αθήνας εταιρικών ομολόγων αξιόπιστων επιχειρηματικών Ομίλων που λήγουν σε 4-6 έξι χρόνια, έχουν κουπόνι μεταξύ του 2% και του 3% και διαπραγματεύονται γύρω από το «90» της ονομαστικής τους αξίας (10% κάτω από την αρχική τους τιμή διάθεσης).

Στο βαθμό που οι εκδότες των ομολόγων αυτών αποδειχτούν συνεπείς στις υποχρεώσεις τους, το πλεονέκτημα της συγκεκριμένης επένδυσης έναντι των καταθέσεων είναι η είσπραξη του «κουπονιού» και το κεφαλαιακό κέρδος στη λήξη του ομολόγου. Ο κίνδυνος έγκειται σε περίπτωση περαιτέρω πτώσης των τιμών των ομολόγων, ή/και διατήρησης των υψηλών πληθωριστικών πιέσεων για αρκετά ακόμη χρόνια.

Τρίτον, ο αποταμιευτής μπορεί να ακολουθήσει ένα από τα προϊόντα «νέας γενιάς» που προσφέρουν κατά διαστήματα οι τράπεζες. Σε γενικές γραμμές, πρόκειται για χρήματα που τοποθετούνται σε συγκεκριμένο αμοιβαίο κεφάλαιο και στο τέλος μιας προκαθορισμένης περιόδου (συνήθως μιας τριετίας):

α) Σε περίπτωση που το συγκεκριμένο αμοιβαίο κεφάλαιο ακολουθήσει πτωτική πορεία, οι απώλειες του επενδυτή-αποταμιευτή δεν θα ξεπεράσουν ένα προκαθορισμένο ποσοστό (πχ το 10%, που είναι και η μέγιστη δυνατή ζημία του αποταμιευτή στο τέλος της επένδυσης).

β) Σε περίπτωση που η τιμή του αμοιβαίου κεφαλαίου αυξηθεί κατά τη διάρκεια της τριετίας, τότε αποταμιευτής και τράπεζα μοιράζονται (ανάλογα με τους προβλεπόμενους όρους του κάθε τέτοιου προϊόντος) την υπεραξία που θα προκύψει.

Άρα, σε τέτοιους είδους προϊόντα, ο επενδυτής αναλαμβάνει ρίσκο που δεν μπορεί να ξεπεράσει ένα προκαθορισμένο ανώτατο όριο, αλλά παράλληλα δεν καρπώνεται το σύνολο της προσδοκώμενης απόδοσης ενός αμοιβαίου κεφαλαίου, μέρος της οποίας απολαμβάνει η τράπεζα.

Τέταρτον, επενδυτικά-αποταμιευτικά προϊόντα μακροπρόθεσμης διάρκειας (δέκα ή και δεκαπέντε ετών) τύπου unit linked που προσφέρει ο ασφαλιστικός κλάδος. Πρόκειται για τοποθετήσεις εφ’ άπαξ ή περιοδικών καταβολών σε ένα φάσμα αμοιβαίων κεφαλαίων επιλογής του πελάτη, με στόχο: α) Την επίτευξη θετικών αποδόσεων χαρτοφυλακίου σε βάθος χρόνου β) Τη μείωση του επενδυτικού ρίσκου (που εξακολουθεί να υπάρχει) μέσω του μεγάλου χρονικού ορίζοντα, της διαφοροποίησης του επενδυτικού χαρτοφυλακίου σε περισσότερα αμοιβαία κεφάλαια και της διαδικασίας των περιοδικών καταβολών.

Πέμπτο, η δημιουργία ενός χαρτοφυλακίου αμοιβαίων κεφαλαίων, το οποίο θα αντανακλά τη σχέση κινδύνου-προσδοκώμενης απόδοσης που επιθυμεί να αναλάβει ο επενδυτής. Είναι προφανές ότι όσο μεγαλύτερο (μικρότερο) είναι το επίπεδο του κινδύνου που αναλαμβάνεται, τόσο και υψηλότερη (χαμηλότερη) η προσδοκώμενη απόδοση.

Σύμφωνα με τους αναλυτές, το τρέχον επενδυτικό περιβάλλον θεωρείται ιδιαίτερα αβέβαιο λόγω του πληθωριστικού κύματος, των πολύ υψηλών τιμών σε ενέργεια, μεταφορές και πρώτες ύλες, αλλά και των σοβαρών προβλημάτων στο μέτωπο της διεθνούς εφοδιαστικής αλυσίδας, την ώρα που όλα αυτά τα ζητήματα επηρεάζονται και από τις εξελίξεις του πολέμου στην Ουκρανία. Από την άλλη πλευρά, οι τιμές των μετοχών στα διεθνή χρηματιστήρια έχουν καταγράψει ήδη μια πολύ σημαντική διόρθωση από την αρχή του 2022, ενώ επίσης έχουν υποχωρήσει δραστικά και οι τιμές των ομολόγων, εξελίξεις που ωθούν ορισμένους να τοποθετηθούν στις αγορές είτε απ’ ευθείας, είτε μέσα από την απόκτηση μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων. Ειδικότερα, όσοι επέλεξαν τα μικτά και τα μετοχικά αμοιβαία κεφάλαια βλέπουν τα κέρδη των προηγούμενων χρόνων να εξανεμίζονται, καθώς οι απώλειες του πρώτου φετινού εξαμήνου κυμάνθηκαν στις περισσότερες των περιπτώσεων μεταξύ του 8% και του 15%.



comments powered by Disqus
* Παρακαλούμε τα σχόλια να μην είναι σε greeklish. Σχόλια με υβριστικό ή προσβλητικό περιεχόμενο θα διαγράφονται χωρίς προειδοποίηση.
Οικονομικά προβλήματα, Στρατηγικές Επενδύσεις, αποταμίευση