08/07/22 | Αρχική > Αρθρογραφία > Επώνυμες Σκέψεις

Τα «μυστικά» του δείκτη κυκλοφοριακής ρευστότητας

Ο πλέον συνηθισμένος δείκτης ρευστότητας μιας εταιρείας είναι αυτός της «κυκλοφορικής ρευστότητας» που προκύπτει από τη διαίρεση του κυκλοφοριακού ενεργητικού προς το βραχυπρόθεσμο παθητικό.

Κυκλοφοριακή ρευστότητα = κυκλοφοριακό ενεργητικό / βραχυπρόθεσμο παθητικό.

Η τιμή του δείκτη εκφράζεται σε καθαρό αριθμό και όσο υψηλότερη είναι, τόσο καλύτερη θεωρείται η ρευστότητα μιας εταιρείας, όταν όλοι οι άλλοι παράγοντες είναι σταθεροί. Γενικότερα, επιθυμητή είναι μια τιμή υψηλότερη του 1,3 (δηλαδή το κυκλοφοριακό ενεργητικό να είναι μεγαλύτερο από το βραχυπρόθεσμο παθητικό κατά τουλάχιστον 30%).

Ας δούμε όμως το περιεχόμενο του συγκεκριμένου δείκτη κάπως πιο αναλυτικά.

Πρώτον, ο αριθμητής του κλάσματος (το κυκλοφοριακό ενεργητικό) περιλαμβάνει τα μετρητά (ταμείο και τραπεζικές καταθέσεις) μιας επιχείρησης και ότι άλλο περιουσιακό στοιχείο (πχ αποθέματα, υπόλοιπα πελατών) πρόκειται να μετατραπεί σε μετρητά μέσα στους επόμενους δώδεκα μήνες. Άλλωστε εξ’ ορισμού τα στοιχεία του κυκλοφοριακού ενεργητικού έχουν διάρκεια που δεν υπερβαίνει το ένα έτος.

Δεύτερον, ο παρονομαστής του κλάσματος (βραχυπρόθεσμο παθητικό) περιλαμβάνει τις υποχρεώσεις της επιχείρησης που θα πρέπει να αποπληρωθούν μέσα στους επόμενους δώδεκα μήνες (πχ ανοίγματα προς προμηθευτές, βραχυπρόθεσμες τραπεζικές υποχρεώσεις, υποχρεώσεις από ενοίκια, οφειλές προς δημόσιο και ασφαλιστικά ταμεία, κ.λπ.).

Άρα, ο δείκτης κυκλοφοριακής ρευστότητας είναι ένα κλάσμα ο αριθμητής του οποίου περιλαμβάνει όσα είναι ή/και θα γίνουν μετρητά μέσα στους επόμενους δώδεκα μήνες και ο παρονομαστής όσα πρέπει να φύγουν από το ταμείο μέσα στο ίδιο χρονικό διάστημα. Έτσι, εξηγείται το γιατί όσο υψηλότερη είναι η τιμή του δείκτη, τόσο καλύτερη θεωρείται η ρευστότητα της εταιρείας, όταν όλοι οι άλλοι παράγοντες είναι σταθεροί.

Γιατί όμως επιθυμούμε συνήθως μια τιμή του δείκτη ίση ή και ανώτερη του 1,3 και δεν αρκούμαστε στο 1; Η απάντηση είναι ότι η επιχείρηση πάντοτε θα πρέπει να διαθέτει ένα ελάχιστο ύψος αποθεμάτων (για λόγους ασφαλείας, αλλά και ταχείας εξυπηρέτησης των πελατών), ενώ επίσης δεν είναι ρεαλιστικό το να μην διαθέτει πελάτες με ανεξόφλητα υπόλοιπα προς αυτή (κάτι τέτοιο θα οδηγούσε σε απώλειες μεριδίων αγοράς). Επίσης, υπάρχουν άλλοι δύο παράγοντες που συντείνουν προς μια τιμή δείκτη υψηλότερη της μονάδας: Πρώτον, η εποχικότητα που μπορεί να παρουσιάζουν οι εργασίες μιας εταιρείας μέσα στο χρόνο (πχ μια τέτοια εταιρεία μπορεί να διαθέτει «παραδοσιακά» υψηλότερη ρευστότητα σε συγκεκριμένους μήνες και σαφώς χαμηλότερη σε άλλους). Και δεύτερον, η αποφυγή κινδύνων σε περίπτωση έλευσης κάποιου απρόβλεπτου παράγοντα, από τους τόσους που συμβαίνουν στις επιχειρήσεις.

Σε κάθε περίπτωση, η απαιτούμενη τιμή του δείκτη κυκλοφοριακής ρευστότητας επηρεάζεται και από μια σειρά άλλων παραγόντων, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονται:

Η μέση περίοδος πίστωσης προς τους πελάτες, δηλαδή το με πόσες ημέρες καθυστέρηση οι πελάτες εξοφλούν τις υποχρεώσεις τους. Είναι προφανές, ότι όσο μικρότερη είναι αυτή η περίοδος (πχ διεξαγωγή του μεγαλύτερου τμήματος των πωλήσεών μας τοις μετρητοίς), τόσο χαμηλότερη είναι η ανάγκη για δείκτη κυκλοφοριακής ρευστότητας υψηλότερο της μονάδας. Ακόμη πιο χαμηλή τιμή δείκτη απαιτείται σε περίπτωση που η επιχείρησή μας λειτουργεί με τη μέθοδο των προκαταβολών για μεγάλο τμήμα των εργασιών της, καθώς σε τέτοιες περιπτώσεις πρώτα εισπράττει και στη συνέχεια καταβάλει τις απαιτούμενες ταμειακές εκροές. Αντίθετα, σε περιπτώσεις εταιρειών που οι απαιτήσεις τους από ορισμένους πελάτες τους υπερβαίνουν είναι πολύ μεγάλες (πχ συχνά ακούμε για μεγάλες καθυστερήσεις πληρωμών από το δημόσιο), τότε απαιτούνται δείκτες κυκλοφοριακής ρευστότητας υψηλότερες του 1,3.

Ο κίνδυνος επισφαλών απαιτήσεων, δηλαδή η πιθανότητα αθέτησης των υποχρεώσεων των πελατών προς την εταιρεία. Ανάλογα με τη συγκυρία και τον κλάδο δραστηριότητας, ο κίνδυνος καθυστερήσεων και επισφαλειών ποικίλλει. Είναι προφανές, ότι σε περιόδους και κλάδους όπου ο κίνδυνος των επισφαλειών είναι υψηλότερος του μέσου, τότε απαιτούνται κυκλοφοριακοί δείκτες ρευστότητας υψηλότεροι του 1,3. Βέβαια, σε εταιρείες που εισπράττουν τοις μετρητοίς, τέτοιος κίνδυνος δεν υπάρχει.

Η μέση περίοδος αποθεματοποίησης, δηλαδή το πόσες ημέρες μεσολαβούν από την παραλαβή των εμπορευμάτων και των πρώτων υλών έως και την πώλησή τους και τη μεταφορά τους στους πελάτες. Υπάρχουν κλάδοι με πολύ μεγάλη περίοδο αποθεματοποίησης (πχ ιχθυοκαλλιέργειες) και άλλοι με μικρή (πχ λιανικό εμπόριο τροφίμων, όπως τα super markets). Όσο υψηλότερη είναι η μέση περίοδος αποθεματοποίησης, τόσο μεγαλύτεροι δείκτες κυκλοφοριακής ρευστότητας απαιτούνται, όταν οι άλλοι παράγοντες διατηρούνται σταθεροί.

Η μέση περίοδος αποπληρωμής των προμηθευτών, δηλαδή το πόσες κατά μέσο όρο ημέρες πίστωση λαμβάνει η εταιρεία από τους δικούς της προμηθευτές. Όσο μικρότερη είναι αυτή η περίοδος, τόσο εντονότερη είναι η ανάγκη για δείκτες κυκλοφοριακής ρευστότητας υψηλότερους του 1,3, όταν όλοι οι άλλοι παράγοντες διατηρούνται σταθεροί.

Το καθαρό περιθώριο κέρδους κάθε επιχείρησης, δηλαδή το ποσοστό «καθαρού κέρδους προς κύκλο εργασιών», ή διαφορετικά το πόσα ευρώ είναι το καθαρό κέρδος μιας εταιρείας σε κάθε εκατό ευρώ πωλήσεων που σημειώνει. Όσο χαμηλότερο είναι το καθαρό περιθώριο κέρδους μιας εταιρείας, τόσο μεγαλύτερη είναι η ανάγκη για δείκτες κυκλοφοριακής ρευστότητας υψηλότερους του 1,3, όταν όλοι οι άλλοι παράγοντες διατηρούνται σταθεροί.

Οι στόχοι που έχει θέσει η εταιρεία. Αν για παράδειγμα, η διοίκηση επιδιώκει μια ισχυρή αύξηση των πωλήσεών της μέσα στη χρονιά, τότε θα πρέπει να είναι προετοιμασμένη ότι θα χρειαστεί μεγαλύτερο κεφάλαιο κίνησης, οπότε είτε πρέπει να διαθέτει υψηλό δείκτη κυκλοφοριακής ρευστότητας, είτε να φροντίσει να ανεβάσει τις πιστωτικές γραμμές της προς τους προμηθευτές της και τις πιστώτριες τράπεζες.

Είναι δυνατόν, μια εταιρεία να διαθέτει δείκτη κυκλοφοριακής ρευστότητας χαμηλότερο της μονάδας και να έχει ικανοποιητική ρευστότητα; Η απάντηση είναι πως κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις, ναι.

Μια τέτοια περίπτωση θα μπορούσε να είναι μια εταιρεία πχ στο λιανικό εμπόριο τροφίμων, η οποία πληρώνεται κατά κύριο λόγο τοις μετρητοίς, διατηρεί τα αποθέματά της για περίπου μίας έως πέντε ημέρες στα ράφια της και αντίθετα, αποπληρώνει τους προμηθευτές της με τρεις ή και πέντε μήνες καθυστέρηση.

Ένα ακόμη παράδειγμα που εντάσσεται σ’ αυτή την κατηγορία (δείκτης κυκλοφοριακής ρευστότητας χαμηλότερος της μονάδας, αλλά ανεκτή ρευστότητα) θα μπορούσε να ήταν πχ μια εταιρεία ενοικίασης ακινήτων, η οποία ουσιαστικά δεν διαθέτει αποθέματα και δεν εισπράττει με πίστωση, ενώ παράλληλα το περιθώριο καθαρού κέρδους της είναι συνήθως υψηλό.



comments powered by Disqus
* Παρακαλούμε τα σχόλια να μην είναι σε greeklish. Σχόλια με υβριστικό ή προσβλητικό περιεχόμενο θα διαγράφονται χωρίς προειδοποίηση.
Δείκτης κυκλοφοριακής ρευστότητας