29/06/22 | Αρχική > Αρθρογραφία > Επώνυμες Σκέψεις

Υπερβάλλουσα ρευστότητα ή ισολογισμός που «ιδρώνει»;

Πόσα μετρητά χρειάζεται τελικά μια επιχείρηση; Το ερώτημα αυτό έχει κατά καιρούς απασχολήσει πολλά οικονομικά στελέχη με σειρά επιχειρημάτων να παρατίθενται τόσο από τη μία, όσο και από την άλλη πλευρά.

Η μία σχολή σκέψης υποστηρίζει ότι η μια εταιρεία θα πρέπει να διαθέτει μια ικανοποιητική ρευστότητα, αλλά μέχρις εκεί και όχι κάτι παραπάνω. Σύμφωνα με την άποψη αυτή, η ρευστότητα θα πρέπει να είναι τέτοια έτσι ώστε να μην εμπνέει ανησυχίες σε τράπεζες, προμηθευτές, εργαζόμενους και πελάτες ότι θα μπορούσε να προκύψει πρόβλημα αδυναμίας πληρωμών και λειτουργίας, συν έστω κάποιο περιθώριο ασφαλείας σε περίπτωση που συμβεί κάποιο απρόβλεπτο γεγονός.

«Μας αρέσουν οι ισολογισμοί που ιδρώνουν» αναφέρει χαρακτηριστικά γνωστός και καταξιωμένος manager, θέλοντας να πει πως επιδιώκει η διοίκηση και τα στελέχη της εταιρείας να ενδιαφέρεται έντονα για το πόσο γρήγορα θα εισπράξει η επιχείρηση τα λεφτά από τους πελάτες της, ή το πόσο λιγότερο θα αφήνει να λιμνάζουν τα αποθέματά της στις αποθήκες της, ή τέλος το πώς θα περιορίσει κάποια έξοδα αμφίβολης αποδοτικότητας. «Η υπερεπάρκεια μετρητών καθησυχάζει τα επιχειρηματικά στελέχη και τα προτρέπει να χαλαρώσουν σε μια σειρά από καθημερινά θέματα που αθροιστικά έχουν μεγάλη σημασία και προκαλούν βλάβες στην εν γένει πορεία της επιχείρησης» αναφέρεται χαρακτηριστικά.

Ένας δεύτερος λόγος για τον οποίον πολλοί θεωρούν πως μια επιχείρηση δεν θα πρέπει να διαθέτει υπερβάλλουσα ρευστότητα είναι αυτός της αποδοτικότητας των μετόχων. Όσο και αν λέμε ότι μια επιχείρηση πρέπει σήμερα να λειτουργεί με βάση τα ESG κριτήρια (Environment, Social, Governance, Περιβάλλον, Κοινωνία, Εταιρική Διακυβέρνηση), η ικανοποίηση των μετόχων εξακολουθεί να παραμένει σε πρώτο πλάνο και ένας καλός δείκτης για την αξιολόγησή της είναι αυτός της αποδοτικότητας των ιδίων κεφαλαίων της εταιρείας (Return On Equity, ROE).

Η τιμή του συγκεκριμένου δείκτη προκύπτει από τον παρατιθέμενο τύπο (εκφράζεται σε ποσοστό, το οποίο όσο υψηλότερο είναι τόσο το καλύτερο για τον επενδυτή, όταν όλοι οι άλλοι παράγοντες είναι σταθεροί), όπου καθαρά διατηρήσιμα κέρδη προκύπτουν από τα καθαρά κέρδη αν από αυτά αφαιρέσουμε τα έκτακτα θετικά αποτελέσματα και προσθέσουμε τις έκτακτες ζημίες.

Είναι προφανές, ότι αν μια εταιρεία διαθέτει υπερβάλλουσα ρευστότητα, ισόποσα αυξημένο θα είναι και το ύψος των ιδίων κεφαλαίων της, άρα (με δεδομένο ότι τα διαθέσιμα προσφέρουν πολύ χαμηλά εισοδήματα τοποθετούμενα σε καταθέσεις, repos και έντοκα γραμμάτια) τόσο μικρότερη θα είναι και η αποδοτικότητα των ιδίων κεφαλαίων της. Σε μια τέτοια περίπτωση, η εταιρεία θα μπορούσε να προχωρήσει σε επιστροφή κεφαλαίου (μείωση μετοχικού κεφαλαίου) προς τους μετόχους της κατά το υπερβάλλον της ρευστότητας και έτσι αφ’ ενός να αυξήσει το δείκτη Return On Equity και αφ’ ετέρου να δώσει τη δυνατότητα στους μετόχους της είτε να καλύψουν προσωπικές τους ανάγκες ρευστότητας, είτε να τοποθετήσουν τα χρήματα σε άλλους επενδυτικούς προορισμούς, που εκείνοι θα επιλέξουν.

Τέλος, η πλεονάζουσα ρευστότητα μπορεί να αποτελέσει δέλεαρ για κάποιους προκειμένου να αποκτήσουν τον έλεγχο και τη διοίκηση μιας πολυμετοχικής επιχείρησης. Για παράδειγμα, ένας επενδυτής αποκτά πχ το 15% μιας πολυμετοχικής επιχείρησης χρησιμοποιώντας σε σημαντικό βαθμό δανειακά κεφάλαια. Ο ίδιος χρησιμοποιώντας το ποσοστό των μετοχών που κατέχει, καταλαμβάνει -ή έστω επηρεάζει σημαντικά- τη διοίκηση της εταιρείας και στη συνέχεια αποπληρώνει τις τοκοχρεολυτικές δόσεις του δανείου που έλαβε μέσα από τις μεγάλες χρηματικές διανομές στις οποίες θα προχωρεί η επιχείρηση με την υπερβάλλουσα ρευστότητα.

Από την άλλη πλευρά, υπάρχουν και οι υπέρμαχοι της υπερβάλλουσας ρευστότητας σε μια εταιρεία με διάφορα σκεπτικά, τα οποία κάθε φορά θα πρέπει να συνεκτιμηθούν, όπως για παράδειγμα:

· Η υπερβάλλουσα ρευστότητα αποτελεί ισχυρό όπλο που πάντοτε συνεκτιμούν οι ανταγωνιστές. Για παράδειγμα πολύ δύσκολα θα ξεκινήσει ένας ανταγωνιστής πόλεμο τιμών στην αγορά, αν γνωρίζει πως εσύ διαθέτεις το απαραίτητο «λίπος» προκειμένου να αντέξεις για πολλούς μήνες, ή και για κάποια χρόνια σε μια τέτοια κίνηση, ακολουθώντας τον στην πτώση των τιμών. Το πιθανότερο είναι πως ο ανταγωνιστής θα κλείσει πριν από εσένα, οπότε δύσκολα θα ξεκινήσει ένα τέτοιο εγχείρημα.

· Δεν μπορεί εύκολα να διακρίνει κάποιος το ποια είναι η απαιτούμενη «κανονική» ρευστότητα σε ένα τόσο αβέβαιο περιβάλλον. Οι εξελίξεις στις αγορές είναι ταχύτατες και οι αλλαγές συχνά τεκτονικές, επηρεασμένες από σειρά απρόβλεπτων παραγόντων που σχετίζονται με κρίσεις, με πολέμους, με πανδημίες, με γεωπολιτικές εξελίξεις, κ.λπ. Για παράδειγμα, η εκτόξευση των τιμών των πρώτων υλών από το καλοκαίρι του 2021 έως σήμερα έχει δημιουργήσει πολύ μεγαλύτερες ανάγκες σε κεφάλαιο κίνησης για τις περισσότερες επιχειρήσεις ανά τον κόσμο. Παράλληλα, λόγω των δυσλειτουργιών και των ελλείψεων που παρατηρήθηκαν στο μέτωπο της διεθνούς εφοδιαστικής αλυσίδας, πολλές εταιρείες εκμεταλλεύθηκαν την αυξημένη ρευστότητά τους προκειμένου να γεμίσουν τις αποθήκες τους με πρώτες ύλες και εμπορεύματα, όταν κάποιοι από τους ανταγωνιστές τους δεν ήταν σε θέση να πράξουν αναλόγως. Αυτό τους απέφερε σημαντικό συγκριτικό πλεονέκτημα, καθώς είναι σήμερα σε θέση να εξυπηρετήσουν τους πελάτες τους και να διευρύνουν τα μερίδιά τους στην αγορά.

· Η υπερεπάρκεια μετρητών δίνει την ευχέρεια στις διοικήσεις των εταιρειών να εκμεταλλεύονται επενδυτικές ευκαιρίες, όποτε αυτές προκύπτουν. Σε περιόδους οικονομικής ανάκαμψης, οι αποτιμήσεις των ακινήτων, των επιχειρήσεων και των λοιπών περιουσιακών στοιχείων ανεβαίνουν, με αποτέλεσμα οι όποιες επενδύσεις και εξαγορές να γίνονται έναντι «αλμυρών» τιμημάτων. Αντίθετα, σε περιόδους αβεβαιότητας ή και οικονομικών κρίσεων, οι αποτιμήσεις των επιχειρήσεων υποχωρούν και συνήθως οι τράπεζες είναι διστακτικές προκειμένου να προβούν σε σχετικές δανειοδοτήσεις. Έτσι, προκειμένου μια εταιρεία να μπορεί να εκμεταλλευθεί την ευκαιρία και να εξαγοράσει φτηνά, θα πρέπει να διαθέτει την απαιτούμενη ρευστότητα.

· Οι αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου δεν αποτελούν πάντοτε εύκολη υπόθεση. Αρκετοί υποστηρίζουν ότι μια εταιρεία μπορεί να προχωρεί σε μεγάλες χρηματικές διανομές (μερίσματα ή και επιστροφές κεφαλαίου προς τους μετόχους τους) προκειμένου να τους ικανοποιούν και να βελτιώνουν τον προαναφερθέντα δείκτη ROE και σε περίπτωση που χρειαστεί ρευστότητα, να τους καλεί να συμμετάσχουν σε αύξηση μετοχικού κεφαλαίου. Το συγκεκριμένο επιχείρημα έχει λογική βάση, πλην όμως δεν είναι πάντοτε εύκολο να υλοποιηθεί στην πράξη: Είναι χρονοβόρο (πχ χρειάζονται διαδικασίες και αποφάσεις γενικής συνέλευσης των μετόχων), αλλά και ενδεχομένως να έχει αβέβαιο αποτέλεσμα σε περίπτωση που οι μέτοχοι είτε δεν επιθυμούν, είτε δεν δύνανται να «βάλουν το χέρι στην τσέπη» και να καλύψουν αύξηση μετοχικού κεφαλαίου και μάλιστα σε περιβάλλον οικονομικής κρίσης.



comments powered by Disqus
* Παρακαλούμε τα σχόλια να μην είναι σε greeklish. Σχόλια με υβριστικό ή προσβλητικό περιεχόμενο θα διαγράφονται χωρίς προειδοποίηση.
Ρευστότητα