21/04/22 | Αρχική > Αρθρογραφία > Επώνυμες Σκέψεις

Επενδύσεις χαρτοφυλακίου: Πώς μειώνεται το ρίσκο

Η τρέχουσα κατάσταση εγκυμονεί μια σειρά προκλήσεων για τους Έλληνες (και γενικότερα τους Ευρωπαίους) αποταμιευτές, οι οποίοι δεν είναι συνηθισμένοι να τοποθετούν τις οικονομίες μιας ολόκληρης ζωής σε επενδύσεις που συνεπάγονται ρίσκο. Δυσκολότερη είναι η κατάσταση για τους ανθρώπους μιας κάποιας ηλικίας (πχ από τον 55ο έτος και πάνω) για τους οποίους ο επενδυτικός κίνδυνος που αναλαμβάνουν θα πρέπει -σύμφωνα τουλάχιστον με τη θεωρία- να είναι μικρότερος, καθώς έχουν σχετικά λίγα χρόνια μπροστά τους να αναπληρώσουν μια ενδεχόμενη μεγάλη κεφαλαιακή απώλεια.

Η αλήθεια είναι πως στη χώρα μας δινόταν η δυνατότητα (ή έστω η ψευδαίσθηση, καθώς συχνά υπήρχε ο κίνδυνος του πληθωρισμού ή/και της διολίσθησης του νομίσματος) επί σειρά δεκαετιών, να μπορεί κάποιος να τοποθετεί τις αποταμιεύσεις του σε προϊόντα «μηδενικού ρίσκου» τα οποία μάλιστα του απέφεραν και κάποιες θετικές αποδόσεις (Risk Free Rate). Για παράδειγμα, επί μακρά σειρά ετών τα τραπεζικά επιτόκια και πόσο μάλλον άλλα ομόλογα (κρατικά, ή παλαιότερα της ΕΤΒΑ) προσέφεραν τη σιγουριά του κεφαλαίου και ένα επιτόκιο που σχεδόν πάντα ήταν υψηλότερο -ή και πολύ υψηλότερο- από τον πληθωρισμό. Για παράδειγμα, κατά τη δεκαετία του 1990, τα επιτόκια των ετήσιων εντόκων γραμματίων του Ελληνικού Δημοσίου βρισκόταν κοντά στο 25%, τα τραπεζικά επιτόκια των προθεσμιακών καταθέσεων στο 20% με 22% και ο προβλεπόμενος πληθωρισμός στο 20%. Άρα, ο αποταμιευτής είχε τη δυνατότητα επίτευξης κερδών σε πραγματικές τιμές χωρίς να πιστεύει ότι διακινδυνεύει.

Κατά την προηγούμενη τετραετία, τα πράγματα για τους αποταμιευτές επιδεινώθηκαν. Τα επιτόκια των προθεσμιακών καταθέσεων σε ευρώ (ακόμη και για μια μεγάλα ποσά) ξεκίνησαν από το 1% για να φτάσουν σήμερα οριακά πάνω από το μηδέν, ευτυχώς όμως ο μέσος πληθωρισμός εκινείτο όλο αυτό το χρονικό διάστημα και αυτός γύρω από το μηδέν. Παράλληλα οι τράπεζες προσέφεραν και τα προϊόντα εγγυημένου κεφαλαίου. Επρόκειτο για προϊόντα που ο αποταμιευτής διασφάλιζε τα χρήματά του (ή ακόμη και μια οριακά θετική απόδοση) και είχε επιπλέον τη δυνατότητα -κάτω από προϋποθέσεις, εφ’ όσον κάποιοι δείκτες ή συναλλαγματικές ισοτιμίες, ή επιτόκια κινούνταν προς μια προκαθορισμένη επιθυμητή κατεύθυνση- να καρπωθεί κάποιες ενδεχόμενες υπεραποδόσεις.

Σήμερα τα πράγματα έχουν εξελιχθεί ακόμη χειρότερα για τους αποταμιευτές:

Πρώτον, γιατί πέραν του ότι τα προσφερόμενα επιτόκια είναι ουσιαστικά μηδενικά (πχ 0,02% για 12μηνης διάρκειας κατάθεση 300.000 ευρώ, με φορολόγηση 15% επί των τόκων), η εκτίναξη του πληθωρισμού σε επίπεδα που κυμαίνονται γύρω στο 8% οδηγούν σε ισόποση απώλεια των καταθέσεων σε όρους αγοραστικής αξίας. Με άλλα λόγια, ένας αποταμιευτής που διέθετε στις αρχές του 2021 100.000 ευρώ στην τράπεζα, στο τέλος του 2022 (σε δύο χρόνια δηλαδή από την αρχική του κατάθεση) θα έχει στην πράξη το ίδιο ονομαστικό ποσό, το οποίο όμως θα έχει χάσει γύρω 14% σε αγοραστική αξία λόγω του πληθωρισμού κατά τη διετία 2021-2022!

Δεύτερον, τα προϊόντα εγγυημένου κεφαλαίου έχουν αντικατασταθεί από άλλα, όπου δεν διασφαλίζεται το σύνολο του επενδυόμενου ποσού (συνήθως το 80% ή το 90% στη λήξη του προϊόντος) σε περίπτωση ζημιάς, ενώ ο επενδυτής καρπώνεται τμήμα μόνο των θετικών αποδόσεων σε περίπτωση επίτευξης κερδών (πχ το 50%).

Και τρίτον, οι αγορές μετοχών και ομολόγων (προερχόμενες από μεγάλα ράλι τιμών κατά την προηγούμενη δεκαετία) ανά τον κόσμο (άρα και οι επενδύσεις που συνδέονται άμεσα ή έμμεσα με τέτοια προϊόντα) καλούνται να αντιμετωπίσουν τις προκλήσεις της γεωπολιτικής αβεβαιότητας, του πανάκριβου ενεργειακού κόστους, του πληθωρισμού, των προσδοκιών για ανοδικά επιτόκια και των προβλημάτων στην εφοδιαστική αλυσίδα.

Μέσα σ’ αυτό το περιβάλλον, πολλοί αποταμιευτές βρίσκονται σε αναζήτηση τρόπων προκειμένου από τη μια πλευρά να διεκδικήσουν υψηλότερες αποδόσεις από τις μηδενικές των καταθέσεων (αρνητικές σε πραγματικές αξίες, αν συνεκτιμηθεί και ο πληθωρισμός) και από την άλλη, να περιορίσουν όσο αυτό είναι δυνατόν τον κίνδυνο μεγάλων απωλειών στις αποταμιεύσεις τους.

Μερικές από τις κατευθύνσεις που δίδονται προκειμένου να περιοριστεί στο επενδυτικό ρίσκο είναι οι παρακάτω:

Πρώτον, η διεύρυνση του χρονικού επενδυτικού ορίζοντα. Οι μετοχικές και ομολογιακές επενδύσεις προτείνονται για τουλάχιστον μια τριετία (συνήθως από πενταετία και πάνω). Ιδιαίτερα στις μετοχικές τοποθετήσεις, δεδομένα από το εξωτερικό υποστηρίζουν ότι παρά τις έντονες ενδιάμεσες διακυμάνσεις τους μέσα στο ίδιο έτος ή και στον ίδιο μήνα, σε βάθος χρόνου, κατά μέσο όρο υπεραποδίδουν έναντι των προθεσμιακών καταθέσεων. Απαιτείται βέβαια πάντα, η προσεκτική επιλογή μετοχικών τίτλων (stock picking) και ειδικότερα επιλογή εταιρειών για τις οποίες ο χρόνος δουλεύει υπέρ τους και όχι εναντίον τους.

Δεύτερον, η δημιουργία μικτού χαρτοφυλακίου, με διαφοροποιημένες επενδύσεις σε διαφορετικούς κλάδους και διαφορετικές «γεωγραφίες» (χώρες ή και ηπείρους). Αν ο αποταμιευτής δεν μπορεί από μόνος του να προχωρήσει σε μια τέτοια κίνηση, τότε μπορεί να δημιουργήσει ένα χαρτοφυλάκιο αποτελούμενο από μερίδια αμοιβαίων κεφαλαίων αναθέτοντας έτσι τις αποταμιεύσεις τους στα χέρια επαγγελματιών της αγοράς (πχ ένα χαρτοφυλάκιο αποτελούμενα από Α/Κ Μετοχικό Ελλάδας κατά 20%, Α/Κ Μετοχικό Εξωτερικού κατά 20%, Α/Κ Μικτό κατά 30% και Α/Κ Ομολογιακό Ευρωπαϊκό κατά 30%). Μια περισσότερο συντηρητική σύνθεση θα ήταν Α/Κ Μετοχικό Ελλάδας κατά 10%, Α/Κ Μετοχικό Εξωτερικού κατά 10%, Α/Κ Μικτό κατά 40% και Α/Κ Ομολογιακό Ευρωπαϊκό κατά 40%.

Τρίτον, υπάρχουν προγράμματα περιοδικών καταβολών, όπου ο επενδυτής τοποθετεί ένα συγκεκριμένο ποσό κάθε μήνα, ή κάθε τρίμηνο, κ.λπ. Σε μια τέτοια περίπτωση, οι διακυμάνσεις της επένδυσης σε ένα μετοχικό χαρτοφυλάκιο (έστω ένα Αμοιβαίο Κεφάλαιο Εξωτερικού) είναι σαφώς χαμηλότερες, καθώς περιορίζεται τόσο το ποσοστό δυνητικών κερδών, όσο και το ποσοστό πιθανών ζημιών. Αν για παράδειγμα, ξεκινήσουμε σήμερα να επενδύουμε μέσω ενός επενδυτικού προγράμματος περιοδικών καταβολών σε ένα Μετοχικό Αμοιβαίο Κεφάλαιο τότε σε μια τετραετία αν το Α/Κ έχει κερδίσει πχ 30%, εμείς θα έχουμε κερδίσει π.χ. 10% και αν έχει χάσει 30%, τότε εμείς θα έχουμε απωλέσει π.χ. μόνο το 10% των χρημάτων μας.

Το μόνο βέβαιο είναι ότι οι καλές και σίγουρες εποχές για τους αποταμιευτές ανήκουν στο παρελθόν, καθώς τώρα καλούνται να αναλάβουν ρίσκο αν θέλουν να αυξήσουν, ή ακόμη και να διατηρήσουν την πραγματική αξία των χρημάτων τους.



comments powered by Disqus
* Παρακαλούμε τα σχόλια να μην είναι σε greeklish. Σχόλια με υβριστικό ή προσβλητικό περιεχόμενο θα διαγράφονται χωρίς προειδοποίηση.
Επενδυτικό χαρτοφυλάκιο