24/01/22 | Αρχική > Ειδησεογραφία > Διεθνή

Ο πληθωρισμός καλπάζει, η Λαγκάρντ δεν αλλάζει ρότα

Ενώ η Κριστίν Λαγκάρντ επιμένει πως ο πληθωρισμός στην Ευρωζώνη δεν είναι τόσο πιεστικός όσο στις ΗΠΑ και πως η ΕΚΤ «έχει κάθε λόγο να μην αντιδράσει δυναμικά όπως η Federal Reserve», ο πληθωρισμός, που πλέον έχει φτάσει στο 5% στην Ευρωζώνη, υποβαθμίζει καθημερινά το βιοτικό επίπεδο των Ευρωπαίων. Ανάμεσά τους βέβαια και οι Γερμανοί, που έχουν επικρίνει τη χαλαρή νομισματική πολιτική.

Ετσι, την ώρα που η κ. Λαγκάρντ δήλωνε στον γαλλικό ραδιοφωνικό σταθμό ότι «είναι πολύ διαφορετικές οι καταστάσεις» ανάμεσα στις ΗΠΑ και στην Ευρωζώνη, συνταξιούχοι, άνεργοι και νεαρά ζευγάρια στη Γερμανία στέκονταν στην ουρά για να πάρουν ζαρζαβατικά και άλλα φρέσκα προϊόντα δευτέρας διαλογής που μοιράζουν δωρεάν τα γερμανικά σούπερ μάρκετ σε όσους έχουν ανάγκη. Και βέβαια δεν είναι μόνον η κ. Λαγκάρντ που εμμένει στην ίδια στάση της ΕΚΤ, αλλά και η πλειονότητα των στελεχών της. Την ίδια στιγμή, μιλώντας στον ισπανικό τηλεοπτικό σταθμό TVE, ο Πάμπλο Χερνάντες ντε Κος, μέλος του Δ.Σ. της ΕΚΤ, επαναλάμβανε όσα έχει πει η πρόεδρος της ΕΚΤ από τον Δεκέμβριο, ότι «υπό τις τρέχουσες συνθήκες και με τις υφιστάμενες προβλέψεις για τον πληθωρισμό, δεν αναμένεται αύξηση επιτοκίων μέσα στο 2022».

Η ΕΚΤ έχει κάθε λόγο να μην αντιδράσει δυναμικά όπως η Fed, λέει η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.

Σύμφωνα, όμως, με σχετικό ρεπορτάζ της Deutsche Welle, στη Βόννη έξω από την αποθήκη τροφίμων Bonner Tafel και μέσα στο κρύο και στη βροχή του Ιανουαρίου σχηματίζεται ουρά από κατοίκους της περιοχής που αναμένουν τα δωρεάν τρόφιμα. Και δεν συρρέουν μόνον οι κάτοικοι της περιοχής, αλλά ακόμη και από άλλα μέρη, που έχουν κάνει ταξίδι τεσσάρων ωρών για να πάρουν τα δωρεάν τρόφιμα. Ο Γκίντερ Γκίεζα, εθελοντής της Tafel που βοηθάει στη διανομή, τονίζει πως «έχουμε παρατηρήσει ότι προς το τέλος του μηνός, όταν τελειώνουν τα χρήματα, τότε αρχίζουν να ρωτούν αν μπορούν να πάρουν λίγο περισσότερο». Και συμπληρώνει: «Αντιλαμβάνεστε ποια είναι η κατάσταση, και αυτό συμβαίνει όταν υπάρχει πληθωρισμός και αρχίζει να γίνεται ανησυχητικός». Οπως επισημαίνει η γερμανική εφημερίδα, ο πληθωρισμός στη Γερμανία έφτασε στο 3,1% στο σύνολο του περασμένου έτους, σημειώνοντας τη μεγαλύτερη άνοδο των τελευταίων 30 ετών. Τον Δεκέμβριο, άλλωστε, εκτοξεύθηκε στο 5%, όπως και σε όλη την Ευρωζώνη, και η αντίθεση είναι εντονότατη με το 2020, όταν δεν υπερέβη το 0,5% και βέβαια ήταν πολύ χαμηλότερος από τον στόχο του 2% που έχει θέσει η ΕΚΤ. Καθοριστικός παράγοντας που επιτάχυνε τον πληθωρισμό ήταν βέβαια οι τιμές της ενέργειας, που εκτοξεύθηκαν εν μέσω θεαματικής ανόδου της ζήτησης και μειωμένης προσφοράς. Οι τιμές της ενέργειας αυξάνουν έτσι το συνολικό κόστος της βιομηχανικής παραγωγής με αποτέλεσμα να μην μπορούν οι Γερμανοί έμποροι να προσφέρουν πιο ανταγωνιστικές τιμές. Ετσι, οι καταναλωτές δυσκολεύονται να αντεπεξέλθουν στην ακρίβεια, ενώ πολλές επιχειρήσεις διερωτώνται κατά πόσον θα μπορέσουν να εξακολουθήσουν να λειτουργούν. «Ολοι γνωρίζουν πως η Γερμανία διέθετε ισχυρή κλωστοϋφαντουργία τη δεκαετία του 1950, μέχρις ότου άρχισαν να μετακινούνται οι βιομηχανίες στην Ασία επειδή ήταν απαγορευτικό το λειτουργικό κόστος», τονίζει ο Χέινο Μπούντεμπεργκ, τεχνικός διευθυντής στη Waelzholz, που παράγει λάμες, επισημαίνοντας έτσι τον κίνδυνο εξαφάνισης γερμανικών βιομηχανιών.

Το σχετικό ρεπορτάζ της Deutsche Welle υπογραμμίζει πως το ζήτημα του πληθωρισμού είναι εξαιρετικά ακανθώδες στη Γερμανία, που έχει ένα τραυματικό ιστορικό πολλαπλών επεισοδίων πληθωρισμού μέσα στον 20ό αιώνα, όταν η αγοραστική δύναμη του γερμανικού λαού κυριολεκτικά εξανεμίστηκε. Είναι άλλωστε ευρέως γνωστό πως ο υπερπληθωρισμός που έπληξε τη χώρα το 1923, όταν η Γερμανία εγκατέλειψε τον κανόνα του χρυσού και στη συνέχεια ηττήθηκε στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ανάγκασε πολλούς εργοδότες να πληρώνουν τους υπαλλήλους τους σε καθημερινή βάση. Καθώς οι τιμές ανέβαιναν, καθημερινά οι εργαζόμενοι έπαιρναν τους μισθούς τους και έσπευδαν να αγοράσουν ό,τι μπορούσαν προτού μειωθεί κι άλλο η αξία τους. Πολλοί αναγκάστηκαν να ανταλλάσσουν προϊόντα ή ακόμη και υπηρεσίες με προϊόντα. Στη συνέχεια η Γερμανία γνώρισε νέο πλήγμα από τον υψηλό πληθωρισμό μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και στη διάρκεια της ενεργειακής κρίσης της δεκαετίας του 1970. Σε μια χώρα που έχει αυτό το τραυματικό παρελθόν, η προοπτική περαιτέρω επιτάχυνσης του πληθωρισμού εμπνέει εντονότατη ανησυχία. Οπως έχει επισημάνει ο Αμερικανός οικονομολόγος και κάτοχος Νομπέλ Οικονομίας Ρόμπερτ Σίλερ, ακόμη και ο φόβος απέναντι στη θεωρητική πιθανότητα του πληθωρισμού αρκεί για να επιφέρει αρνητικό αντίκτυπο στην οικονομία. Τα τελευταία στοιχεία καταδεικνύουν πως ο κίνδυνος είναι ορατός και θα πληγούν περισσότερο οι οικονομικά ασθενέστεροι. Οπως εξηγεί ο Γκίντερ Γκίεζα, εθελοντής της Tafel, όταν στο βενζινάδικο πρέπει κανείς να πληρώσει σήμερα 100 ευρώ αντί για 80 που πλήρωνε προ καιρού, «για κάποιους αυτά τα 20 ευρώ είναι πολύ επώδυνα και ορισμένοι αναγκάζονται να επιλέξουν αν θα πάρουν βενζίνη ή γάλα».



Πηγή: kathimerini.gr
comments powered by Disqus
* Παρακαλούμε τα σχόλια να μην είναι σε greeklish. Σχόλια με υβριστικό ή προσβλητικό περιεχόμενο θα διαγράφονται χωρίς προειδοποίηση.
Πληθωρισμός, ΕΚΤ, Ευρωπαϊκή Ένωση, Χώρες > Γερμανία