01/12/21 | Αρχική > Αρθρογραφία > Επώνυμες Σκέψεις

Ο σύγχρονος «εκβιασμός» των αποταμιευτών

Μια σκληρή αλήθεια την οποία διατυπώνουν πολλοί οικονομολόγοι είναι πως οι Έλληνες (και όχι μόνο) επενδυτές θα πρέπει να ξεχάσουν πολλά από τα δόγματα με τα οποία γαλουχήθηκαν και στα οποία βάσισαν τις αποφάσεις τους εδώ και αρκετές δεκαετίες. Ας δούμε μερικά από αυτά τα δόγματα:

Α. Κανένας δεν έχασε αγοράζοντας γη: Από τις αρχές τις δεκαετίας του 1960 έως και το 2007 οι τιμές των ακινήτων -και μάλιστα όλων των κατηγοριών- ανέβαιναν με ταχείς ρυθμούς από χρόνο σε χρόνο. Τι άλλαξε; Από το 2008 έως και το 2017 οι τιμές των ακινήτων υποχρεώθηκαν σε μεγάλη πτώση, ενώ στη συνέχεια ανέκτησαν τμήμα των απωλειών τους. Παράγοντες που συνετέλεσαν στην ανάκαμψη των τιμών ήταν η σταδιακή σταθεροποίηση της οικονομίας, αλλά και ορισμένα σύγχρονα εργαλεία όπως η «χρυσή βίζα» και η πλατφόρμα «airb&b». Επιπλέον, η πανδημία του κορωνοϊού επηρέασε μάλλον πτωτικά τις τιμές των εμπορικών καταστημάτων, ενώ αντίθετα ανέβασε τις αποτιμήσεις των αποθηκευτικών χώρων (logistics).

Ποια λοιπόν είναι σήμερα η πραγματικότητα; Ότι οι τιμές των ακινήτων παρουσιάζουν και αυτές διακυμάνσεις ανάλογα με την εκάστοτε πορεία της οικονομίας, ενώ παράλληλα δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι θα κινούνται κάθε φορά προς την ίδια κατεύθυνση οι τιμές όλων των κατηγοριών των ακινήτων. Για παράδειγμα, ενδέχεται να ανεβαίνουν οι κατοικίες και ταυτόχρονα να υποχωρούν τα καταστήματα. Ενδέχεται επίσης να ανεβαίνουν τα γραφεία υψηλής ποιότητας (βλέπε πχ σύγχρονες υποδομές, μειωμένο οικολογικό αποτύπωμα) και να υποχωρούν τα υπόλοιπα.

Β. Υπάρχουν εξασφαλισμένες θετικές αποδόσεις χωρίς την ανάληψη ρίσκου: Για δεκαετίες οι τράπεζες προσέφεραν καταθετικά προϊόντα που συνοδεύονταν από θετικά επιτόκια, τα οποία μάλιστα στις πλείστες των περιπτώσεων -τουλάχιστον για τους δεσμευμένους λογαριασμούς των εγχώριων χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων- ήταν υψηλότερα του πληθωρισμού. Ακόμη καλύτερες αποδόσεις προσέφεραν τα έντονα γραμμάτια και τα ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου. Οι θετικές αυτές αποδόσεις δημιούργησαν υψηλά εισοδήματα σε πολλούς αποταμιευτές επί μακρά σειρά ετών.

Σήμερα η κατάσταση είναι σαφώς διαφοροποιημένη. Μετά από μια περίοδο κεφαλαιακών ελέγχων (capital controls) και κουρέματος των ομολόγων (έτος 2012) τα τραπεζικά επιτόκια των προθεσμιακών καταθέσεων είναι σήμερα οριακά, ενώ υπάρχουν σενάρια και για την επιβολή αρνητικών επιτοκίων σε μεγάλου ύψους καταθετικούς λογαριασμούς ιδιωτών.

Σε ότι δε αφορά τα κρατικά ομόλογα, οι δεκαετούς διάρκειας τίτλοι προσφέρουν μέση ετήσια απόδοση που κυμαίνεται μόλις γύρω στο 1%. Πέραν της πολύ χαμηλής απόδοσης, τα συγκεκριμένα ομόλογα συνεπάγονται και αξιοσημείωτο βαθμό ρίσκου, όχι τόσο λόγω του λεγόμενου «κινδύνου της χώρας» (country risk, η πιθανότητα του να μην ανταποκριθεί το Ελληνικό Δημόσιο στις υποχρεώσεις του), όσο κυρίως επειδή πολλοί φοβούνται ότι κατά τα επόμενα χρόνια η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα θα ανεβάσει σημαντικά τα επιτόκια (σύμφωνα με τη θεωρία, όσο μεγαλύτερης διάρκειας είναι ένα ομόλογο και όσο μικρότερο κουπόνι έχει, τόσο το επενδυτικό ρίσκο καθίσταται υψηλότερο).

Γ. Οι μετοχές των μεγάλων εταιρειών είναι σίγουρες και των μικρών επικίνδυνες: Σύμφωνα με την αντίληψη αυτή που επικράτησε για δεκαετίες, υπήρχαν δύο κατηγορίες μετοχών στο ελληνικό χρηματιστήριο: Από τη μια πλευρά οι μεγάλες και «σοβαρές» εταιρείες που σε βάθος χρόνου απέφεραν κέρδη και από την άλλη πλευρά, οι μικρές και «επικίνδυνες» σε βάθος χρόνου. Στην πρώτη κατηγορία, κομβικό ρόλο είχαν οι τίτλοι των τραπεζών.

Τι δείχνει η τρέχουσα πραγματικότητα; Πρώτον, ότι πολλές από τις μεγάλες εταιρείες του παρελθόντος πτώχευσαν ή παρήκμασαν, ενώ ορισμένες μικρές του παρελθόντος γιγαντώθηκαν (πχ Μυτιληναίος, ΓΕΚ-ΤΕΡΝΑ, Jumbo, ΚΡΙ-ΚΡΙ και αρκετές άλλες). Δεύτερον, ότι τουλάχιστον από το 2008 έως σήμερα οι τραπεζικές μετοχές έχουν υποαποδώσει σε σχέση με τις υπόλοιπες και πως τουλάχιστον κατά την τελευταία οκταετία οι μετοχές της μικρής κεφαλαιοποίησης έχουν υπεραποδώσει έναντι των υπολοίπων. Το γενικότερο συμπέρασμα είναι πως η απόδοση μιας μετοχής εξαρτάται όχι από το μέγεθός της, αλλά από άλλους παράγοντες όπως για παράδειγμα οι προοπτικές κάθε επιχειρηματικού κλάδου, η ικανότητα του management, η αξιοπιστία των βασικών μετόχων, κ.λπ.

Η τρέχουσα κατάσταση

Με άλλα λόγια, η τρέχουσα κατάσταση στις χρηματοοικονομικές τοποθετήσεις θα μπορούσε να χαρακτηριστεί από τα παρακάτω:

α) Μηδενικά επιτόκια στις τραπεζικές καταθέσεις.

β) Ετήσια απόδοση γύρω στο 1% για τα κρατικά ομόλογα δεκαετούς διάρκειας που συνεπάγονται κάποιο ρίσκο.

γ) «Κουπόνια» μεταξύ του 1,7% και του 2,7% για εταιρικά ομόλογα επταετούς διάρκειας, όταν αυτά εκδίδονται από επιχειρήσεις με αρκετά ή και πολύ υψηλή πιστοληπτική ικανότητα (και η επένδυση αυτή συνεπάγεται ρίσκο).

δ) Στα μακροχρόνια (10-15 έτη) επενδυτικά-αποταμιευτικά προϊόντα των ασφαλιστικών εταιρειών, δεν προσφέρεται ελάχιστη εγγυημένη απόδοση, ούτε και εξασφάλιση αρχικού κεφαλαίου, με τον επενδυτικό κίνδυνο να τον αναλαμβάνει ο πελάτης.

ε) Οι τιμές των ακινήτων έχουν ανεβεί σημαντικά κατά την τελευταία πενταετία.

στ) Η επένδυση σε μετοχές διακρίνεται από αξιοσημείωτο κίνδυνο (θυμίζουμε την ανάλογη σχέση κινδύνου προσδοκώμενης απόδοσης).

ζ) Σε ότι αφορά τις επενδύσεις στο εξωτερικό, οι τιμές των μετοχών στα μεγάλα διεθνή χρηματιστήρια έχουν ανεβεί ιδιαίτερα κατά την τελευταία δεκαετία, τα καταθετικά επιτόκια είναι αρνητικά, οι αποδόσεις ενοικίου (yields) των ακινήτων είναι σαφώς χαμηλότερες από τις αντίστοιχες στην Ελλάδα (σχετικά υψηλότερες οι τιμές των ακινήτων στο εξωτερικό), κλπ.

Πώς μεταφράζονται όλα αυτά;

Ότι οι ανά τον κόσμο επενδυτές βιώνουν στις μέρες μας -με τη συμβολή των μεγάλων Κεντρικών Τραπεζών του πλανήτη που αποσκοπούν στην ανάπτυξη της παγκόσμιας οικονομίας- έναν στυγνό εκβιασμό: Είτε θα διατηρούν τα χρήματά τους σε καταθέσεις και τίτλους σταθερού εισοδήματος με μηδενικές (ή και ελαφρά αρνητικές) αποδόσεις και περιορισμένο ρίσκο, ή θα αυξήσουν σημαντικά το βαθμό του επενδυτικού τους κινδύνου, κυνηγώντας τις υψηλότερες αποδόσεις.

Μέσα σ’ αυτό το περιβάλλον, ο αποταμιευτής θα πρέπει να έχει γνώση για όλες τις κατηγορίες των επενδυτικών προϊόντων (και όχι μόνο των ελληνικών) και παράλληλα να δημιουργήσει το κατάλληλο γι’ αυτόν χαρτοφυλάκιο, λαμβάνοντας υπόψη το επενδυτικό του προφίλ και τις προσωπικές-οικογενειακές του ανάγκες.

Σε κάθε περίπτωση, οι αποφάσεις δεν είναι εύκολες και μάλιστα ο προαναφερόμενος «εκβιασμός» συμβαίνει σε μια περίοδο έντονων και πολυμέτωπων αβεβαιοτήτων (πχ υγειονομική κατάσταση λόγω πανδημίας, υψηλό δημόσιο χρέος των κρατών, γεωπολιτικά ρίσκα). Σύμφωνα μάλιστα με πολλούς, στην εποχή μας απαιτείται περισσότερο από ποτέ η μελέτη του πώς θα διαχειριστούμε τα κεφάλαιά μας και η ανάγκη εξεύρεσης αξιόπιστων συμβούλων στο συγκεκριμένο τομέα.



comments powered by Disqus
* Παρακαλούμε τα σχόλια να μην είναι σε greeklish. Σχόλια με υβριστικό ή προσβλητικό περιεχόμενο θα διαγράφονται χωρίς προειδοποίηση.
Επενδύσεις, Αποταμιεύσεις