18/10/21 | Αρχική > Αρθρογραφία > Επώνυμες Σκέψεις

Πότε είναι ελκυστικός ο χρηματιστηριακός δείκτης P/E

Το P/E (τρέχουσα τιμή προς κέρδη ανά μετοχή) είναι ο απλούστερος και πλέον συνηθισμένος χρηματιστηριακός δείκτης, προκειμένου να εκτιμηθεί αν ένας τίτλος είναι υποτιμημένος ή υπερτιμημένος.

Αν για παράδειγμα, μια εταιρεία έχει 1.000.000 μετοχές, οι οποίες διαπραγματεύονται στο ταμπλό του χρηματιστηρίου προς 20 ευρώ και σημειώνει ετήσια καθαρά κέρδη 2.000.000 ευρώ, τότε το o δείκτης P/E διαμορφώνεται σε:

Ο δείκτης P/E είναι καθαρός αριθμός και αντιστοιχεί στον αριθμό των ετών που θα χρειαστούν προκειμένου ένας επενδυτής να πάρει πίσω τα λεφτά που τοποθέτησε στη μετοχή μέσα από την κερδοφορία της εταιρείας, υπό την προϋπόθεση ότι η κερδοφορία της εταιρείας θα παραμείνει σταθερή. Έτσι, στο συγκεκριμένο παράδειγμα, ο αγοραστής της συγκεκριμένης μετοχής στα είκοσι ευρώ, θα πρέπει να περιμένει δέκα χρόνια, προκειμένου να αποκομίσει τα είκοσι αυτά ευρώ μέσα από την κερδοφορία της εταιρείας.

Είναι προφανές, πως όσο χαμηλότερη είναι η τιμή του συγκεκριμένου δείκτη, τόσο ελκυστικότερη είναι η τιμή μιας μετοχής, όταν όλοι οι άλλοι παράγοντες διατηρούνται σταθεροί. Επίσης, αν μια μετοχή έχει χαμηλότερο P/E από το μέσο όρο του κλάδου, τότε η μετοχή του θεωρείται σχετικά υποτιμημένη, όταν και πάλι όλοι οι παράγοντες θεωρούνται σταθεροί.

Η «εύλογη» τιμή του δείκτη

Υπάρχει ωστόσο μια «εύλογη» τιμή του δείκτη P/E, όπου πάνω από αυτή θα θεωρείται μια μετοχή υπερτιμημένη και κάτω από αυτή θα θεωρείται αγοραστική ευκαιρία;

Η απάντηση είναι αρνητική για αρκετούς λόγους, ένας εκ των οποίων είναι ότι υπάρχει αντίθετη σχέση μεταξύ του δείκτη P/E και των αποδόσεων που προσφέρουν οι τίτλοι σταθερού εισοδήματος. Για παράδειγμα, ένα P/E της τάξεως του 12 μπορεί να εθεωρείτο πολύ απαιτητικό κατά την περίοδο 2014-2016 όταν τα επιτόκια των ελληνικών κρατικών ομολόγων ήταν διψήφια και σήμερα να εκλαμβάνεται ως ευκαιρία, επειδή τα αντίστοιχα επιτόκια προσφέρουν αποδόσεις που υπολείπονται του 1%. Άρα, όσο χαμηλότερες είναι οι αποδόσεις των τίτλων σταθερού εισοδήματος (πχ καταθέσεις, κρατικά ομόλογα), τόσο υψηλότερα P/E δικαιολογούνται, όταν όλοι οι άλλοι παράγοντες θεωρούνται σταθεροί.

Επίσης, παρατηρούνται συχνά υψηλότεροι δείκτες P/E σε εταιρείες χωρών με χαμηλό επενδυτικό κίνδυνο (country risk) σε σύγκριση με τις υπόλοιπες. Για παράδειγμα, στο Χρηματιστήριο της Αθήνας συνήθως οι ελληνικές μετοχές διαπραγματεύονται με περισσότερο ελκυστικούς δείκτες (P/E, μερισματικής απόδοσης, κ.λπ.) σε σύγκριση με το μέσο όρο των ανταγωνιστικών τους εταιρειών σε Ευρώπη και ΗΠΑ.

Ένας δεύτερος λόγος είναι ότι κάθε εταιρεία έχει τις δικές της προοπτικές ανάπτυξης. Για παράδειγμα μια εταιρεία με υψηλούς προσδοκώμενους ρυθμούς ανάπτυξης δικαιολογείται να διαπραγματεύεται στη χρηματιστηριακή αγορά με μεγαλύτερο δείκτη P/E, σε σύγκριση μια άλλη που προβλέπεται να κινηθεί μελλοντικά γύρω στα ίδια επίπεδα, ή ακόμη περισσότερο με μία τρίτη που δραστηριοποιείται σε έναν φθίνοντα κλάδο.

Ένας τρίτος λόγος είναι ο διαφορετικός βαθμός κινδύνου που παρουσιάζουν οι εταιρείες μεταξύ τους, ιδιαίτερα σε ένα τόσο ασταθές και μεταβαλλόμενο περιβάλλον όσο αυτό των τελευταίων ετών. Μόνο κατά την τελευταία διετία βιώσαμε διεθνώς τις επιπτώσεις της πανδημίας covid-19, ενώ τώρα διάγουμε την περίοδο των προβλημάτων της εφοδιαστικής αλυσίδας και της εκτίναξης του ενεργειακού κόστους. Πέραν όμως αυτών των παραγόντων, εύκολα αντιλαμβάνεται κάποιος το πόσο εύκολα μπορεί να πληγεί ή να ευνοηθεί μια εταιρεία από τις κοσμογονικές αλλαγές προερχόμενες από την τεχνολογία, το ενεργειακό περιβάλλον και το ευρωπαϊκό θεσμικό πλαίσιο.

Μέσα σε ένα τέτοιο περιβάλλον, οι εταιρείες εκτίθενται σε μεγάλους και πολυποίκιλους κινδύνους, απέναντι στους οποίους θα πρέπει κάθε φορά πρέπει να είναι σε θέση να αμυνθούν. Παλαιότερα, η επαρκής ρευστότητα και οι ισχυροί κεφαλαιακοί δείκτες αρκούσαν για κάτι τέτοιο, πλην όμως στην εποχή μας χρειάζονται πολύ περισσότερα πράγματα, όπως ευελιξία, καινοτομία, μακρόχρονος στρατηγικός σχεδιασμός, εκπαιδευμένο προσωπικό, καλές σχέσεις με τους λεγόμενους stakeholders (πελάτες, εργαζόμενοι, προμηθευτές, μέτοχοι, τοπικές κοινωνίες), υψηλό επίπεδο Εταιρικής Διακυβέρνησης, μειούμενο περιβαλλοντικό αποτύπωμα, κ.λπ.

Με άλλα λόγια επιβάλλονται καλές επιδόσεις στο μέτωπο του ESG (Environmental, Social, Governance, Βιώσιμη Ανάπτυξη). Άρα λοιπόν, εταιρείες με καλύτερες επιδόσεις στο μέτωπο του ESG, «δικαιούνται» να διαπραγματεύονται με υψηλότερους δείκτες P/E από τις υπόλοιπες. Στις περιπτώσεις αυτές, καλό είναι να δίνουμε προσοχή τόσο σε τυχόν βαθμολόγηση της εταιρείας σε ότι αφορά τις ESG επιδόσεις της, όσο στη μη χρηματοοικονομική πληροφόρηση που υπάρχει στις ετήσιες λογιστικές καταστάσεις των εισηγμένων εταιρειών.

Ένας τέταρτος λόγος για τον οποίον μια εταιρεία δικαιολογείται να διαπραγματεύεται με υψηλότερο δείκτη P/E από το μέσο όρο είναι η περίπτωση κατά την οποία φαίνεται να έχει εξασφαλίσει την υλοποίηση ενός σημαντικού όγκου εργασιών για το μέλλον. Για παράδειγμα, μια κατασκευαστική εταιρεία ενδέχεται να διαθέτει ένα υψηλό υπόλοιπο υπογεγραμμένων συμβάσεων έργων που να της εξασφαλίζει υψηλές επιδόσεις κατά τα επόμενα χρόνια, όπως επίσης, ενδεχομένως, μια εταιρεία πληροφορικής να έχει εξασφαλισμένο στην αρχή κάθε χρόνου το 50% ή και το 60% του περυσινού της κύκλου εργασιών, λόγω των επαναλαμβανόμενων εσόδων από υπηρεσίες υποστήριξης σε προϋπάρχοντες πελάτες.

Τέλος, υψηλότερο δείκτη P/E «δικαιούνται» συχνά και οι εταιρείες που έχουν υψηλή λειτουργική μόχλευση, δηλαδή μια αύξηση των πωλήσεών τους οδηγεί σε μια αρκετά μεγαλύτερη ποσοστιαία αύξηση των κερδών της.

Αδυναμίες του δείκτη P/E

Τέλος, δεν θα πρέπει να επαναλάβουμε τις σπουδαιότερες αδυναμίες του δείκτη P/E, καθώς:

· Δεν μπορεί να αξιολογήσει τις ζημιογόνες επιχειρήσεις (έχουν και αυτές κάποια αξία).

· Δεν συνεξετάζει το αν μια κερδοφόρος επιχείρηση θα προχωρά σε χρηματικές διανομές (μερίσματα, ή και επιστροφές κεφαλαίου) προς τους μετόχους της και συνολικότερα δεν συνεξετάζει τη ρευστότητα της επιχείρησης.

· Δεν συνεκτιμά την επίδραση των (θετικών ή αρνητικών) μη επαναλαμβανόμενων αποτελεσμάτων (πχ έκτακτες απομειώσεις, κέρδη από πωλήσεις παγίων στοιχείων, συναλλαγματικές διαφορές, κ.λπ.).

· Κινδυνεύει να οδηγήσει σε λανθασμένες εκτιμήσεις στην περίπτωση εταιρειών με έντονα κυκλικό χαρακτήρα, όπου τα κέρδη μπορούν να έχουν μεγάλες διακυμάνσεις από έτος σε έτος, ή από τριετία σε τριετία.




comments powered by Disqus
* Παρακαλούμε τα σχόλια να μην είναι σε greeklish. Σχόλια με υβριστικό ή προσβλητικό περιεχόμενο θα διαγράφονται χωρίς προειδοποίηση.
Χρηματιστήριο, Χρηματιστηριακοί δείκτες