13/10/21 | Αρχική > Αρθρογραφία > Επώνυμες Σκέψεις

Άνοδος τιμών στις πρώτες ύλες: Ποιοι κίνδυνοι προκύπτουν για τις επιχειρήσεις

Η αλματώδης αύξηση των τιμών των περισσότερων πρώτων υλών (π.χ. πετρέλαιο, χαλκός, αλουμίνιο, χάλυβας, βαμβάκι), της ενέργειας και των ναύλων έχει ανεβάσει σε μεγάλο βαθμό το κόστος των περισσότερων επιχειρήσεων, οι οποίες προσπαθούν να μετακυλήσουν ένα τμήμα -όσο το δυνατόν μεγαλύτερο- αυτής της αύξησης στους πελάτες τους, δημιουργώντας πληθωριστικές πιέσεις (ειδικότερα στην Ελλάδα, με βάση τα στοιχεία της ΕΛ.ΣΤΑΤ., ο Δείκτης Τιμών Καταναλωτή διαμορφώθηκε στο +2,2% το Σεπτέμβριο έναντι του αντίστοιχου μήνα του 2021, με τις προσδοκίες να είναι ανοδικές για τους επόμενους μήνες).

Ποιους κινδύνους όμως αντιμετωπίζει μια επιχείρηση σε ένα περιβάλλον μεγάλης αύξησης του κόστους της, όπως το σημερινό;

Πρώτον, τον κίνδυνο της υποκατάστασης. Αν οι πρώτες ύλες των προϊόντων που παράγει ή εμπορεύεται η επιχείρησή μας αυξηθούν δραστικά και αυτό περάσει στις δικές μας τιμές πώλησης, τότε τμήμα των πελατών μας θα κατευθυνθεί στο να ικανοποιήσει τις ανάγκες του, χρησιμοποιώντας προϊόντα από άλλες πρώτες ύλες που ακρίβυναν λιγότερο, ή από άλλες κοντινότερες γεωγραφικές περιοχές, σε περίπτωση που η αύξηση των τιμών οφείλεται στο μεταφορικό κόστος.

Δεύτερον, τον κίνδυνο της χρονικής υστέρησης. Σε αυτή την περίπτωση, οι εταιρείες καταφέρνουν να μετακυλήσουν το σύνολο του αυξημένου κόστους τους, αλλά με χρονική υστέρηση. Ως αποτέλεσμα, για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα τα περιθώρια κέρδους των επιχειρήσεων συρρικνώνονται σημαντικά. Στην πράξη ωστόσο, τα πράγματα πολλές φορές είναι ακόμη χειρότερα: Όχι μόνο οι εταιρείες δεν μεταφέρουν άμεσα το αυξημένο κόστος τους στους πελάτες τους, αλλά επίσης μεταφέρουν τελικά σε αυτούς μόνο ένα τμήμα του αυξημένου κόστους τους, με συνέπεια το ψαλίδισμα του περιθωρίου κέρδους τους σε περισσότερο μακροχρόνια βάση.

Τρίτον, τον κίνδυνο της αναβολής ή της ματαίωσης πωλήσεων. Είναι αναμενόμενο ότι σε περίπτωση που οι πελάτες διαπιστώσουν μια αύξηση τιμής κατά 20% ή και 40%, κάποιοι από αυτούς θα αναβάλουν τις αγορές τους (προσδοκώντας ότι η εκτίναξη των τιμών δεν θα διαρκέσει παρά μόνο ορισμένους μήνες) και κάποιοι άλλοι θα τις ματαιώσουν, διαθέτοντας σε άλλους τομείς το διαθέσιμο εισόδημά τους. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να τονιστεί και η επίδραση που θα έχουν οι αυξήσεις τιμών στο διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών. Σε περίπτωση μεγάλων αυξήσεων τιμών σε βασικά καταναλωτικά αγαθά, είναι αρκετά πιθανόν να δούμε και μια κόπωση στη γενικότερη καταναλωτική δαπάνη, τουλάχιστον σε ότι αφορά τους όγκους των πωλήσεων.

Τέταρτον, τον κίνδυνο της χρηματοδότησης. Εξ’ αιτίας της αύξησης των τιμών των πρώτων υλών, επηρεάζεται ανοδικά το κόστος απόκτησης των αποθεμάτων, άρα και του απαιτούμενου κεφαλαίου κίνησης προκειμένου να λειτουργήσει απρόσκοπτα μια εταιρεία. Αυτό, πέρα από μια επιπλέον επιβάρυνση που προκαλεί στο κόστος χρηματοδότησης, δημιουργεί σοβαρά προβλήματα σε όσες επιχειρήσεις δυσκολεύονται να έχουν πρόσβαση σε τραπεζικό δανεισμό, καθώς τις υποχρεώνει να μειώσουν το ύψος των πωλήσεών τους, έως του σημείου που τους επιτρέπει η περιορισμένη ρευστότητά τους.

Πέμπτο, τον κίνδυνο των επισφαλειών. Η μεγάλη αύξηση των τιμών πώλησης των προϊόντων μας, μεταφράζεται σε μεγαλύτερο κόστος αγορών για τους πελάτες μας, οι οποίοι με τη σειρά τους ενδεχομένως να μην είναι σε θέση να το μετακυλήσουν στους δικούς τους πελάτες. Το πρόβλημα διογκώνεται όταν οι πελάτες μας δουλεύουν με μακροχρόνια συμβόλαια που έχουν «κλειδωμένες» τις δικές τους τιμές πώλησης. Σε μια τέτοια περίπτωση, η δική μας επιχείρηση κινδυνεύει να δει τμήμα των απαιτήσεών της να καθίσταται επισφαλές, ή και τελικά ανεπίδεκτο είσπραξης.

Έκτο, τον κίνδυνο μιας απότομης πτώσης των τιμών. Πολλές επιχειρήσεις λειτουργούν διατηρώντας αποθέματα τριών έως πέντε μηνών στις αποθήκες τους. Είναι προφανές ότι από τη στιγμή που η άνοδος των πρώτων υλών στις διεθνείς αγορές ξεκίνησε από το φθινόπωρο του 2020, σήμερα να διαθέτουν αποθέματα με πολύ υψηλότερες τιμές κτήσης σε σχέση τόσο με πέρυσι, όσο και σε σύγκριση με τις αρχές της φετινής χρονιάς.

Τι θα γίνει όμως σε περίπτωση μιας μεγάλης πτώσης στις τιμών των πρώτων υλών και μάλιστα σε σύντομο χρονικό διάστημα; Τότε, οι εταιρείες θα βρεθούν με αποθέματα υψηλού κόστους στις αποθήκες τους και με αυξημένο τραπεζικό δανεισμό (αναφερθήκαμε προηγουμένως στο ανοδικό απαιτούμενο κεφάλαιο κίνησης), τη στιγμή που οι πελάτες τους θα τους πιέζουν για μεγάλες μειώσεις στις τιμές πώλησης. Αυτό μεταφράζεται σε δραστική συρρίκνωση του μικτού περιθωρίου κέρδους και ενίοτε σε ζημιογόνα αποτελέσματα που συνδυάζονται με ζητήματα ρευστότητας. Ένα τέτοιο παράδειγμα είχαμε στον κλάδο του χάλυβα το έτος 2008, όταν η απότομη και έντονη πτώση της τιμής του μετάλλου είχε οδηγήσει το σύνολο των εταιρειών σε μεγάλες ζημίες και έντονα προβλήματα.

Έβδομο, τον κίνδυνο μεγαλύτερης αύξησης του κόστους στη χώρα μας, ή την περιοχή δραστηριοποίησής μας, σε σχέση με άλλες χώρες, ή άλλες περιοχές. Για διάφορους λόγους, οι αυξήσεις των τιμών πχ στην ενέργεια δεν είναι ίδια για όλες τις χώρες (βλέπε πολιτικές κυβερνήσεων για άμβλυνση του προβλήματος, ή δομή της ενεργειακής αγοράς).

Το νέο περιβάλλον

Είναι προφανές ότι οι κίνδυνοι που αντιμετωπίζει μια σύγχρονη επιχείρηση είναι πολλοί σε αριθμό, δύσκολα αντιμετωπίσιμοι και συχνά απρόβλεπτοι. Οι ελληνικές εταιρείες για παράδειγμα μετά την πολυετή εγχώρια οικονομική ύφεση, στη συνέχεια βρέθηκαν αντιμέτωπες με την πανδημία και πριν αυτή παρέλθει, με τα προβλήματα στην παγκόσμια εφοδιαστική αλυσίδα.

Είναι προφανές, ότι οι επιχειρήσεις θα πρέπει να αναβαθμίσουν τους αμυντικούς τους μηχανισμούς και την ευελιξία τους, έτσι ώστε να είναι ανθεκτικές στις πολύ συχνές πλέον μεταβολές του εξωτερικού περιβάλλοντος.

Προς τούτο, η ύπαρξη επαρκούς ρευστότητας σε μια εταιρεία αποτελεί πλέον μονόδρομο. Πέραν όμως αυτού, μια σύγχρονη επιχείρηση θα πρέπει να λειτουργεί με βάση τις αρχές του ESG (Environmental Social Governance), προκειμένου να αυξήσει δραστικά τις πιθανότητες επιβίωσής και ανάπτυξής της: Μακροπρόθεσμος σχεδιασμός, αξιόπιστα Business Plans, διαφοροποίηση εργασιών και πελατών, σχέσεις καλής συνεργασίας με προμηθευτές, εργαζόμενους και τοπικές κοινωνίες, καλό επίπεδο Εταιρικής Διακυβέρνησης και φυσικά δράσεις με στόχο τη μείωση του περιβαλλοντικού τους αποτυπώματος.

Ειδικότερα κατά την τρέχουσα περίοδο, φαίνεται πόσο σημαντική υπόθεση είναι για μια επιχείρηση η μείωση του περιβαλλοντικού αποτυπώματος και της κατανάλωσης καυσίμων, μέσα από την παραγωγή ελαφρύτερων προϊόντων, μέσα από νέες μεθόδους παραγωγής, μέσα από την ανακύκλωση προϊόντων και τη χρήση εναλλακτικών καυσίμων, μέσα από τις επενδύσεις σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, κ.λπ..



comments powered by Disqus
* Παρακαλούμε τα σχόλια να μην είναι σε greeklish. Σχόλια με υβριστικό ή προσβλητικό περιεχόμενο θα διαγράφονται χωρίς προειδοποίηση.
Τιμές, Αύξηση τιμών