03/09/21 | Αρχική > Αρθρογραφία > Επώνυμες Σκέψεις

Εκτόξευση τιμών στις α’ ύλες: Μέχρι πού μπορεί να φτάσουν τα προβλήματα;

Είναι ευρύτατα γνωστά τα προβλήματα που έχουν ανακύψει αυτή την περίοδο στο μέτωπο της εφοδιαστικής αλυσίδας. Από το καλοκαίρι του 2020 έως και σήμερα οι τιμές των περισσότερων πρώτων υλών έχουν εκτιναχθεί σημειώνοντας σε πολλές περιπτώσεις ιστορικά υψηλά, ενώ η όλη κατάσταση έχει καταστεί ακόμη πιο σύνθετη λόγω του πολλαπλασιασμού των ναύλων.

Τα σχετικά προβλήματα των εταιρειών είναι πολλαπλά:

Ορισμένες δυσκολεύονται να προμηθευτούν πρώτες ύλες και εμπορεύματα, με αποτέλεσμα να αναβάλουν ή και να ματαιώνουν δικές τους πωλήσεις προς τους πελάτες τους.

Με τις τιμές των πρώτων υλών και των μεταφορικών εξόδων να ανεβαίνουν συνεχώς, πολλές επιχειρήσεις δεν μπορούν να μετακυλήσουν άμεσα το αυξημένο κόστος τους στους πελάτες τους, με αποτέλεσμα το περιθώριο μικτού κέρδους τους να συρρικνώνεται σημαντικά.

Οι αυξημένες τιμές των πρώτων υλών απαιτούν από τις επιχειρήσεις την ύπαρξη μεγαλύτερου κεφαλαίου κίνησης, άρα και την εντονότερη προσφυγή προς τον τραπεζικό δανεισμό, προκειμένου να συνεχιστεί η ομαλή πορεία των εταιρειών.

Τέλος, λόγω των αυξημένων τιμών που αναγκάζονται να προσφέρουν στους πελάτες τους, κάποιοι εξ’ αυτών αναβάλλουν ή ματαιώνουν τις αγορές τους, με αποτέλεσμα τη μείωση του κύκλου εργασιών των εταιρειών αυτών.

Το σενάριο της ραγδαίας πτώσης

Ο μεγαλύτερος ωστόσο κίνδυνος θα μπορούσε να προέλθει για τις επιχειρήσεις, αν επικρατήσει ένα σενάριο μεγάλης πτώσης των τιμών των πρώτων υλών σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα (για όσες εταιρείες δεν μπορούν να κάνουν hedging, «κλειδώνοντας» ουσιαστικά τις τιμές των μετάλλων σε συγκεκριμένα επίπεδα).

Σε μια τέτοια περίπτωση, οι εταιρείες θα βρεθούν με αποθέματα πολύ υψηλού κόστους, ενώ θα κληθούν να πωλούν τα προϊόντα τους σε πολύ χαμηλότερες τιμές. Ως αποτέλεσμα θα ήταν η εγγραφή έντονα ζημιογόνων αποτελεσμάτων, γεγονός που θα έθετε σε κίνδυνο όσες εταιρείες αντιμετωπίζουν ζητήματα ρευστότητας και κεφαλαιακής επάρκειας, μετά από μια υπερδεκαετή οικονομική κρίση και μια απρόσμενη πανδημία.

Για παράδειγμα, μια τέτοια περίπτωση είχε συμβεί από το 2008 έως το 2010 στον ευρύτερο χώρο της εμπορίας σιδήρου (και όχι μόνο), όπου η απότομη πτώση της διεθνούς τιμής του χάλυβα είχε προκαλέσει σοβαρά ζητήματα επιβίωσης στις περισσότερες εταιρείες του κλάδου, είτε αυτές ήταν μεγάλες, είτε μικρές.

Ωστόσο, παράγοντες της αγοράς πιστεύουν ότι οι ελληνικές εταιρείες δεν θα κινδυνεύσουν αυτή τη φορά από μια τόσο βαθιά κρίση, κυρίως λόγω των παρακάτω παραγόντων:

Πρώτον, οι διεθνείς αναλυτές δεν προβλέπουν ραγδαία αποκλιμάκωση των τιμών των πρώτων υλών, αλλά μάλλον μια διατήρησή τους σε αρκετά υψηλά επίπεδα για μεγάλο χρονικό διάστημα (βέβαια, οι προβλέψεις αρκετά συχνά έχουν διαψευσθεί κατά το παρελθόν).

Δεύτερον, οι εταιρείες (ελληνικές και ξένες) αυτή τη φορά τουλάχιστον είναι υποψιασμένες και προσπαθούν να λάβουν μια σειρά μέτρων που να αμβλύνουν τη ζημία σε μια τέτοια περίπτωση. Για παράδειγμα, ορισμένες εταιρείες ακολουθούν πολιτική destocking (σταδιακής μείωσης αποθεμάτων).

Τρίτον, γιατί την περίοδο του 2008 τα τραπεζικά επιτόκια ήταν υψηλά, οπότε οι εταιρείες όχι μόνο είχαν βρεθεί με μεγάλα ανοίγματα προς τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, αλλά επιπλέον τα ανοίγματα αυτά είχαν χρεωθεί με υψηλό κόστος χρήματος (ενίοτε και με ποινή υπερημερίας). Αντίθετα, τα τρέχοντα τραπεζικά επιτόκια είναι αρκετά χαμηλότερα σε σχέση με το παρελθόν.

Και τέταρτον, σημαντικό ρόλο παίζουν και οι προοπτικές της ζήτησης. Οι υπερχρεωμένες εταιρείες του 2008 που επιβαρύνονταν με αλμυρά επιτόκια, είχαν βιώσει στη συνέχεια μια ζήτηση που περίπου υποχωρούσε επί σειρά ετών κατά 10% το χρόνο (οικονομική κρίση 2009-2015). Άρα, όχι μόνο δεν μπορούσαν να καλύψουν τα προηγούμενα χρέη, αλλά έβλεπαν το άνοιγμα να διογκώνεται χρόνο με το χρόνο. Κατά την τρέχουσα περίοδο όμως, τα πράγματα στο μέτωπο των προσδοκιών φαίνεται να είναι διαφορετικά. Οι προβλέψεις των διεθνών οργανισμών και των επενδυτικών οίκων μιλούν για μια σημαντική αύξηση του ελληνικού ΑΕΠ κατά την επόμενη τριετία, με βασικό μοχλό τα μεγάλα Κοινοτικά κονδύλια που αναμένεται να εισρεύσουν στη χώρα λόγω του Ταμείου Ανάκαμψης. Ειδικότερα σε κλάδους, η ζήτηση των οποίων συνδέεται με επενδύσεις (πχ πληροφορική, κατασκευές, οικοδομή, τσιμέντο, μεταλλουργία, ξύλο) προβλέπεται πολύ ισχυρή κατά τα επόμενα χρόνια, στο βαθμό φυσικά που η χώρα τα καταφέρει ικανοποιητικά στο μέτωπο της απορρόφησης των κονδυλίων.

O κίνδυνος του πληθωρισμού

Ένας δεύτερος μεγάλος οικονομικός κίνδυνος από τα προβλήματα που έχουν προκύψει στην εφοδιαστική αλυσίδα είναι η εκκίνηση ενός πληθωριστικού κύματος, με ό,τι αρνητικό αυτό θα μπορούσε να σημάνει για τα νοικοκυριά (αγοραστική δύναμη καταναλωτών), τις επιχειρήσεις (αύξηση κόστους παραγωγής) και τα κράτη (πίεση για αύξηση επιτοκίων).

Η αλήθεια είναι ότι η αύξηση των πρώτων υλών έχει οδηγήσει σε άνοδο των τιμών σε μια ευρύτατη σειρά προϊόντων και υπηρεσιών. Είναι όμως αυτό πληθωρισμός; Ως πληθωρισμό θεωρούμε τη συνεχή αύξηση των τιμών και όχι απλά μια χρονικά περιορισμένη άνοδό τους. Θα πρέπει δηλαδή, η αύξηση των τιμών των προϊόντων να είναι σε θέση να ανεβάσει τους μισθούς σε τέτοιο βαθμό, έτσι ώστε στη συνέχεια οι επιχειρήσεις να ανεβάσουν εκ νέου τις τιμές των προϊόντων τους και να συνεχιστεί ο συγκεκριμένος φαύλος κύκλος. Πόσο πιθανόν όμως είναι να ανεβούν σημαντικά οι μισθοί και τα ημερομίσθια κατά τους επόμενους μήνες; Όλοι θεωρούν πως κάτι τέτοιο δεν αποτελεί το βασικό σενάριο.

Χαρακτηριστικός είναι ο τρόπος με τον οποίον περιγράφει η Eurobank το συγκεκριμένο θέμα: «Όσο το παραγωγικό κενό παραμένει υψηλό και ο ρυθμός πτώσης της ανεργίας είναι σχετικά χαμηλός, ο πυρήνας πληθωρισμού θα διατηρείται σε χαμηλά επίπεδα».

Όπως σημειώνει, το επίπεδο ή η μεταβολή του πυρήνα πληθωρισμού είναι αρνητική συνάρτηση του παραγωγικού κενού της εκάστοτε οικονομίας. Για παράδειγμα, όταν το δυνητικό προϊόν είναι κατά πολύ υψηλότερο από το τρέχον, ήτοι μεγάλο παραγωγικό κενό, τότε ο βαθμός εκμετάλλευσης των παραγωγικών συντελεστών της οικονομίας είναι χαμηλός (π.χ. υψηλή ανεργία και λίγες ώρες χρήσης των κεφαλαιουχικών αγαθών).

Το τελευταίο στοιχείο (ceteris paribus των δομικών χαρακτηριστικών των επί μέρους αγορών) δεν δημιουργεί πιέσεις για αυξήσεις στις αμοιβές των παραγωγικών συντελεστών, το κόστος παραγωγής των επιχειρήσεων δεν αυξάνεται και ως εκ τούτου ο πυρήνας πληθωρισμού (το επίπεδο ή η μεταβολή του) διατηρείται σε χαμηλά ή ακόμα και σε αρνητικά επίπεδα.



comments powered by Disqus
* Παρακαλούμε τα σχόλια να μην είναι σε greeklish. Σχόλια με υβριστικό ή προσβλητικό περιεχόμενο θα διαγράφονται χωρίς προειδοποίηση.
Πρώτες Υλες, Ανατιμήσεις προιόντων, Αύξηση τιμών